Το Τείχος ήταν και η αρχή του Ψυχρού Πολέμου. Ωσπου να φτάσουν όμως τα πράγματα στο μόρφωμα του αίσχους και της ντροπής, προηγήθηκε ο διαμελισμός της ηττημένης Γερμανίας σε ζώνες κατοχής –το ίδιο και του Βερολίνου– και ο διαμοιρασμός της στους νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η ίδρυση της Ομοσπονδιακής Γερμανίας κι έναν χρόνο νωρίτερα της Ανατολικής. Και ο Στάλιν, για να σταματήσει τη διαρροή των κατοίκων προς τη Δύση, αποκλείει τις αρτηρίες προς το Δυτικό Βερολίνο και στη συνέχεια περικλείει τα σύνορα του Ανατολικού με συρματόπλεγμα. Κι αργότερα, για πιο σιγουριά, με το Τείχος.
Ενας τρόπος για να υπηρετήσει το όραμα ενός κόσμου «αγγελικά πλασμένου», ωστόσο διαιρεμένου, να χάν’ η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, κατά το κοινώς λεγόμενο. Με διπλό διάδρομο για τις περιπολίες, σύστημα συναγερμού, πολυάριθμα παρατηρητήρια και φύλακες. Α λα Αλκαζάρ, δηλαδή, ως προς τη φύλαξη! Με αυτήν τη στάμπα στο κούτελο πέρασε στην ιστορία. Ετσι ξεκίνησε και ο αγώνας πολλών από τους εγκλωβισμένους να σπάσουν τα δεσμά τους, πεθαίνοντας για τη λευτεριά.
Ωστόσο όπως εξελίσσεται η ζωή, μια στα πάνω της και μια στα κάτω της, σαν την τραμπάλα που παίζαμε παιδιά, αντιγράφοντάς την προχωρά η ιστορία από αρχαιοτάτων χρόνων. Η αντίστροφη μέτρηση για την επανένωση Ανατολής – Δύσης ξεκίνησε με τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, όταν μίλησε για την ανάγκη διαφάνειας στην πολιτική (γκλάσνοστ) και για ανασυγκρότηση, τη γνωστή ως περεστρόικα.
Η υφήλιος, όταν τον είδε από τις οθόνες να ανταλλάσσει χειραψία με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, ανάσανε και περίμενε τις εξελίξεις εναγωνίως. Μια χειραψία! έτσι απλά, σε ένδειξη φιλίας, είναι ικανή ν’ αλλάξει τα πράγματα στις σχέσεις των ανθρώπων. Πόσο μάλλον μεταξύ εκείνων που κρατούν στα χέρια τους τις τύχες του κόσμου.
Εν προκειμένω, γερή γροθιά στο στομάχι της έχθρας των δύο λαών! Η φιλότης, γενεσιουργός δύναμη και συνεκτικός δεσμός, και από την άλλη η έριδα, το νείκος – οι δυο δυνάμεις, κυρίαρχες στη φύση και στις κοινωνίες. Ο,τι δημιουργεί η μία, το καταστρέφει η άλλη και τούμπαλιν, χάριν της ευταξίας, λες, και της ισορροπίας. Πάντα ρει και ουδέν μένει, για να θυμηθούμε και τον Ηράκλειτο… Σε αυτό το μοτίβο, στο ράβε ξήλωνε δουλειά να μη σου λείπει και σαν τον σισύφειο μύθο εξελίσσεται η ζωή, που τελειωμό δεν έχει. Κι αν έχει, ποιος το γνωρίζει;
Στις εννιά του Νοέμβρη του 1989, ώρα έξι και μισή μετά το μεσημέρι ο εκπρόσωπος Τύπου του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ανατολικής Γερμανίας ανακοινώνει πως οι κάτοικοί της θα μπορούν να ταξιδεύουν με βίζα. Και ο λαός σαν ένα ποτάμι ασυγκράτητο συρρέει προς την έξοδο και κατακλύζει την Πύλη του Βρανδεμβούργου. Το Τείχος παραδίνεται στα χέρια των παραληρούντων από ένθεη βακχική μανία, σε μια γιορτή χαράς και γλεντιού, αλλά και καταστροφής. Κατατεμαχισμένο το σώμα του συντηρεί ώς σήμερα την ανάμνηση του κακού ονείρου που βίωσε η ανθρωπότητα.
Ωστόσο, προσφερόμενο ως ο πλέον κατάλληλος καμβάς, η τέχνη του δρόμου (street art) ανέλαβε να το ευτρεπίσει, μετατρέποντας την ασχήμια σε ομορφιά. Κι ο λαός δεν παραλείπει να ευχαριστήσει τον ηγέτη που χάρισε την ελευθερία σε εκατομμύρια ανθρώπους. DANKE GORBI με κεφαλαία τού γράφει σε ένα από τα κομμάτια του. Με αυτή τη φράση, ως σφραγίδα, και με τις αναθηματικές στήλες στα σημεία των πεσόντων από τα πυρά των φυλάκων, διατρανώνεται το μήνυμα πως σε συνθήκες ανελευθερίας και διαίρεσης κανένας λαός δεν μπορεί να αναπτυχθεί.
Ποιος μπορεί να ισχυριστεί πως είναι ευτυχισμένος ο χωρισμένος στα δύο λαός της Κύπρου, με την Πράσινη σαν χολή Γραμμή ανάμεσά τους, τους εκατέρωθεν φρουρούς σε στέγες ή σε λοφίσκους με το όπλο επ’ ώμου και τις κατά καιρούς διαδηλώσεις και αναστατώσεις για την απονομή δικαιοσύνης;
Με τους Ελληνοκύπριους πρόσφυγες στην ίδια τους την πατρίδα και όσα άλλα, για να οδηγηθούν τα πράγματα εκεί όπου θέλησαν οι Δυνατοί και τα τσιράκια τους. Πώς μπορεί να νιώθουν ευτυχισμένοι ακόμα και μες στην υλική ευδαιμονία τους οι Ελληνοκύπριοι; Από το ’74 έως σήμερα το Κυπριακό όσο πάει και χειροτερεύει, έχοντας καταντήσει γόρδιος δεσμός. Ο «σουλτάνος» προ των πυλών της Αμμοχώστου και οι δυτικοί σύμμαχοί μας σφυρίζουν κλέφτικα. Δεν είναι εύκολες οι θύρες, όταν η χρεία τες κουρταλεί, για να θυμηθούμε και τον ποιητή…
Η Πύλη του Βρανδεμβούργου, ακριβώς στο σύνορο μεταξύ Ανατολικού και Δυτικού Βερολίνου, η για είκοσι οκτώ χρόνια απροσπέλαστη και βλοσυρή, άνοιξε επιτέλους τις πόρτες της.
Και το κοινό μπαινοβγαίνει από τη μια στην άλλη πλευρά, από νοσταλγία για πρόσωπα και πράγματα αγαπημένα, απαγορευμένα για χρόνια από τον «επίγειο Θεό», όπως από τον Ουράνιο το δέντρο της Γνώσης στους Πρωτόπλαστους. Η Πύλη τώρα στέκει κι αυτή μέσα στα χρόνια, για να δηλώνει διαφορετικά κεφάλαια της ιστορίας με τελευταίο την επανένωση της Γερμανίας.
Ωστόσο η Πράσινη Γραμμή παραμένει στάζοντας σταλαγματιά σταλαγματιά τη χολή της στον διαιρεμένο λαό της Κύπρου. Ισως κάποτε, υπό την απειλή της δαμόκλειας σπάθης, λυθεί ο γόρδιος δεσμός, όπως έχουν καταντήσει το Κυπριακό με τους χειρισμούς τους πολιτικοί, που πάνω απ’ το κοινό βάζουν το δικό τους ατομικό συμφέρον.
ΥΓ. Με αφορμή τις εκδηλώσεις για τα εξήντα χρόνια από την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου και τα σαράντα εφτά της εισβολής και παράνομης κατοχής της Κύπρου.
