Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα τέλη Μαρτίου, ο Paul Daley έγραφε στον Guardian πως δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι μόνο με την πανδημία Covid-19 αλλά και με μια νέα επιδημία ψυχικών διαταραχών και γι’ αυτόν τον λόγο χρειαζόμαστε περισσότερο από ποτέ μια «σφιχτή κοινωνική αγκαλιά».

Λίγες εβδομάδες αργότερα, η αυτοκτονία του γιατρού της γαλλικής ομάδας Ρεμς, Μπερνάρ Γκονζάλες, ο οποίος είχε προσβληθεί από κορονοϊό, έκανε τον γύρο του κόσμου ως «παράπλευρη απώλεια» του Covid-19.

Πριν από λίγες ημέρες, η δόκτωρ Λόρα Μπριν, διευθύντρια στα επείγοντα του νοσοκομείου Presbyterian Allen, στην πρώτη γραμμή της μάχης ενάντια στον φονικό ιό, έβαλε τέλος στη ζωή της. Η Αμερικανίδα γιατρός είχε μολυνθεί από τον κορονοϊό, είχε αναρρώσει και είχε επιστρέψει στην εργασία της. Το νοσοκομείο την έστειλε πάλι στο σπίτι της δίχως, ωστόσο, να της παράσχει την απαραίτητη φροντίδα ψυχικής υγείας. Η ψυχική υγεία βρίσκεται, εξάλλου, παραδοσιακά πολύ χαμηλά στην πολιτική ατζέντα των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής. Τώρα, επί Ντόναλντ Τραμπ, περισσότερο από ποτέ, αν εξαιρέσουμε τη δεκαετία του 1970, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν, όταν το λουκέτο των ψυχιατρείων διαδέχτηκε η εγκατάλειψη ασθενών στους δρόμους αρκετών αμερικανικών πολιτειών, καθώς δεν υπήρχαν εναλλακτικές υπηρεσίες κοινοτικής ψυχικής υγείας για να τους περιθάλψουν.

Οπως δεν υπάρχουν σήμερα ούτε οι αναγκαίες κοινοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας για να ανακουφίσουν την ψυχική οδύνη του «πληθυσμού σε κρίση», έτσι ώστε να αποφευχθούν αυτοχειρίες και ανθρωποκτονίες. Και αυτό δεν αφορά μόνο τις ΗΠΑ, αλλά και αρκετά ευρωπαϊκά κράτη, μεταξύ των οποίων και η χώρα μας.

Η πρόσφατη ανασκόπηση των ψυχολογικών επιπτώσεων του υποχρεωτικού εγκλεισμού, που δημοσιεύτηκε στο Lancet Psychiatry, βασίστηκε κατά κύριο λόγο στον SARS και αφορά κυρίως τα άτομα που έχουν μπει σε καραντίνα επειδή ήρθαν σε επαφή ή επειδή βρέθηκαν θετικά στη μόλυνση. Στην πρώιμη φάση της επιδημίας Sars είχε διαπιστωθεί, λοιπόν, μια αύξηση ψυχιατρικών νοσημάτων όπως κρίσεις πανικού, επίμονες καταθλίψεις και παραληρηματικές ιδέες. Σε εκτενές άρθρο του Lancet Psychiatry θίγεται μάλιστα και η σύνδεση μεταξύ κορονοϊού και αυξημένου ρίσκου αυτοκτονιών, κρουσμάτων ενδοοικογενειακής βίας και τοξικοεξαρτήσεων.

Αυτό συμβαίνει γιατί ο επιβεβλημένος εγκλεισμός, ο φόβος της μόλυνσης, η ενοχή αναφορικά με τις επιπτώσεις της μετάδοσης και το άγχος του στίγματος λειτουργούν «διογκωτικά» στις όποιες ήδη υπάρχουσες ψυχικές διαταραχές ενώ παράλληλα εκμαιεύουν τις κυοφορούμενες.

Δεν έχει σημασία να ερευνήσουμε σε ποια κατηγορία ανήκε η Λόρα Μπριν. Ούτε υπάρχει λόγος να «ξαπλώσουμε» στο ψυχαναλυτικό ντιβάνι τη γιατρό που βρέθηκε από τη θέση του θεράποντος σε εκείνην του ασθενούς. Το ζητούμενο είναι να εντοπίσουμε τους τρόπους με τους οποίους επιδρά η υγειονομική κρίση πάνω στην ψυχική υγεία του υποκειμένου της ύστερης νεωτερικότητας που έχει μάθει να απολαμβάνει δίχως περιορισμούς. Και εν συνεχεία, να διερευνήσουμε τους τρόπους επούλωσης των τραυμάτων πάνω στον ανθρώπινο ψυχισμό.

Το ερώτημα, συνεπώς, που ανακύπτει αφορά το κατά πόσο είμαστε σε θέση ως πολιτεία να διαχειριστούμε τις «παρενέργειες» ενός ιού στην ψυχική υγεία του πληθυσμού. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους νοσούντες και τις οικογένειές τους, ούτε μόνο τους εργαζόμενους στην πρώτη γραμμή και τους κοινωνικά απομονωμένους συνανθρώπους μας, αλλά και όλους όσοι βιώνουν τις οικονομικές παρενέργειες της κρίσης Covid-19. Οι πανδημίες λειτουργούν άλλωστε ως καταλύτης για κοινωνικές αλλαγές.

Είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πως σε συνθήκες κρίσης –κοινωνικές, υγειονομικές, πολιτικές ή οικονομικές– έχουμε έξαρση ψυχωτικών επεισοδίων, αυτοτραυματισμών, επιθέσεων βίας και αναγκαστικών νοσηλειών – φαινόμενα που δίνουν τη σκυτάλη σε κοινωνικοπολιτικούς μετασχηματισμούς.

Αν ο κορονοϊός κατόρθωσε να εκσυγχρονίσει το ελληνικό κράτος λειτουργώντας ως ψηφιακός επιταχυντής και πλήττοντας την ελληνική γραφειοκρατία, γιατί τότε –σε ένα αισιόδοξο σενάριο– να μην καταφέρει να εκσυγχρονίσει τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας αναδεικνύοντας τις ανάγκες του μετανεωτερικού υποκειμένου και κλυδωνίζοντας το ψυχιατρικό κατεστημένο;

Η επίδραση του «ιού» πάνω στο κοινωνικό σώμα δεν σταματά, ως γνωστόν, με το τέλος της υγειονομικής κρίσης. Η μελέτη, που δημοσιεύτηκε στο Psychological Medicine, για το μετατραυματικό στρες των επιζώντων της Κίνας, κατέληγε πως θα πρέπει να υπάρχει μακροχρόνια φροντίδα ψυχικής υγείας σε όσους έχουν νοσήσει ή έχουν μπει σε καραντίνα. Το ίδιο ρίσκο διατρέχουν και όλοι όσοι εργάστηκαν στην πρώτη γραμμή εναντίον του κορονοϊου και έχουν εξαιρετικά αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες.

Το ερώτημα είναι κατά πόσο έχουμε ένα σύστημα υγείας ικανό να μεριμνήσει για τους ανθρώπους που πλήττονται ψυχικά από μια τέτοια κρίση· εάν υπάρχουν, δηλαδή, διεπιστημονικές ομάδες ψυχικής υγείας από τις αρμόδιες αρχές σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο, εάν έχουμε αναγνωρίσει την ανάγκη για διαπολιτισμική προσέγγιση για τους μειονοτικούς πληθυσμούς και εάν υπάρχει επάρκεια υπηρεσιών σε άτομα με σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Στον «επόμενο τόνο» το ερώτημα θα είναι εάν έχει προβλεφθεί σχέδιο για την «επόμενη ημέρα» των ψυχικά νοσούντων, κατά πόσο υπάρχει επαρκής ενημέρωση της κοινότητας που θα τους υποδεχτεί και εάν μπορεί να γίνει σύνδεση των ληπτών ψυχικής υγείας με την αγορά εργασίας.

Στην ελληνική ψυχιατρική πραγματικότητα όχι μόνο απουσιάζουν τα περισσότερα από τα παραπάνω, αλλά συνεχίζονται οι πρακτικές καταστολής και «περιστρεφόμενης πόρτας», δηλαδή οι ασθενείς έπειτα από σύντομη νοσηλεία λαμβάνουν εξιτήριο δίχως να έχουν εν συνεχεία την απαραίτητη μετανοσοκομειακή φροντίδα, με αποτέλεσμα να επιστρέφουν εκ νέου στο ψυχιατρείο ελλείψει άλλου υποστηρικτικού πλαισίου. Πρόκειται για το περίφημο «μετέωρο βήμα της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», η οποία δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στη χώρα μας. Ετσι, δεν υπάρχει εναλλακτική λογική στον εγκλεισμό, εκτός από ελάχιστα κέντρα ψυχικής υγείας, τα οποία είναι υποστελεχωμένα και υπολειτουργούν. Μάλλον ποτέ δεν υπήρξε.

Το πολλά υποσχόμενο Ψυχαργώς ξεκίνησε το 1999 και η αποασυλοποίηση το 2000. Οι ασυλικές πρακτικές, ωστόσο, δεν έπαψαν. Ούτε υπήρξαν ποτέ επαρκείς ενδιάμεσες δομές για τους αποασυλοποιημένους στην κοινότητα, ούτε προγράμματα ψυχοκοινωνικής υποστήριξης που θα επέτρεπαν σε όσους, κάποια στιγμή, νόσησαν, να επιστρέψουν στην κοινωνική ζωή.

Η ανάγκη μεταρρύθμισης του ψυχιατρικού συστήματος μοιάζει να είναι, λοιπόν, επιτακτική. Διότι η επίδραση της υγειονομικής κρίσης πάνω στην ψυχική υγεία θα αρχίσει να γίνεται πραγματικά ορατή όταν οι άνθρωποι δεν θα χάνουν πια τη ζωή τους εξαιτίας του ιού. Αλλά θα την αφαιρούν με τα ίδια τους τα χέρια.