ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιερώνυμος Λύκαρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Να και μια διαφορετική φωνή του σκανδιναβικού αστυνομικού μυθιστoρήματος που κινείται έξω από τις ευπώλητες μανιέρες των πιο γνωστών αστέρων του και των μιμητών τους, με τη λίγο-πολύ προβλέψιμη δράση και κατάληξη.

Με «Το σκοτάδι» (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2020) ο Ισλανδός συγγραφέας Ράγκναρ Γιόνασον εγκαινίασε το 2015 την τριλογία της Μυστικής Ισλανδίας, με πρωταγωνίστρια την αντισυμβατική επιθεωρήτρια της αστυνομίας του Ρέικιαβικ, Χούλντα Χερμανσντότιρ. Σημαδιακό το όνομα. Hulda στα ισλανδικά σημαίνει «κρυφή γυναίκα», ενώ, σύμφωνα με το ισλανδικό σύστημα ονοματολογίας, το πρώτο συστατικό του επωνύμου της «Hermann» σημαίνει στρατιώτης, προσωνύμιο που δινόταν σε εγκαταλειμμένα παιδιά Βρετανών ή Αμερικανών στρατιωτών που υπηρετούσαν στις βάσεις της Ισλανδίας.

Μοναχοκόρη ανύπαντρης μητέρας με Αμερικανό στρατιώτη, μεγάλωσε με αίσθημα κατωτερότητας που την έκανε να κλείνεται στον εαυτό της από την εφηβεία της. Την πρωτογνωρίζουμε χήρα, να ζει μόνη της σε ένα μικρό, ερειπωμένο διαμέρισμα στο Ρέικιαβικ, με την οικογενειακή ζωή της να έχει σημαδευτεί από μια ανείπωτη τραγωδία: την αυτοκτονία της κόρης της στα δεκατρία της χρόνια.

Σε όλη της την καριέρα υπήρξε μια από τις πιο προικισμένες ντετέκτιβ της ανδροκρατούμενης αστυνομικής δύναμης του Ρέικιαβικ. Από χαρακτήρα και ιδιοσυγκρασία δεν μετείχε στις κλίκες που κανονίζουν το ασανσέρ της ιεραρχίας. Δούλευε τις υποθέσεις της με πείσμα και μεθοδικότητα, με βάση τις αρχές της παλιάς σχολής: με αργούς αλλά σταθερούς ρυθμούς, που πάντα κατέληγαν σε εγγυημένα αποτελέσματα.

Πώς ανταμείφθηκε η καριέρα της; Με τη μη προαγωγή της, η οποία ισοδυναμούσε με εξαναγκασμό σε πρόωρη συνταξιοδότηση, και την κατάληψη της θέσης από έναν νεότερο συνάδελφό της.

Πώς αντιδρά στην κατάφωρη αδικία; Τις δύο βδομάδες που απομένουν μέχρι να αναλάβει ο αντικαταστάτης της, αντί να ροκανίσει τον άχρηστο χρόνο, επιλέγει να σκαλίσει μια ανεξιχνίαστη υπόθεση: τον θάνατο μιας εικοσιεφτάχρονης Ρωσίδας μετανάστριας, η οποία είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Ισλανδία και λίγο πριν από την έγκρισή του το πτώμα της βρέθηκε υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες στα βράχια μιας ερημικής παραλίας.

Από το πρώτο ξεφύλλισμα του φακέλου η Χερμανσντότιρ πείθεται ότι δεν πρόκειται για αυτοκτονία, αλλά για δολοφονία που εμπεριέχει όλα τα συστατικά για να παραμείνει θαμμένη στο σκοτάδι: σύντομη ιατροδικαστική έκθεση, που αποδίδει βιαστικά τα τραύματα στο κεφάλι σε πτώση στα βράχια, πρόχειρη αστυνομική αναφορά με παράλειψη ή απόκρυψη κρίσιμων πληροφοριών και αναπάντητων ερωτημάτων.

Οπως και να το κάνουμε, στους «παραδείσους» υποδοχής των σύγχρονων μεταναστευτικών ρευμάτων μια τέτοια υπόθεση δεν γίνεται δραματοποιημένο ρεπορτάζ στις τηλεοπτικές ειδήσεις, ούτε σίριαλ στις εφημερίδες του κίτρινου Τύπου. Αντιθέτως, η γενικότερη αντιμεταναστευτική πολιτική των κυβερνήσεων είναι που υποβοηθά και συγκαλύπτει στους αστυνομικούς μηχανισμούς το επικίνδυνο σύμπλεγμα ανικανότητας, επιπολαιότητας και σκοπιμότητας, σε ένα αποκρουστικό μείγμα αμοραλισμού, που καταλήγει στην απαξίωση της ανθρώπινης ζωής και την ατιμωρησία. Εκτός κι αν βρεθεί ο ανθρώπινος καταλύτης. Αυτός που θα προκαλέσει μια νέα σύγκρουση της τύχης με την αναγκαιότητα, από την οποία θα βγουν στο φως στοιχεία που είχαν αγνοηθεί, είχαν παρερμηνευτεί ή είχαν ακόμα και συγκαλυφθεί, αλλά και νέες ενδείξεις που θα ανοίξουν τον φαινομενικά απροσπέλαστο δρόμο της εξιχνίασης.

Η απόφασή της να επιμείνει στην εξιχνίαση είναι η άλλη όψη της κατάφωρης αδικίας που υπέστη και η ίδια. Τη βλέπει ως την τελευταία της ευκαιρία ‒συνειδητά ή συνειρμικά δεν έχει σημασία‒ να αντιπαλέψει την αυτολύπηση και την ηττοπάθεια, να αντεπιτεθεί σιωπηρά και να φύγει με την επαγγελματική και ανθρώπινη πλευρά της αξιοπρέπειάς της αλώβητη. Η Χούλντα γνωρίζει ότι η ανακάλυψη του δολοφόνου δεν θα ξαναφέρει στη ζωή τη δολοφονημένη γυναίκα, αλλά θα αποκαταστήσει τουλάχιστον τη μνήμη της, ελπίζοντας ότι θα αναστηθεί έτσι και η δική της αισιοδοξία για τη ζωή και θα αντιμετωπίσει τη συναισθηματική μοναξιά και την κατάθλιψη, ακόμα και μέσα από μια νέα σχέση.

Στο μυθιστόρημα υπάρχουν εξαιρετικές σελίδες όπου αναπαρίσταται όλος ο αγχωτικός ζόφος που βιώνουν οι αιτούντες πολιτικό άσυλο, από την αβεβαιότητα της απόρριψης μέχρι τον φόβο της αναγκαστικής επιστροφής· ο έντιμος δικηγόρος που συμπάσχει με καθεμιά από τις ανθρώπινες ιστορίες τις ζυμωμένες με αίμα, πόνο και απελπισία, τις οποίες αναλαμβάνει· οι ανέντιμοι που βγάζουν μεροκάματο από την εκμετάλλευση της ελπίδας των απελπισμένων· άνθρωποι που φοβούνται να μιλήσουν για δικαιώματα γενικά και πολύ περισσότερο για την κατάφωρη καταπάτησή τους από τα όργανα της τάξης.

Κατά τη διάρκεια των αγωνιωδών προσπαθειών της στο ασφυκτικό όριο των δύο εβδομάδων, θα της προκύψει και ένα απρόσμενο εμπόδιο από τον χειρισμό της προτελευταίας υπόθεσής της: τη συγκάλυψη της αυτοδικίας μιας μητέρας, που χτύπησε θανάσιμα με το αυτοκίνητό της τον αποφυλακισθέντα παιδόφιλο ο οποίος κακοποίησε τον γιο της. Η Χούλντα ήξερε ότι παρανομούσε, αλλά το έκανε συνειδητά γιατί ήταν σίγουρη για ένα πράγμα: χωρίς αυτόν, ο κόσμος θα ήταν καλύτερος και ασφαλέστερος. Το βαθύτερο «γιατί» το μαθαίνουμε στο τέλος: Η αυτοκτονία της κόρης της οφείλεται στο ότι δεν άντεξε στις άρρωστες ορέξεις του πατέρα της. Για το ασήκωτο φορτίο ρίχνει το φταίξιμο και στον εαυτό της που δεν μίλησε όταν είδε τα πρώτα σημάδια, αλλά ούτε και μετά, όταν συνέβη το κακό. Φοβούμενη τις κακές γλώσσες αλλά και την αντιμετώπιση των δικών της ευθυνών, προτίμησε να βιώσει το πένθος στη σιωπή, με το μίσος για τον άντρα της να είναι το μόνο πράγμα που την κρατούσε ζωντανή.

Το πρωτότυπο εύρημα του Ράγκναρ Γιόνασον είναι ότι στην τριλογία του αφηγείται την προσωπική ζωή και τις ποινικές έρευνες της Χούλντα Χερμανσντότιρ αντιστρόφως χρονολογικά. Στο πρώτο μυθιστόρημα, «Το σκοτάδι», είναι 64 ετών, στο δεύτερο, «Το νησί», 50 ετών και στο τρίτο, «Η ομίχλη», 40 ετών.

Και στα τρία βιβλία η άγρια ομορφιά της φύσης του φιλήσυχου νησιού της Ισλανδίας, όπου οι άνθρωποι «σκοτώνουν εν βρασμώ» και οι κατά συρροήν ή ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης «είναι κάτι σχεδόν αδιανόητο», διαδραματίζει καθοριστικά τον ατμοσφαιρικό ρόλο της.

*Συγγραφέας. Το τελευταίο του μυθιστόρημα« Η εκδίκηση του Ναζωραίου» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη.