«Ναι, θέλουμε να πετάξει ο χαρταετός μας ψηλά, να κατακτήσει τον ουρανό, να συνοδέψει τα όνειρα και τις ελπίδες μας για ένα καλύτερο αύριο, χωρίς αποκλεισμούς, βία και καταστολή».
Παλιά, οι άνθρωποι του καθημερινού μόχθου ξεχύνονταν στις εξοχές της Αθήνας, στους Στύλους του Ολυμπίου Διός, στον λόφο του Φιλοπάππου και παρέες-παρέες έτρωγαν νηστίσιμα φαγητά, έπιναν και χόρευαν. Τα παιδιά με μάτια καρφωμένα στον ουρανό «αμόλαγαν καλούμπα» κι ο αετός –που τον έφτιαχναν μόνα τους– σκαρφάλωνε όλο και πιο ψηλά. Τα χέρια άναβαν, κόβονταν κάποιες φορές και μάτωναν από το τρίψιμο του σπάγκου.
Η προετοιμασία, η κατασκευή και το πέταγμα του χαρταετού είναι ένας ολόκληρος κόσμος και αποτυπώνεται σε μια σειρά από όρους και λέξεις: αμολάω, πετάω, φουσκώνω, καλούμπα, σπάγκος, τσουκλί, σκουλαρίκια, φανάρι, ξυραφάκι, φεγγάρι, αστέρι, παππάς, ζύγια, κλωνάρια, σαμάκια, κεφαλώνω, στέκει λαμπάδα, κάνω τούμπες, στέλνω τηλεγράφημα, κάνει μπάκα κτλ.

Αποφασίσαμε να κατασκευάσουμε τον χαρταετό μόνοι μας. Με τα μαγαζιά κλειστά και τον περιορισμό των μετακινήσεων αυτό το εγχείρημα ήταν πρόκληση. Πήγαμε με ποδήλατο στο Αλσος Συγγρού στην Κηφισιά, κόψαμε καλάμια και φτιάξαμε σαμάκια και τον σκελετό. Χρησιμοποιήσαμε μερικά από τα τελευταία και «επίκαιρα» εξώφυλλα της «Εφημερίδας των Συντακτών», σπάγκο, μέτρο, ζυμαρόκολλα, μολύβι, χαρτονάκι, κουρέλια, λίγο σύρμα και έτοιμος ο χαρταετός μας.
Πήγαμε πέρα από το συνηθισμένο, και αντί για εξάγωνο κατασκευάσαμε έναν μεγάλο οκτάγωνο χαρταετό.
Η ευχή μας; Να πετάνε πολύχρωμοι χαρταετοί στον ουρανό αντί για ελικόπτερα και drones.
