Το λεξικό ορίζει το πάθος ως «καθετί που παθαίνει κανείς, σωματική πάθηση, αρρώστια, βάσανο, περιπέτεια, μαρτύριο, ακατανίκητη επιθυμία, λαχτάρα». Ολα αυτά υπάρχουν στην ταινία του Γιάννη Οικονομίδη «Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς», αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: η λύτρωση από όλα αυτά, με τον γέλωτα. Κατ’ αρχάς, η λύτρωση του σκηνοθέτη, που τον «βλέπεις» σε κάποιες σκηνές να μην μπορεί να κρατήσει τα γέλια του πίσω από τον φακό, μαζί με τους ηθοποιούς του και το υπόλοιπο συνεργείο, και δεύτερον του θεατή, που εάν έμενε εκτεθειμένος στην τραχύτητα και στη διαβρωτικότητα των παθών, από τα οποία υποφέρουν οι χαρακτήρες της ταινίας, θα έφευγε λαβωμένος από την αίθουσα.
Εάν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα ένα Φαρ Ουέστ, όπου οι triggerhappy καουμπόηδες τραβάνε το σιδερικό τους για να υπερασπίσουν, με πυρωμένο μολύβι, τον ζωτικό τους χώρο, τότε αυτό είναι ασφαλώς στην επαρχία. Στην ενδοχώρα, στην κοιλιά της Ελλάδας. Αυτός ο τόπος είναι εκεί, ανάμεσα στ’ άπαρτα ψηλά βουνά και τον πυρωμένο κάμπο. Στους παράδρομους της Εθνικής, δίπλα στα λασπωμένα χοιροτροφεία, τις μάντρες οικοδομικών υλικών και τις μικρές βιομηχανίες. Στα ιερά τεμένη των παθών, στα μυθικά κωλάδικα, όπου συρρέουν αγροτοκτηνοτρόφοι για να προσκυνήσουν τις φίρμες του μικροφώνου, για να ζήσουν την έκσταση της υγρής μπόμπας στο ποτήρι και της σαρκώδους μπόμπας που τρίβεται στα γόνατά τους.
Εκεί, στους σκονισμένους, άναρχους, αλλοπρόσαλλους, σουρεαλιστικούς και βαθιά διεφθαρμένους Αγίους Τόπους της ελληνικής υπαίθρου, εκεί ενορχηστρώνει ο Γιάννης Οικονομίδης το κωμικοτραγικό του νεογουέστερν. Ή τη ροζ και μαύρη κωμωδία του, ό,τι προτιμάτε, με τη βιρτουοζιτέ ενός Ταραντίνο και το άγριο κέφι ενός Κουστουρίτσα, συνδυάζοντας την αστεία θεώρηση της βίας του ενός και το τσιρκολάνικο βαλκανικό ηχόχρωμα του άλλου. Και το κάνει άψογα ο σκηνοθέτης, με περίσκεψη, μ’ αγάπη και με κέφι, σαν ένας ικανός χειρουργός που βυθίζει το νυστέρι του στο φλεγμαίνον απόστημα, μουρμουρίζοντας συγχρόνως ένα λαϊκό σουξέ.
Τα πρόσωπα και η πλοκή; Α, όρεξη να ‘χετε να βλέπετε. Στιβαρός τραγουδιάρης (Βασίλης Μπισμπίκης), πάλαι ποτέ πρώτη φίρμα και νυν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου, μπλέκει με την όμορφη γυναίκα (Βίκυ Παπαδοπούλου) αυτοδημιούργητου βιομήχανου (Γιάννης Τσορτέκης), η οποία εγκαταλείπει τη συζυγική παστάδα συναποκομίζοντας και ένα ζεστό μύριο από την καβάτζα του αντρός της. Ως εδώ καλά, θα έλεγε κανείς, πλην όμως αμέσως σχεδόν μπαίνουν στην εξίσωση οι δύο εφέστιες θεότητες, οι δυο τρομερές μαμάδες των ερωτικών ανταγωνιστών.
Θα ξανάβλεπα, ή μάλλον θα ξαναδώ, την ταινία μόνο και μόνο για τις σκηνές που οι έξοχες Σοφία Κούνια και Βασιλική Καλλιμάνη κατακτούν εξ εφόδου την οθόνη ανταλλάσσοντας εξοντωτικά αστείες ατάκες με τους γιους τους. Πόσα λέει όλο αυτό για τη δεσπόζουσα θέση της μητέρας στη ζωή των Ελλήνων ανδρών δεν είναι ανάγκη να το υπογραμμίσω – λίγα να λέμε, πολλά να καταλαβαίνουμε. Σημειωτέον, και οι δύο κυρίες είναι ερασιτέχνισσες ηθοποιοί – πρώτη φορά βγαίνουν, τι βγαίνουν, εκρήγνυνται, στο πανί. Αυτές λοιπόν, σκύλες δαγκανιάρες ούσες, κεντρίζουν τους γιους τους να τελειώνουν με αυτή την ιστορία, πληρώνοντας φονιάδες για να κάνουν τη βρομοδουλειά, κι εδώ αρχίζει το χάος, εδώ μπαίνει ο άρχων του επαρχιακού υποκόσμου, ο Στάθης Σταμουλακάτος στον ρόλο του Γλάρου, σέρνοντας τον χορό ενός όχι εξαίσιου, αλλά μάλλον ενός απαίσιου θιάσου δολοφόνων, αιμοσταγών και γελοίων. Μεταξύ τους, ο προεξάρχων Βαγγέλης Μουρίκης, στον ρόλο του ευαίσθητου φονιά Ντίνου, είναι όντως μια icon του επαρχιακού περιθωρίου. Η παρέλαση όλων αυτών στην οθόνη είναι μια αληθινή σπουδή στο γκροτέσκο.
Βέβαια, ο Οικονομίδης είναι μάστορας στο συγκεκριμένο είδος. Στη σκιαγράφηση του εφιαλτικού της καθημερινότητας, του τέρατος της διπλανής πόρτας, ο σκηνοθέτης έχει παράξει αριστουργήματα. Η «Μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς» έρχεται να ολοκληρώσει τη σπουδή στο ημίφως της ελληνικής κοινωνίας 18 χρόνια μετά το συγκλονιστικό «Σπιρτόκουτο», μόνο που τώρα η δουλειά του Γιάννη Οικονομίδη επιστέφεται με το χιούμορ, ένα εκφραστικό όπλο που είχε μείνει στη φαρέτρα του δημιουργού χωρίς να πολυχρησιμοποιηθεί. Τώρα, όμως, υπάρχουν και σκηνές που γελάς, ξεκαρδίζεσαι, καμιά φορά χωρίς να ξέρεις ακριβώς γιατί.
Ισως γιατί η ταινία σε παίρνει μαζί της, σε ταξιδεύει με την ιδιαιτέρως ψαγμένη μουσική του Ζαν Μισέλ Μπερνάρ. Και για να τελειώνουμε με τους επαγγελματίες της πολιτικής ορθότητας, ναι, ασφαλώς και υπάρχουν βωμολοχίες και πρόστυχη και χυδαία γλώσσα και σ’ αυτή την ταινία. Οχι όμως γιατί ο Οικονομίδης γουστάρει να σοκάρει τον κόσμο – είναι μάλλον ένας πολύ μετρημένος και ευγενής άνθρωπος. Αλλά γιατί οι ήρωές του έτσι μιλούν, ρε παιδιά, ίσως γιατί είχαν δύσκολα παιδικά χρόνια… Γιατί οι οι ήρωές του είναι (και) χυδαίοι, ελευθερόστομοι και αυθάδεις, εκτός από άνθρωποι του πάθους. Το οποίο πάθος, όπως είπαμε και στην αρχή, μεταξύ άλλων είναι και η λαχτάρα, η ασίγαστη επιθυμία για κάτι όμορφο, για κάτι αληθινό, για το μόνο που δικαιώνει τη θνητότητά μας – τον έρωτα, ας πούμε. Τα φράγκα είναι απλώς το εισιτήριο για την αιωνιότητα…
