Με την πανδημία είδαμε τις πόλεις να ερημώνουν. Τις επιχειρήσεις να κλείνουν και τους εργαζόμενους να δουλεύουν από το σπίτι. Είδαμε τις πόλεις να αμφισβητούνται από τους κατοίκους τους και να εγκαταλείπονται για την ασφάλεια της υπαίθρου.
Από την άλλη πλευρά είδαμε και άλλες αλλαγές στις πόλεις. Είδαμε να κλείνουν δρόμοι ώστε να δοθεί περισσότερος χώρος στους πεζούς. Είδαμε το ποδήλατο να κερδίζει έδαφος και τον κόσμο να χρησιμοποιεί περισσότερο από ποτέ τον δημόσιο χώρο.
Σκέφτομαι λοιπόν μέσα στη πάροδο του χρόνου πόσες και πόσες προκλήσεις δεν αντιμετώπισαν οι πόλεις, πόσες διαμάχες αλλά και πόσες τεράστιες αλλαγές.
Κάποια στιγμή και τα αποτελέσματα αυτού του κλεισίματος θα αναλυθούν από τους πολεοδόμους, ώστε να μπορέσουμε να αξιολογήσουμε το μέλλον των πόλεων μας, αφού όσο και να επιδιώκουμε στις δύσκολες στιγμές να τις εγκαταλείψουμε, είναι στη φύση μας να είμαστε κοντά ο ένας στον άλλο.
Να σκεφτόμαστε και να αποφασίζουμε συλλογικά για τα επόμενα βήματά μας. Για τα βήματα που θα μας οδηγήσουν στο μέλλον.
Ομως για να δημιουργήσεις το μέλλον πρέπει να γνωρίζεις καλά το παρελθόν. Και ποιος μπορεί να ανασύρει καλύτερα τις μνήμες του παρελθόντος των πόλεων από τον αρχιτέκτονα και πολεοδόμο Σταύρο Τσέτση;
Από τον άνθρωπο που πριν από την πανδημία έδινε διαλέξεις στα Πανεπιστήμια της Ευρώπης; Από τον μηχανικό με την τεράστια εμπειρία στο πεδίο; Από τον συγγραφέα 18 επιστημονικών βιβλίων;
Ανατρέχω λοιπόν στον τόμο «Μνήμη και Αστικό Φαινόμενο» των εκδόσεων «Μίλητος». Ενα συλλογικό έργο 51 προσωπικοτήτων από τον χώρο των πολεοδόμων, χωροτακτών, αρχιτεκτόνων, συγκοινωνιολόγων, καλλιτεχνών, περιβαλλοντολόγων, πανεπιστημιακών και πολιτικών, από δέκα ευρωπαϊκές χώρες.
Ενα επιστημονικό εγχειρίδιο που εξετάζει το παρελθόν και διερευνά το μέλλον των ευρωπαϊκών πόλεων, «των πόλεων που γεννήθηκαν, δοκιμάστηκαν και συγκρούστηκαν οι πανανθρώπινες αξίες» όπως λέει ο Σταύρος Χρ. Τσέτσης, που επιμελήθηκε αυτό το πολύτιμο βιβλίο.
Γιατί η μνήμη;
«Οταν αγνοείται το παρελθόν, δεν κατανοείται το παρόν, όταν χάνεται η μνήμη, η πόλη -όπως κάθε ανθρώπινο ον- οδηγείται σε σύγχυση, δεν καταφέρνει να προγραμματίσει το παρόν, πόσο μάλλον το μέλλον», αναφέρει ο καθηγητής και αρχιτέκτονας Πιερ Λουίτζι Τσερβελάτι, στην πρώτη ενότητα του πολυτελούς τόμου που αφορά την «Ιστορική πόλη σε έναν οικουμενοποιημένο κόσμο».
Συνειδητοποιώ το μεγάλο πρόβλημα αλλά και την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές πόλεις που δεν «συνομιλούν» με το παρελθόν τους. Που γύρισαν την πλάτη τους στην Ιστορία τους.
«Η Ιστορία των πόλεων και των πολιτισμών καταδεικνύει το γεγονός ότι οι ανθρώπινες κοινότητες που επέδειξαν αντοχή στο πέρασμα του χρόνου είναι εκείνες που κατάφεραν να πετύχουν μια ισχυρή συνέχεια μεταξύ των διαδοχικών εξελικτικών τους φάσεων» γράφει ο αρχιτέκτων-καθηγητής Αλέξανδρος Τριποδάκης στο κείμενο του για την απώλεια της συλλογικής μνήμης και του αέναου κύκλου παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος.
Αντίθετα οι πόλεις που κατάφεραν να διατηρήσουν αυτό τον κύκλο, εξασφάλισαν συνέχεια μέσα στον χρόνο, ανταποκρίθηκαν στο εκάστοτε παρόν και προετοίμασαν το μέλλον τους.
Για τις δυσανάγνωστες μνήμες της Αθήνας που δεν κατάφερε να διαφυλάξει την ταυτότητά της γράφει μεταξύ άλλων ο συγκοινωνιολόγος – πολεοδόμος και καθηγητής του ΕΜΠ, Θάνος Βλαστός. «Ποιήματα» πάντα τα κείμενα του καθηγητή Θάνου Βλαστού, βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει πως διεκόπη βίαια η πολιτισμική συνέχεια της πόλης. Πώς η Αθήνα «ξερίζωσε» από την καρδιά της την τουρκική και βυζαντινή περίοδο αλλά και την κλασική αρχαιότητα, οικοδομώντας το ψεύτικο σκηνικό του νεοκλασικισμού.
«Είναι γεγονός ότι ευθύνονται οι Βαυαροί πολεοδόμοι οι οποίοι, επιχειρώντας να οικοδομήσουν μια νεοκλασική πόλη πάνω στην Αθήνα της τουρκικής και βυζαντινής περιόδου, περιέπλεξαν την κατάσταση.
Ωστόσο, πολύ μεγαλύτερη ευθύνη φέρουν οι κάτοικοι που, όταν έφυγαν οι Βαυαροί, θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν τη ζημιά, εφαρμόζοντας πολιτικές ανάλογες με αυτές που εφαρμόζονται χρόνια τώρα στην Ευρώπη και να σώσουν τα κτίσματα της τουρκικής και βυζαντινής περιόδου. Δεν το έκαναν».
Διερωτάται λοιπόν κάποιος, γιατί σήμερα -με τόση γνώση για όσα συνέβησαν στην πολύπαθη πρωτεύουσα- το υπουργείο Πολιτισμού επιμένει να διαπράξει το έγκλημα της μεταφοράς των αρχαίων από τον σταθμό Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, σβήνοντας για πάντα τις βυζαντινές μνήμες της συμπρωτεύουσας;
Την απάντηση δίνει το κείμενο του ομότιμου καθηγητή του ΕΜΠ, Γεωργίου Μ. Σαρηγιάννη, για τη σημασία της ιστορικής μνήμης.
«Λαός ο οποίος χάνει τη μνήμη του είναι ευάλωτος σε κάθε χειραγώγηση. Και αυτό είναι γνωστό από χιλιετίες, καθώς ο κάθε κατακτητής από τα πρώτα που έκανε σε κάθε κατακτημένη χώρα ήταν να εξαφανίσει την ιστορική μνήμη και την ιστορική συνείδηση». Ωστόσο ο καθηγητής εφιστά την προσοχή ότι η ιστορική μνήμη «είναι ένα νόμισμα με δυο όψεις» και πολλές φορές πλαστογραφείται από αυταρχικά καθεστώτα για τη «δικαίωσή» τους.
«Ας θυμηθούμε τη μεταξική δικτατορία, την εμφυλιοπολεμική και μετεμφυλιοπολεμική εποχή, την εποχή των συνταγματαρχών. Χωρίς να παραγνωρίζουμε τη γελοιοποίηση, στην οποία συνήθως καταλήγουν αυτές οι διαδικασίες, με την kitch μορφή που παίρνουν, όπως οι μουσολινικές εορτές ή οι γιορτές στο Παναθηναϊκό Στάδιο του Μεταξά και της χούντας και της “Ολυμπιάδας του 2004”, όμως, από την άλλη πλευρά, δυστυχώς έχουμε βαριές και βαρύτατες συνέπειες κάτω από το προσωπείο της εθνικής μνήμης και της εθνικής Ιστορίας» γράφει ο καθηγητής Σαρηγιάννης.
Πώς αποκαθίσταται η μνήμη της πόλης;
Οι πόλεις δεν είναι ένα άμορφο συνονθύλευμα ανθρώπων, κτιρίων, αυτοκινήτων και δραστηριοτήτων. Είναι ένα αυτόνομο σύστημα παραγωγής πολιτισμού με λειτουργικά χαρακτηριστικά που πρέπει να είναι αρμονικά συνδεδεμένα με το παρελθόν τους ώστε να μπορούν να αφομοιώσουν τις θετικές επιδράσεις και να απορρίψουν τις αρνητικές για να μπορούν να έχουν μέλλον και να είναι βιώσιμες.
Η δρ Μαρία Καραμανώφ, αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρόεδρος του Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος και Βιωσιμότητας, προσεγγίζει την πόλη ως ένα σύστημα μεγάλης κλίμακας, όπου η διατήρηση των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι επιβεβλημένη, όχι μόνο για λόγους ιστορικούς ή αισθητικούς αλλά και για λόγους που συνδέονται με την επιβίωση της.
«Στην αγωνία πολλών για τη διατήρηση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας της κάθε πόλης αντιτάσσεται η ανάγκη για άμεση προσαρμογή στις σύγχρονες συνθήκες ζωής και ιδιαίτερα στις απαιτήσεις της οικονομικής κρίσης. Αραγε η μελαγχολία που μας καταλαμβάνει κάθε φορά που βλέπουμε τα ίχνη του πολιτιστικού μας παρελθόντος να σβήνουν το ένα μετά το άλλο υποδηλώνει μια ανώριμη προσκόλληση στο παρελθόν; Ή μήπως έχει βαθύτερα αίτια έστω και μη συνειδητά;»
Η κ. Καραμανώφ ιεραρχεί το εν λόγω σύστημα μεγάλης κλίμακας σε επτά υποσυστήματα που είναι αναγκαία για την επιβίωση της πόλης. Πρώτο στην κατάταξη, το σύστημα αξιών που πρέπει να διαθέτει η πόλη για τον γενικό και μακροπρόθεσμο προσανατολισμό της. Είναι οι αξίες εκείνες πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η Ευρώπη, όπως γράφει ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Αντόνιο Ταγιάνι, που προλογίζει το βιβλίο.
Μετά έρχεται το γνωσιολογικό, που είναι το σύστημα συλλογής, αποθήκευσης, επεξεργασίας και μετάδοσης της γνώσης που χρειάζεται η πόλη για να πορευτεί προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Ακολουθεί το σύστημα κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης και έπεται το σύστημα ελέγχου. Δηλαδή, το κυβερνητικό σχήμα που συντονίζει τα υπόλοιπα υποσυστήματα.
Ακολουθεί το σύστημα επιστασίας του φυσικού περιβάλλοντος, για την εξασφάλιση και διαχείριση των υλικών πόρων που απαιτούνται για την επιβίωση των μελών του και για τη λειτουργία των θεσμών του και στη συνέχεια το σύστημα πρωτογενών ομάδων, για να διατηρούνται οι συγγενικοί δεσμοί που στη συνέχεια -καθ’ ομοίωσίν τους- δημιουργούνται και οι εθνικοί και τοπικοί δεσμοί.
Τέλος, το σύστημα προσωπικότητας, μέσω του οποίου ο κάθε άνθρωπος αναπτύσσει τις προσωπικές του δεξιότητες, συμβάλλει δυναμικά στην εξέλιξη των υπολοίπων υποσυστημάτων, ενώ παράλληλα προσδιορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του έναντι της κοινωνίας.
Ωστόσο, «όπως η ίδια η έννοια της μνήμης και η πρόσληψή της στη στοχαστική θεώρηση των διαφόρων εποχών αποκλίνει, δεν είναι παράδοξο να διαφέρουν οι προσεγγίσεις αποκατάστασής της, και αυτή του χώρου στις διάφορες εκφράσεις της» θα μου πει ο Σταύρος Τσέτσης, για τις διαφορετικές παρεμβάσεις αποκατάστασης των ευρωπαϊκών πόλεων, με την πόλη των πόλεων, τη Βαρκελώνη, να εξακολουθεί να διδάσκει.
Ο υπεύθυνος του Δήμου Ζάουμε Μπαρνάντα, στο κείμενό του τονίζει ότι η πόλη του παρελθόντος διατηρείται, προστατεύεται, συντηρείται, αναδεικνύεται, εντασσόμενη ως οργανικός ιστός του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος. Η κοινωνική διατήρηση αποτελεί και εδώ κρίσιμο στοίχημα κάθε παρέμβασης.
Οικουμενοποίηση – εμπορευματοποίηση – ατομικισμός
Στον «κύκλο της κόλασης», όπως τον όρισε ο Γάλλος διανοητής Σερζ Λατούς, αναφέρεται ο Πιερ Λουίτζι Τσερβελάτι, για να δείξει ότι τα κέντρα των πόλεων δεν βιώνονται αλλά καταναλώνονται στον εμπορευματοποιημένο κόσμο μας που δημιουργεί καταναλωτές και επαναλαμβανόμενες διαφημιζόμενες υπηρεσίες για να τις καταναλώσουν οι αδηφάγοι καταναλωτές.
«Το παραμύθι της παγκοσμιοποίησης δεν δημιούργησε έναν καλύτερο κόσμο αλλά ένα μοναδικό κόσμο, στον οποίο εκτυλίχθηκε το πέρασμα από μια κοινωνία αγορών σε μια κοινωνία αγοράς, όπου όλα έγιναν εμπόρευμα».
Ο Ιταλός αρχιτέκτονας είναι κατηγορηματικός: «Iστορική πόλη και όχι πλέον εμπορικά κέντρα. Πόλη πιο κατοικημένη, όλο και περισσότερο βιωμένη, και λιγότερο αντικείμενο κατανάλωσης» γράφει και δίνει το παράδειγμα της Βενετίας που με το «να μην παραμένει πιστή στην ταυτότητα της πόλης των νερών, καταστρέφοντας κανάλια, συρρικνώνοντας την επιφάνεια της λιμνοθάλασσας, εκδιώκοντας τους κατοίκους για να δοθεί χώρος στα ξενοδοχεία και στις μπουτίκ, χάνει χρόνο με τον χρόνο την ταυτότητά της, ενώ αυξάνεται η υποβάθμισή της».
«Σε αυτή τη τουριστική “επέλαση”, απάντηση αποτελεί μια ολοκληρωμένη, ενεργή αστική πολιτική διατήρησης, βασισμένη στη γνώση και στις κατάλληλες χρήσεις, αυτές που ενισχύουν την καθημερινή ζωή, με ευαισθησία και δημιουργικότητα.
Με πρώτους αποδέκτες τους κατοίκους» μου λέει ο Σταύρος Τσέτσης και με παραπέμπει στη σχεδιαστική εμπειρία της παράκτιας ζώνης του Αμάλφι στο Σαλέρνο της Ιταλίας, που περιέχεται στον τόμο.
Στην επικρατούσα ελληνική νοοτροπία για τη θεοποίηση της ατομικής ιδιοκτησίας εις βάρος του δημοσίου συμφέροντος αναφέρεται ο Γιώργος Σαρηγιάννης με την κατεδάφιση κτιρίων που «έγραψαν Ιστορία» στον βωμό της άμετρης οικοδόμησης.
Ωστόσο, όπως διευκρινίζει ο καθηγητής, μετά την επιβολή των μνημονίων «η θεσμική και νομική πριμοδότηση που δινόταν σε μικρομεσαία κεφάλαια σε μια ακμάζουσα μικροαστική τάξη […] τώρα είναι σαφώς υπέρ της ενίσχυσης των μεγάλων και πολύ μεγάλων κεφαλαίων, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται την καταστροφή της μικροαστικής τάξης που η ίδια η κρατική πολιτική δημιούργησε και ευνόησε».
Οι μνήμες του μέλλοντος
Δημοκρατία σε κρίση, οικονομία σε κρίση, κλίμα σε κρίση, κοινωνία σε κρίση. Σε αυτές τις πολλαπλές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας ήρθε να προστεθεί και η υγειονομική κρίση. Ποιο θα είναι άραγε το αποτύπωμα της εποχής μας στην αστική μνήμη του μέλλοντος;
Η δρ Πολεοδομίας και στέλεχος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Βούλα Μέγα, με το κείμενο της κάνει μια περιήγηση στα μελλοντικά τοπία της αστικής μνήμης. «Η αναγέννηση των πόλεων, ως χώρων παιδείας, πολιτισμού και άσκησης δικαιωμάτων και καθηκόντων του πολίτη, βρίσκεται στον πυρήνα της αειφορίας» γράφει, κάνοντας σαφές ότι οι πανανθρώπινες αξίες μπορεί να δοκιμάζονται μέσα στο χρόνο αλλά δεν λησμονούνται ποτέ.
«Αναμετριούνται με το πανάρχαιο μάθημα της αρετής και του λόγου» λέει ο Σταύρος Τσέτσης και μας παραπέμπει στις θεωρητικές συλλήψεις και τις πολεοδομικές υλοποιήσεις του Ιππόδαμου του Μιλήσιου.
Οταν λοιπόν οι βασικές δομές που εξασφαλίζουν τη διαβίωση των ανθρώπων βρίσκονται μπροστά στον κίνδυνο της κατάρρευσης, τότε οι κοινωνίες προκειμένου να σταθούν στα πόδια τους ανασύρουν αυτές τις αξίες.
Ανασύρουν τις μνήμες. Αυτό κάνουμε και σήμερα. Επειτα από την εμπειρία του εγκλεισμού ζητάμε να ζούμε πιο ελεύθερα. Θέλουμε την πόλη καταφύγιο, αλλά όχι φυλακή. Επιθυμούμε τους συμπολίτες μας, τις παρέες μας, την κοινωνικότητά μας.
Αναζητούμε μια πόλη που να μας εμπνέει. Αναζητούμε την αστική εμπειρία σε πόλεις ανθρώπινες με λιγότερα αυτοκίνητα και περισσότερους πεζούς. Θέλουμε να πατάμε στα ίχνη που άφησαν οι πρόγονοι μας και να κοιτάμε προς το ευρωπαϊκό μέλλον μας.
Εν κατακλείδι, θέλουμε η πόλη να είναι όπως την περιγράφει ο Σταύρος Τσέτσης, «ο γενέθλιος τόπος των αξιών που διαμόρφωσαν την Ευρώπη και έγιναν κτήμα του δημοκρατικού αισθήματος των λαών της».
