Σε αυτό το κείμενο εκφράζονται σκέψεις για την ταινία του Αλφρεντ Χίτσκοκ «Τα πουλιά» (1963). Ελεύθερες σκέψεις καθώς κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πώς ξεδιάλυνε τα κρυφά νοήματα και πώς γνωρίζει στ’ αλήθεια τι σηματοδοτούν τα πουλιά, εκτός φυσικά από τον ίδιο τον μετρ του σασπένς.
Αν και τον τίτλο της πιο μυστηριώδους ταινίας του κατέχει το «Vertigo», νομίζω πως και εδώ ανακαλύπτει κανείς οπτικές λεπτομέρειες -σε κάθε θέαση όλο και περισσότερες!- που στοχεύουν απευθείας στο υποσυνείδητο, όπως θα συνέβαινε σε σποτ ιδιοφυούς διαφημιστή. Το τέλος τους, επίσης, αφήνει ανοιχτό ένα πεδίο ερμηνειών, χωρίς ασφαλώς η εύρεση αυτών να είναι απαραίτητη (μην το κατανοήσεις, νιώσε το!) και χωρίς αυτό να σημαίνει πως αν αντίθετα σε μια ταινία δίδεται «λύσις» δεν πρόκειται για αριστούργημα (βλέπε «Marnie»).
Στα thrillers, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι η αγωνία και μαέστρος αυτής αναμφισβήτητα ο Χίτσκοκ, τόσο στα ψυχολογικά δράματα όσο και στις κωμωδίες του. Σε ορισμένες ταινίες του όμως υφέρπει και ένα άλλο συναίσθημα, πολύ πιο βαθύ και εσωτερικό· ο φόβος, που είναι κάτι διαφορετικό από την αγωνία. Είναι ο υπαρξιακός φόβος, ο φόβος του θανάτου που προκαλεί την έξαψη (όπως thrill) και το ρίγος στο έργο του Χίτσκοκ.
Ποιος επιτίθεται;
Οταν η Μέλανι Ντάνιελς (Τίπι Χέντρεν) εμφανίζεται με το αυτοκίνητό της στην ήσυχη επαρχία του Bodega Bay, οι ρυθμοί της μικρής κοινότητας διαταράσσονται και οι επιθέσεις των πουλιών ξεκινούν. Η Μέλανι είναι μοντέρνα, εκλεπτυσμένη, ένα πρώην party-girl που απολαμβάνει την προσοχή των αντρών. Κυρίως όμως είναι θαρραλέα και διεκδικητική και τώρα έχει αποφασίσει πως θέλει τον Μιτς (Ροντ Τέιλορ).
Στο τολμηρό σχέδιό της, που πραγματώνει δίχως δισταγμό, ενυπάρχει μια βία. Κυριολεκτικά εισβάλλει στο σπίτι του Μιτς για να αφήσει εκεί τα lovebirds (αγαπόρνιθα / «πουλιά της αγάπης»), το δώρο που φέρνει μαζί της από το Σαν Φρανσίσκο για τη μικρή αδερφή του Κάθι (Βερόνικα Καρτράιτ).
Στον αντίποδα του δυναμισμού της Μέλανι έρχεται η δασκάλα Αννι (Σουζάν Πλεσέτ) που κάποτε είχε δεσμό με τον Μιτς και παραμένει ερωτευμένη μαζί του. Από την Αννι μαθαίνουμε πως ο Μιτς έχει διάφορες σχέσεις στη μεγαλούπολη αλλά περνάει τα Σαββατοκύριακα με την οικογένειά του και πως η μητέρα του Λίντια (Τζέσικα Τάντι) θέλει τον γιο της κοντά της από τότε που έχασε τον σύζυγό της.
Εχει λεχθεί πως τα πουλιά συμβολίζουν τη μάχη μεταξύ των γυναικών, μιας και στην αμερικανική αργκό η λέξη birds χρησιμοποιείται για τις νεαρές γυναίκες. Ισως όμως να πρόκειται για μια διαφορετική εσωτερική πάλη. Ισως η επίθεση των πουλιών να είναι τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον Μιτς. Η ανεξέλεγκτη θύελλα των αντικρουόμενων επιθυμιών του που πρέπει να διαχειριστεί.
Ο Μιτς είναι δικηγόρος του ποινικού δικαίου και στη σκηνή της γνωριμίας του με τη Μέλανι πληροφορούμαστε πως την είχε ξανασυναντήσει στο δικαστήριο, όπου εκείνη βρισκόταν συχνά ως κατηγορούμενη για διάφορες φάρσες. Στην ίδια σκηνή, στο κατάστημα με τα πτηνά, επαναιχμαλωτίζοντας το καναρίνι που εκείνη κατά λάθος ελευθέρωσε, λέει αστειευόμενος: «Πίσω στο χρυσό κλουβί σας, Μέλανι Ντάνιελς!»
Ο Χίτσκοκ επαναφέρει στο «Marnie» το μοτίβο του άντρα που προσπαθεί να τιθασεύσει τη γυναίκα με «παραβατική» συμπεριφορά. Ο Μιτς θέλει να θέσει υπό έλεγχο τη Μέλανι ώστε να μπορέσει να σχετιστεί μαζί της και σε μια επόμενη σκηνή δηλώνει με σιγουριά στη μητέρα του πως μπορεί να το κάνει.
Οταν συνειδητοποιεί πως όχι μόνο δεν μπορεί να τη χειριστεί, αλλά έχει αρχίσει να την ερωτεύεται, οι σταθερές του ανατρέπονται. Ισως τελικά ο μεγάλος σκηνοθέτης σε αυτή του την ταινία να φωτίζει περισσότερο τον ανδρικό ψυχισμό παρά τον γυναικείο.
Ενέργεια
Από τις γεωφυσικές και κλιματικές αλλαγές, την ίδια την κίνηση της Γης, των άστρων ή της Σελήνης, μπορεί να προκληθούν ακραία φυσικά φαινόμενα (σεισμοί, παλίρροιες). Με τον ίδιο τρόπο μια έντονη συναισθηματική αλλαγή, όπως η τρομερή μεταβολή από τη μοναξιά στον έρωτα, είναι ικανή να προκαλέσει έναν σεισμό.
Η έντονη σκέψη, η ευχή στον Θεό για τους πιστεύοντες και η ενέργεια προς το Σύμπαν για τους μη συνιστούν μια δύναμη ασύλληπτης ισχύος. Στα «Πουλιά», οι φόβοι των χαρακτήρων και οι επιθυμίες τους που συγκρούονται με αυτούς ενεργοποιούν δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τον ίδιο τον άνθρωπο, που συγκλονίζουν και απειλούν την ευάλωτη ύπαρξή του.
Στη διάρκεια της ταινίας τα πρόσωπα εκφράζουν παθιασμένα αυτά που θέλουν. Η Λίντια στην εξομολόγησή της στη Μέλανι λέει δυο φορές «Μακάρι να ήμουν πιο δυνατή!». Η Κάθι παρακαλάει τη Μέλανι να είναι στο πάρτι των γενεθλίων της και ο Μιτς της το ζητάει επίμονα αρκετές φορές παρόλο που εκείνη ισχυρίζεται πως πρέπει να επιστρέψει στην πόλη. Σε επόμενη σκηνή και η ίδια παραδέχεται στην Αννι πως θέλει να μείνει.
Μετά το πάρτι και την έφοδο των γλάρων, η συνήθης ροή των πραγμάτων θα έπρεπε κανονικά να επανέλθει, προς ευχαρίστηση της Λίντια που νιώθει να βάλλεται. Στο δείπνο δείχνει εμφανώς τη δυσαρέσκειά της που η Μέλανι βρίσκεται ακόμα εκεί, ενώ η Κάθι αυθόρμητα προτείνει να κοιμηθεί στο σπίτι τους λόγω των επιθέσεων.
Ο Μιτς και η Μέλανι πλέον αισθάνονται πολύ βαθιά πως θέλουν ο ένας τον άλλον· χωρίς να το εκφράσουν με λόγια, η επιθυμία τους να παραμείνουν μαζί διαχέεται παντού στο δωμάτιο. Και τότε ένας εξωτερικός (;) παράγοντας τους χαρίζει την ποθητή συνθήκη. Ενα σμήνος σπουργιτιών εισβάλλει ξαφνικά από το τζάκι σπέρνοντας τον πανικό και αναγκάζοντάς τους να αποκλειστούν μαζί.
Πάθος
Στην ταινία επικρατεί το πράσινο, το χρώμα της φύσης. Από το σύνολο της Μέλανι (δημιουργία της Εντιθ Χεντ, πιστής συνεργάτιδος του Χίτσκοκ) μέχρι τη σκιά των (πράσινων) ματιών της. Η μόνη έντονη χρωματική διαφορά επάνω της είναι τα λαμπερά, κατακόκκινα νύχια της. Στον καμβά του έργου συχνά υπάρχει αυτή η αντίθεση· μικροί κόκκινοι τόνοι πάνω στο πράσινο. Ακριβώς έτσι είναι και τα lovebirds, πράσινα με κόκκινο λαιμό.
Το πράσινο είναι παντού, στα τηλέφωνα, στα φορτηγά του Bodega Bay, στις κουρτίνες του diner αλλά και στο παντελόνι του Μιτς. Ακόμα και το σπίτι του Μιτς είναι ντυμένο σε πράσινους τόνους. Στον διάλογο με τη μητέρα του στην κουζίνα όμως, όπου εκείνη εκφράζει τις ενστάσεις της για τη Μέλανι, την προσοχή μας τραβούν ορισμένα κόκκινα σκεύη.
Οταν η Αννι ξεπροβοδίζει τη Μέλανι, στη σκηνή της πρώτης τους συνάντησης, στέκεται δίπλα στο γραμματοκιβώτιό της που έχει βαθύ κόκκινο χρώμα, το ίδιο χρώμα με τη ζακέτα που φοράει. Είναι σαν το αίσθημα της ζήλιας να πλημμυρίζει την οθόνη.
Στα «Πουλιά», αντιλαμβάνεται κανείς περισσότερα μέσω των αισθήσεων παρά μέσω της λογικής (στο σινεμά συνολικά πιθανώς). Η μουσική, που παίζει καθοριστικό ρόλο στη μέθεξη, εδώ δεν υπάρχει. Τον τρόμο της καταστροφής εντείνουν μονάχα οι ήχοι των πουλιών (που επιμελήθηκε φυσικά ο Μπέρναρντ Χέρμαν) και η αναμονή αυτών.
Η Μέλανι, που έφερε το ζεύγος των lovebirds, στην κορύφωση του έργου θα υποφέρει γι’ αυτό. Δέχεται την τελευταία άγρια επίθεση καταπάνω της και με λυγμούς σχεδόν ερωτικούς προφέρει το όνομα του Μιτς.
Εκείνη δεν έχει να αποδείξει τίποτε άλλο. Τώρα είναι η σειρά του Μιτς να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο που έχει περικυκλώσει το σπίτι, παρά τις αντιδράσεις της μητέρας του, γιατί το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να πάει τη Μέλανι στο νοσοκομείο.
Το τέλος της ταινίας θυμίζει αυτό του «Σιωπηλού μάρτυρα»· η Λίντια νιώθει πιο δυνατή καθώς η Μέλανι είναι αποδυναμωμένη, με επιδέσμους και ξεθωριασμένο το χρώμα των νυχιών της.
Ομως αυτή η δύναμη την κάνει στοργική απέναντί της και αρχίζει να βλέπει την ευαίσθητη πλευρά της που γοήτευσε και τον Μιτς, το κορίτσι που μεγάλωσε χωρίς μητέρα. Στο αυτοκίνητο δίπλα τους η Κάθι κρατά τα «πουλιά της αγάπης», τα μόνα που «δεν έβλαψαν κανέναν!».
