ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχουν περάσει 73 ολόκληρα χρόνια, σχεδόν τρία τέταρτα του αιώνα από την άνοιξη του 1948 και είμαστε πια στον Αύγουστο του 2021. Και όμως χρειάστηκαν μόνο μερικές νότες για να με κάνουν να πηδήξω όλο αυτό το χρονικό διάστημα μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.

Ημασταν στα βουνά των Αγράφων, στο χωριό Μολόχα, και εκπαιδευόμασταν, σαν μαθητές, στη Σχολή των Υπαξιωματικών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Ολοι μας σχηματίζουμε τη δύναμη μιας διμοιρίας, αγόρια και κορίτσια, όλα στην ηλικία των 17, 18, 19 χρόνων. Ανεβοκατεβαίναμε πλαγιές, φτάναμε στην κορυφή ενός ορεινού όγκου, κατεβαίναμε σαν βαρελάκια ώς τα ριζά, περνούσαμε ορμητικούς χειμάρρους και το σούρουπο, μετά το συσσίτιο, στήναμε χορό τραγουδώντας τα τοπικά τραγούδια του τσάμικου και του συρτού. Ξεχωρίζαμε την «Καραγκούνα» και το «Βάσω, Βασίλω». Φωνάζαμε τότε όλοι: «η Βάσω μπροστά, η Βάσω μπροστά!». Με ντροπαλά χαμηλωμένα μάτια ερχόταν και έσερνε με μικρά πηδήματα το τσάμικο. Ηταν τόσο σεμνή, τόσο αθόρυβη, μια γλύκα! Είχε ένα σταρένιο πρόσωπο με μια λεπτή κοτσιδούλα δεμένη πίσω, γιατί αν άφηνε κάτω τα μαλλιά της κόβονταν όταν περνούσαμε θάμνους. Πειθαρχική, σιωπηρή, το γέλιο της και το χαμόγελο έσκαγαν πάντα, γεμάτη ήρεμη αγάπη για όλους.

Οταν ήρθε η διαταγή και πηγαίναμε να χτυπήσουμε τις επιτελικές εγκαταστάσεις του στρατού στο Καλλιφώνι Καρδίτσας, βαδίζαμε μαζί στο ίδιο μονοπάτι, αυτή μπροστά κι εγώ πίσω της. Κάθε κάθε τόσο γύριζε το κεφάλι της και μου χαμογελούσε. Επεσε το σκοτάδι και την προγραμματισμένη ώρα η νύχτα έγινε μέρα από το ντουφεκίδι και τραντάχτηκε ο τόπος από τα όπλα.

Είχαμε πλησιάσει σερνάμενοι τα συρματοπλέγματα και ήταν το σημείο όπου χτυπούσαν τα πολυβόλα. Κάποιος κολλημένος στη γη προσπαθούσε να τα κόψει για να περάσουμε από κάτω. Μέσα στους κρότους των πολυβόλων και των όλμων, τα «αέρα» και τις διαταγές, από πάνω αριστερά ακούστηκε μια φωνή: «Η Βάσω, η Βάσω!».

–Τι, η Βάσω, βρε παιδιά; Τι έπαθε η Βάσω; Γύρισα τα μάτια μου προς τα εκεί και στην ανταύγεια μιας λάμψης την είδα όρθια σαν σκιά, με ανοιχτά τα χέρια πάνω στο συρματόπλεγμα, σαν νότα στο πεντάγραμμο. Την είχαν γαζώσει! Μα πότε κιόλας; Από το πριν έως το τώρα δεν είχαν περάσει ούτε δυο λεπτά!

Αχ, Βάσω-Βασίλω μας, καρδιά γεμάτη αγάπη για τη ζωή και γεμάτη μίσος για την αδικία και τον φασισμό, μπουμπουλίνα μας, καραγκουνοπούλα μας αξέχαστη!

Ανοιξα το ράδιο στη διαπασών:

«Μια μικρή τσελιγκοπούλα

όμορφη αρχοντοπούλα

με τη μάνα της μαλώνει

και βαριά τη βαλαντώνει

Βάσω μ’, Βασίλω,

Δωσ’ μου μάνα μ’ τα προικιά μου

και την κεντητή ποδιά μου…»

Το άκουσα, σε θυμήθηκα και δάκρυσα!…

Γιώργος Γούσιας