ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια νέα κοπέλα, ολοκληρώνοντας τις σπουδές της στο Πάντειο, αρχίζει να διεκδικεί το παιδικό της όνειρο. Ενας μεσήλικας δεν διεκδικεί καμία αλλαγή στη ζωή του, έως ότου η ίδια η ζωή τον ωθήσει στην αλλαγή. Μια κοινωνιολόγος που γίνεται σκηνοθέτρια, δημιουργώντας τους δικούς της ήρωες. Ενας ράφτης που επανεφευρίσκει την τέχνη του και γίνεται ο ήρωάς της.

Το πώς μπλέκονται των ανθρώπων οι ζωές όχι μόνο το ξέρει καλά η ίδια, αλλά το ζωντανεύει και μέσα από τον φακό της. Η Σόνια Λίζα Κέντερμαν είναι μια νέα Ελληνίδα σκηνοθέτρια (το γερμανικό επώνυμό της είναι από τη μεριά του πατέρα της), της οποίας η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία, ο «Ράφτης», έκανε παγκόσμια πρεμιέρα μόλις χθες, στο κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Ταλίν (Tallinn Black Nights), έχει πάρει ήδη διανομή σε πολλές χώρες και αύριο Κυριακή για 24 ώρες είναι διαθέσιμη οnline σε πρώτη προβολή στην Ελλάδα μέσω του 61ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που συνεχίζεται με δωρεάν διαδικτυακές προβολές.

«Εγινα σκηνοθέτρια γιατί διάβαζα εφημερίδες!»

Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Δημήτρης Ημελλος (στον ρόλο του Ράφτη), Ταμίλα Κουλίεβα, Θανάσης Παπαγεωργίου, Στάθης Σταμουλακάτος, Δάφνη Μιχοπούλου. Το σενάριο έγραψε η σκηνοθέτρια μαζί με την Τρέισι Σάντερλαντ (επίσης σκηνοθέτρια, φίλη της από τη Σχολή Κινηματογράφου στο Λονδίνο) και η παραγωγή ανήκει σε τρεις χώρες: Ελλάδα, Βέλγιο και Γερμανία.

«Το σενάριο μας πήρε σχεδόν 6 χρόνια να ολοκληρωθεί» μας λέει η Σόνια γελώντας. «Βλέπεις, και εγώ και η Τρέισι μαθαίναμε γράφοντας, οπότε υπήρχαν περίοδοι που απογοητευόμασταν και σταματούσαμε. Οταν το σενάριο ολοκληρώθηκε, ξεκινήσαμε να ψάχνουμε παραγωγούς – μια διαδικασία χρονοβόρα αλλά κυρίως ψυχοφθόρα. Τελικά σταθήκαμε τυχερές, καθώς είναι τρεις χώρες συμπαραγωγοί».

Μπορεί να είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, που τώρα αρχίζει να προβάλλεται σε φεστιβάλ, ωστόσο «νομίζω την πάτησα» μας λέει. «Επαθα αυτό που παθαίνουν όλοι: με το που κάνεις την πρώτη σου ταινία, σκέφτεσαι αμέσως την επόμενη και την επόμενη! Ηδη έχουμε ολοκληρώσει το σενάριο για τη δεύτερη και ακόμα δεν έχω χαρεί καλά καλά την πρώτη!».

Η ίδια έχει κάνει δύο μικρού μήκους, τα «Θραύσματα» και τη «Νικολέτα», και φυσικά δεκάδες στη σχολή της στο Λονδίνο: «Οι πρώτες μου σπουδές ήταν στο Πάντειο, καθώς τότε δεν υπήρχε ακόμη η Σχολή Κινηματογράφου στο ΑΠΘ» απαντά, γυρίζοντας πίσω, στην αρχή. «Μου άρεσε η Κοινωνιολογία πολύ. Ωστόσο από μικρή ήθελα να γίνω σκηνοθέτρια. Στο σπίτι έμπαιναν εφημερίδες και διάβαζα από την εφηβεία μου. Διάβαζα τις κριτικές κινηματογράφου και με γοήτευαν. Επίσης έπαιρνα το περιοδικό “Σινεμά” που έδινε ταινίες και έτσι έβλεπα Κισλόφσκι και Αγγελόπουλο και και και…». «Μετά το Πάντειο, πήγα στη Σχολή Σταυράκου. Τότε ήταν τα χρόνια της αθωότητας – έτσι τα λέω! Τότε κάναμε ό,τι τρελαμάρα μάς ερχόταν στο μυαλό – αυτό ήταν το ωραίο. Κάναμε δηλαδή πράγματα χωρίς ντροπή. Είναι μια περίοδος που περνάς νομίζοντας ότι θα εφεύρεις καινούργιες φόρμες και ότι δεν υπάρχουν κανόνες και ότι θα κάνεις πολύ φορμαλιστικά πράγματα τα οποία παράλληλα θα είναι τρομερά σπουδαία και έξυπνα – που, όμως, δεν είναι ποτέ! Ούτε σπουδαία είναι ούτε έξυπνα, ούτε επικοινωνούν με κάποιον ούτε αρέσουν σε κανέναν. Τέτοια κάναμε τότε, αλλά έμαθα πολλά μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία, που ίσως αλλιώς δεν θα τα μάθαινα ποτέ». «Με τα “Θραύσματα” πέρασα στο London’s Film School, όπου έκανα το μάστερ μου» συνεχίζει. «Εκεί πια τελείωσε η αθωότητα και ξεκίνησε το στρες. Ηταν πολύ αυστηρή σχολή, πολύ απαιτητική και ανταγωνιστική. Εκεί κατάλαβα τι σημαίνει αφηγηματικό σινεμά και ότι αυτό είναι η βάση των πάντων. Ηταν μια σχολή που με κανέναν τρόπο δεν σου άφηνε περιθώριο να θεωρήσεις τον εαυτό σου υπεράνω των κανόνων, αν δεν το αποδείκνυες. Οπότε αν εμείς πηγαίναμε να κάνουμε κάτι που θεωρούσαμε avant garde και δεν λειτουργούσε, μας έκοβαν τον αέρα. Αυτό ήταν καλό για μένα, γιατί κατάλαβα πόσο δύσκολο είναι να γράψεις ένα σενάριο που να επικοινωνεί με διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικές χώρες και πως αν το έργο σου δεν “επικοινωνεί” δεν σημαίνει ότι είναι έξυπνο. Σημαίνει απλά ότι δεν λειτουργεί».

«Εγινα σκηνοθέτρια γιατί διάβαζα εφημερίδες!»

Ο «Ράφτης» της και «επικοινωνεί» και «λειτουργεί» και, το σημαντικότερο ίσως, μας δίνει μια πολύ απτή εναλλακτική για ένα διαφορετικό παρόν. Ενας άνδρας γύρω στα 50, εν μέσω κρίσης, ενώ κάνει ήδη ένα επάγγελμα που είναι σε κρίση (είναι ράφτης), αναγκάζεται να επανεφεύρει και τη ζωή και την τέχνη του.

«Επιλέξαμε επίτηδες ένα χειρωνακτικό επάγγελμα και έναν μεσήλικα. Ακριβώς γιατί αφενός ζούμε σε μια εποχή που η νεότητα είναι η μόνη αποδεκτή περίοδος και αφετέρου όλα γίνονται μέσω μιας οθόνης. Πραγματικά όλα όμως: από τη διακυβέρνηση έως τον έρωτα. Οι περισσότεροι ζούμε μέσω μιας συσκευής. Ο ήρωάς μας, όμως, ως χειρώνακτας θα πρέπει να καταφέρει να επιβιώσει με τα χέρια του. Επανασυστήνει την προσωπικότητά του, εν μέσω μιας κρίσης που είναι εξωτερική και εσωτερική. Ωστόσο, δεν θυματοποιείται – κάτι που μπορεί να γίνει εύκολα και στο σινεμά και στην πραγματική ζωή. Ο χειρώνακτας δεν έχει άλλο τρόπο να φτιάξει τα πράγματα, εκτός από τα χέρια του. Ισως τελικά ακόμα και για να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου, πρέπει να ξέρεις να φτιάχνεις πράγματα. Να ξέρεις μια τέχνη – να γνωρίζεις το “δημιουργείν”» μας λέει, δίνοντάς μας ουσιαστικά τα «εργαλεία» όχι μόνο για έναν νέο οραματισμό του μέλλοντος αλλά και για μια διαφορετική πραγμάτωση του παρόντος.

«Αυτό το “δημιουργείν” που τόσο μάχονται πλέον οι κυβερνώντες» συνεχίζει. «Αυτό που συμβαίνει με τον πολιτισμό σήμερα στην Ελλάδα δεν συμβαίνει πουθενά στον κόσμο. Δεν ξέρω γιατί αυτή η πλήρης απαξίωση… Ο “Ράφτης” μάς προτείνει μία διέξοδο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι πολιτικές που υιοθετούνται δεν είναι πλήρως αδιέξοδες».


Η παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας έγινε χθες Παρασκευή στο Ταλίν. Στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα προβάλλεται διαδικτυακά για 24 ώρες, αύριο Κυριακή 15/11.