Σε αντιδιαστολή με το προαναφερθέν συμβάν της απόρριψης μπάζων στο ελατόδασος του Μαινάλου, ας δούμε μια δράση που διοργάνωσαν η κοινότητα και ο σύλλογος ενός μικρού ορεινού αρκαδικού χωριού, της Νυμφασίας, στον ορεινό όγκο του Μαινάλου, δράση που αναδεικνύει την κατανόηση πολλών ανθρώπων για την αναγκαιότητα επανασύνδεσής μας με τη φύση, αναψηλάφησης του άρρηκτου δεσμού των προηγούμενων γενεών με το φυσικό περιβάλλον του τόπου τους.
Μιλήσαμε με τον Γιάννη Παλούκο, πρόεδρο της κοινότητας Νυμφασίας, για τη δράση που σκοπό είχε τα νέα παιδιά του χωριού να κατανοήσουν τη σχέση των ανθρώπων του χωριού, των παππούδων τους, με το βουνό και τη φύση, για το πώς ο βιοπορισμός τους ήταν άμεσα εξαρτημένος από την ευρωστία του δάσους στο Μαίναλο, μέσα από τις εξιστορήσεις των γηραιότερων κατοίκων αλλά και μέσω βιωματικών δράσεων.
«Σήμερα κάναμε μια εκδρομούλα με τα παιδιά του χωριού μας και τους μεγάλους ανθρώπους -όσοι μπορούσαν να ακολουθήσουν-, με ξεναγό και αρχηγό της εκδρομής τον λυκειάρχη Βασίλη Σπανό, ο οποίος ανέλαβε να εξηγήσει στα παιδιά τον άγνωστο σε αυτά τρόπο ζωής, καθώς όλα ζουν σε αστικό περιβάλλον.
Ξεκινήσαμε από τη Νυμφασία πηγή (θέση Προσινίκος) που αναφέρεται στα “Αρκαδικά” του Παυσανία, μάθαμε την ιστορία της, για τις νύμφες που κατέβαιναν στην πηγή να λουστούν και τρέπονταν σε φυγή “πανικόβλητες*”, κυνηγημένες από τον τραγοπόδαρο θεό Πάνα (*προέρχεται από το όνομα του Πάνα) που τους έστηνε καρτέρι, συνεχίσαμε στο νταμάρι που οι περισσότεροι ντόπιοι αποκαλούν “Αμμο” και καταλήξαμε, πάντα πεζοπορώντας, στο εκκλησάκι του Αγίου Πέτρου. Μια διαδρομή περίπου δυόμισι ωρών.
Οντας στο νταμάρι, δώσαμε στα παιδιά πληροφορίες για τον ρόλο που διαδραμάτισε στην εξέλιξη του χωριού. Από αυτό προέρχονται τα υλικά για το 80% των κτισμάτων, των σπιτιών και των υποδομών της Νυμφασίας. Μάλιστα επειδή δόθηκαν υλικά σε πολλά ακόμη χωριά και δήμους, ακόμη και στη ΜΟΜΑ, κατασκευάστηκαν στο χωριό μας ανταποδοτικά έργα, όπως π.χ. το μεγαλύτερο κομμάτι ασφαλτόστρωσης του χωριού μας. Μιλήσαμε φυσικά και για το πώς αποκαθίσταται το περιβάλλον σε έναν τέτοιο χώρο όταν αυτός εγκαταλείπεται.
Αναφερθήκαμε στην οικονομία του χωριού που εκτός από την κτηνοτροφία βασιζόταν και στην υλοτομία, για εξασφαλίσουν τα απαραίτητα για τη θέρμανση των σπιτιών τους αλλά και για ξύλευση. Σε επόμενες δράσεις σχεδιάζουμε να δείξουμε στα παιδιά πώς οι πατεράδες, οι παππούδες μας, με τα τότε εργαλεία που είχαν, έκοβαν, μετρούσαν, καθάριζαν και έσχιζαν τα δέντρα».
Στη συζήτηση μπαίνει και ο εκπαιδευτικός Βασίλης Σπανός, διευθυντής του Λυκείου Καλαβρύτων. «Οταν συμβαίνει κάποια φυσική καταστροφή ακούμε συχνά ή διαβάζουμε σε δημοσιεύματα ότι “η φύση εκδικείται”. Αυτό όχι μόνο δεν ευσταθεί, αλλά δημιουργεί και άσχημη εικόνα στο μυαλό των ανθρώπων. Η φύση δεν εκδικείται, η φύση αμύνεται στην παρέμβαση του ανθρώπου, άρα αυτό που πρέπει να αλλάξει, είναι η ανθρώπινη παρέμβαση», καταθέτει.
«Σκοπός των δράσεων που έγιναν αλλά και που πρόκειται να συνεχίσουν και να διευρυνθούν θεματολογικά, είναι τα παιδιά να μάθουν τι ακριβώς υπάρχει στον τόπο όπου έρχονται για διακοπές.
Το βουνό του Μαινάλου βιοπόριζε και βιοπορίζει ακόμη όχι μόνο το χωριό μας αλλά και την ευρύτερη περιοχή, είναι ένα φυσικό περιβάλλον που χρήζει της προστασίας μας, ειδικά σήμερα που βιώνουμε έντονα φυσικά φαινόμενα και φυσικές καταστροφές.
Η πρώτη μας εκπαιδευτική εξόρμηση στο βουνό είχε να κάνει με την αντίληψη των πέντε αισθήσεων του ανθρώπου στο φυσικό περιβάλλον. Επειδή η εξέλιξη της τεχνολογίας μάς οδηγεί στο να αξιοποιούμε κάποιες αισθήσεις περισσότερο και κάποιες άλλες να τις απαξιώνουμε, κι αυτό είναι ένα λάθος που αλλάζει τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας γενικότερα -όχι μόνο το φυσικό-, προσπαθήσαμε να δείξουμε στα παιδιά πώς μπορούμε να προσεγγίζουμε και να “βλέπουμε” καλύτερα με τα μάτια όλων των αισθήσεών μας αυτό που υπάρχει γύρω μας.
Δεν μπορείς να κατανοήσεις αν δεν δεις, αν δεν βιώσεις, αν δεν έχεις δηλαδή την αντίστοιχη βιωματική εμπειρία. Και είναι κάτι που δυστυχώς δεν διδάσκεται στα σχολεία μας, παρά μόνο αποσπασματικά σε κάποια περιβαλλοντικά προγράμματα σε όποια σχολεία αυτά γίνονται, σε κάποια Κέντρα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης ή σε δραστηριότητες κάποιων φορέων.
Χωρίστηκαν λοιπόν τα παιδιά σε πέντε ομάδες, όσες και οι αισθήσεις, και κάναμε δραστηριότητες, όπως π.χ. για το πώς βλέπει το μάτι των ανθρώπων τον ορίζοντα, πώς μπορούμε να εστιάζουμε σε αυτό που βλέπουμε και όχι απλά να το βλέπουμε και να το ξεχνάμε, πώς βλέπει ένας σκύλος ή ένα φίδι τον περιβάλλοντα χώρο.
Κατόπιν τα παιδιά κάλυψαν με μαντίλια τα μάτια τους για να απενεργοποιήσουμε την όραση ώστε να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν την αφή, την όσφρηση, τη γεύση. Δοκίμασαν κάποια προϊόντα που είχαμε μαζί μας (τραχανά, λαχανικά, ζάχαρη κ.ά.), ακόμη και “μελά” που κόψαμε από τα δέντρα».

«Ο πατέρας μου ανέβαινε πάνω στα έλατα, “γκρέμιζε” τον μελά (παρασιτικό φυτό), τον μάζευε και τον έδινε για τροφή στα ζώα», συμπληρώνει ο Γιάννης Παλούκος. «Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, δεν υπήρχαν οι ζωοτροφές που υπάρχουν σήμερα. Ετσι από τον Σεπτέμβρη κι έπειτα που ήταν έτοιμοι οι καρποί για βρώση, πήγαιναν στο δάσος, έκοβαν τον μελά και τον έδιναν στα ζώα. Στο δάσος του Μαινάλου δραστηριοποιούνταν ακόμη λίγοι μελισσοκόμοι, σήμερα είναι πάρα πολλοί που φέρνουν τα μελίσσια τους εδώ».
Ο λόγος και πάλι στον Βασίλη Σπανό: «Επίσης, κατά τη διάρκεια της διαδρομής, τους ζητήθηκε να εντοπίσουν στοιχεία που οπτικά τους ερέθιζαν τη φαντασία. Λουλούδια, φωλιές πουλιών ή ζώων, μια τρύπα στο έδαφος. Παρατήρησαν το ριζικό σύστημα κάποιων δέντρων που είχε βγει στην επιφάνεια του εδάφους ενώ αυτά έστεκαν ακόμη όρθια, παρατήρησαν την ύπαρξη του μεγάλου ή μικρού αριθμού κουκουναριών πάνω στα έλατα, που οι ντόπιοι τα λένε ρούγκαβλα, και έγινε μια συζήτηση πάνω στη λαϊκή σοφία που διχογνωμεί και λέει ότι αν είναι πολλά τα κουκουνάρια ο επερχόμενος χειμώνας θα είναι βαρύς ή ότι όσο πιο πολλά κουκουνάρια στα έλατα τόσο καλύτερος ο χειμώνας.
Αυτό όμως που μου άρεσε πολύ ήταν όταν η μια ομάδα παιδιών, έπειτα από μια βόλτα μέσα στο δάσος, περιέγραψε πώς “είδε” με τα μάτια της ψυχής, τους παππούδες, τις αναβάσεις με τα μουλάρια, τις συζητήσεις, τα τραγούδια τους, το πώς δραστηριοποιούνταν μέσα στο βουνό.
Η επόμενη δράση που σχεδιάζουμε είναι άλλη μία διαδρομή σε σημασμένο μονοπάτι, συνδυάζοντας την άσκηση με την επίσκεψη σε σημαντικά μνημεία της περιοχής, όπως είναι π.χ. το γεφύρι της Τζαβάραινας, ένα από τα πιο σημαντικά γεφύρια της Ελλάδας. Περιμένω πληροφοριακό υλικό από έναν συνάδελφο, ιστορικό-αρχαιολόγο, που έχει κάνει μια σημαντική και σοβαρή δουλειά για τα γεφύρια όλης της Ελλάδας και ανάμεσα σε όλα και το δικό μας. Μπορούμε να πάμε στον παλιό νερόμυλο που πια στέκει εγκαταλελειμμένος, να πάμε και σε έναν νερόμυλο λειτουργούντα όμως να αλέσουμε σιτάρι, να δουν τα παιδιά, να ζυμώσουμε ψωμί, να το ψήσουμε σε ξυλόφουρνο και να το φάμε επί τόπου, να πάρουν μια γεύση και από την ποιμενική ζωή. Υπάρχουν πολλά που μπορούμε να κάνουμε για να προσεγγίσουμε λίγο το παρελθόν, το περιβάλλον».
