Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Αύγουστο του 1949 στον Γράμμο διαδραματίζεται η τελευταία πράξη του ελληνικού εμφύλιου πολέμου για δεκάδες χιλιάδες Ελληνες που εντάχθηκαν στις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού της Ελλάδας.

«28-8-49: Τις πρωινές ώρες συμπτύσσεται και η 16η Ταξιαρχία που όλες τις ημέρες αμυνόταν σκληρά… Ο κυβερνητικός στρατός τελικά τις βραδινές ώρες της 28ης Αυγούστου 1949 κλείνει τη συνοριακή γραμμή και μαζί της κυκλώνει τα τμήματα του ΔΣΕ του Γράμμου. Καταλαμβάνει ολοκληρωτικά τον Γράμμο. Τις πρωινές ώρες της 29ης όλα τα τμήματα συγκεντρωθήκαμε στην Πλεκάτη, με κάλυψη οπισθοφυλακής περνάμε τα σύνορα και μπαίνουμε στην Αλβανία. Αυτό ήταν ουσιαστικά το τέλος της εποποιίας του ΔΣΕ. Εγκαταλείποντας τα ποτισμένα με το αίμα μας χώματα της πατρίδας μας, οι σκέψεις μας πετούσαν στους συντρόφους μας, που πολεμούσαν σε Πελοπόννησο, νησιά, Ρούμελη, Θεσσαλία, στους συντρόφους μας που βρίσκονταν σε φυλακές και εξορίες. Οσο και αν αυτά τα σκληρά συναισθήματα πλημμύριζαν τις σκέψεις και την καρδιά μας, κατά βάθος νιώθαμε τιμή και υπερηφάνεια για τον αγώνα μας» (σ.σ. Θαν. Ανάγνου, αφιέρωμα εφ. «Ριζοσπάστης»).

Η ήττα (με την ευγενική συνδρομή των Αμερικανών και του δόγματος Τρούμαν) του Δημοκρατικού Στρατού σηματοδοτεί την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στη ζωή 100.000 πολιτικών προσφύγων (εκ των οποίων το ένα τρίτο παιδιά): αυτού του δρόμου της πολιτικής προσφυγιάς.

Στην πραγματικότητα δημιουργείται μια αχανής προσφυγοχώρα που εκτείνεται σχεδόν σε όλα τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Μια νέα γη, άγνωστη για τους πολιτικούς πρόσφυγες που στη συντριπτική πλειονότητά τους αγνοούν τις τύχες των μελών των οικογενειών τους. Βρίσκονται εν ζωή ή όχι; Θα ξανασυναντηθούμε ποτέ με τα χώματα της πατρίδας μας; Τι μας ξημερώνει σε αυτή την ξένη νέα χώρα;

Ο Κωνσταντίνος Τσίβος, επίκουρος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καρόλου της Πράγας, στο βιβλίο του «Ο μεγάλος καϋμός της ξενητειάς», εκδ. Αλεξάνδρεια, φωτίζει με την ερευνητική του εργασία τις ζωές των πολιτικών προσφύγων στη σοσιαλιστική Τσεχοσλοβακία από το 1948 έως και το 1989.

Στο πλαίσιο αυτό ο σκηνοθέτης Γιώργος Αγαθονικιάδης, που σε ηλικία δύο ετών βρέθηκε με τους παππούδες του στην προσφυγιά, ξεδιπλώνει στις «Νησίδες», σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση, τη μυθιστορηματική του ζωή.

Οι ζωές των άλλων, οι ζωές των ενηλίκων που από το όπλο παρά πόδα βρέθηκαν στην προσφυγιά για τριάντα και πλέον έτη, οι ζωές των πολλών παιδιών που μεγάλωσαν εκεί. Οι ζωές αυτών των τόσο οικείων αλλά και τόσο μακρινών μας για τους οποίους η Ιστορία έχει τηρήσει μέχρι στιγμής αιδήμονα σιωπή.

Προσφυγόπουλα ηλικίας μερικών μηνών

Στην Τσεχοσλοβακία συγκροτήθηκε από τον Απρίλιο του 1948 και ακολούθως η δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα πολιτικών προσφύγων μετά την Τασκένδη. Στη χώρα αυτή έζησαν για σχεδόν 40 χρόνια 12.000 πρόσφυγες, από τους οποίους το ένα τρίτο ήταν παιδιά καθώς και πολλοί Σλαβομακεδόνες.

«Η μαζική παρουσία τους αρχίζει με τον ερχομό των προσφυγόπουλων τον Απρίλιο του 1948 και συνεχίζεται με την άφιξη των ενήλικων πολιτικών προσφύγων το φθινόπωρο του 1949. Από εκείνη ήδη τη στιγμή, η προσφυγική κοινότητα της Τσεχοσλοβακίας έχει καταστεί αριθμητικά σημαντική. Σχεδόν εξίσου μεγάλη ομάδα προσφύγων εγκαταστάθηκε την ίδια περίοδο στη Λαϊκή Δημοκρατία της Πολωνίας (11.458), ενώ μικρότερες φιλοξενήθηκαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες της Ρουμανίας (9.100), της Ουγγαρίας (7.523), της Βουλγαρίας (3.071), και ακόμα μικρότερος αριθμός, κυρίως παιδιά-πρόσφυγες, εγκαταστάθηκαν στην Ανατολική Γερμανία (1.128)» τονίζει χαρακτηριστικά στον «Μεγάλο καϋμό της ξενητειάς…» ο Κ. Τσίβος.

Οι πρώτοι Ελληνες πρόσφυγες στην πρώην Τσεχοσλοβακία ήταν τα εκατοντάδες ξυπόλυτα και ρακένδυτα παιδιά, τα οποία άρχισαν να φτάνουν τον Απρίλιο του 1948 με σιδηροδρομικούς συρμούς, μέσω Γιουγκοσλαβίας και Ουγγαρίας, στον μεθοριακό σταθμό Μίκουλοβ. Τα παιδιά αυτά, στη συντριπτική τους πλειονότητα, προέρχονταν από περιοχές της βορειοδυτικής Ελλάδας, όπου είχε μεταφερθεί το κύριο θέατρο των μαχών του Εμφυλίου.

Η προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, που ακόμα εκείνη τη χρονιά λειτουργούσε υπό την προεδρία του «στρατηγού Μάρκου» χωρίς να έχει επισήμως αναγνωριστεί από κάποια χώρα του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αποφάσισε την αποστολή χιλιάδων παιδιών από τις ανταρτοκρατούμενες περιοχές στις «φιλικές λαϊκοδημοκρατικές χώρες». Υπολογίζεται πως από την άνοιξη του 1948 μέχρι και το καλοκαίρι του επόμενου έτους αναχώρησαν από την Ελλάδα με προορισμό τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες 24.000-28.000 παιδιά, ηλικίας από μερικών μηνών έως 14 ετών.

Σύμφωνα με την ερευνητική εργασία του Κ. Τσίβου, στα τέλη του 1949 στην Τσεχοσλοβακία εγκαταστάθηκε η τρίτη μεγαλύτερη ομάδα παιδιών προσφύγων από την Ελλάδα, μετά τη Ρουμανία και τη Γιουγκοσλαβία.

Η ρήξη όμως Τίτο και Στάλιν επηρέασε καθοριστικά τις ζωές περίπου 5.000 Ελλήνων προσφύγων που ζούσαν στο χωριό Μπούλκες της Βοϊβοντίνας από το καλοκαίρι του 1945. Εκεί στην «αυτόνομη αυτή πολιτεία» είχαν βρει καταφύγιο μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Βάρκιζας «δεκάδες στρατιωτικά στελέχη του ΕΛΑΣ καθώς και πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ και μέλη των οικογενειών τους, η ζωή των οποίων διέτρεχε κίνδυνο στην Ελλάδα».

Σε αυτήν την κομμούνα, που λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση του κλιμακίου του Π.Γ. του ΚΚΕ, από την αρχή «στιγματίστηκαν και απομονώθηκαν ως ύποπτοι με διάφορες ασύστατες κατηγορίες (για μικροαστισμό, αριστερισμό, τροτσκισμό) αρκετοί καταξιωμένοι καπεταναίοι και αντάρτες του ΕΛΑΣ. Περίπου 100 “ύποπτα στοιχεία” μετά από δημόσια διαπόμπευσή τους απελάθηκαν την άνοιξη του 1946 στην Ελλάδα, με συνέπεια οι περισσότεροι από αυτούς να δολοφονηθούν από τις παρακρατικές ομάδες που δρούσαν στη βόρεια Ελλάδα».

Η γιουγκοσλαβική ηγεσία το καλοκαίρι του 1949 ζητά την εκκένωση της κοινότητας και στα τέλη του Αυγούστου του ίδιου έτους οργανώνεται η αναχώρηση σιδηροδρομικώς για την Τσεχοσλοβακία (όπου ήδη είχαν βρει φιλοξενία περίπου 4.000 προσφυγόπουλα από την Ελλάδα) της πλειοψηφίας των Μπουλκιωτών προσφύγων.

Από το Μπούλκες βρέθηκε στην Τσεχοσλοβακία σε ηλικία τριών ετών ο σκηνοθέτης Γ. Αγαθονικιάδης μαζί με τον παππού και τη γιαγιά του. Πόντιοι πρόσφυγες οι παππούδες του από το Καρς.

«Ο πατέρας μου ο Παναγιώτης γεννήθηκε μέσα στο πλοίο που τους έφερε στην Ελλάδα. Από τα τρία τους παιδιά τα δύο, ο πατέρας μου και ο αδελφός του Μιχάλης, βρέθηκαν στο βουνό και το τρίτο παιδί (η πικρή ειρωνεία της ιστορίας), ο Γιώργος, βρέθηκε υπηρετώντας τη στρατιωτική του θητεία στην αντίπερα όχθη».

Και ο Μιχάλης και ο Γιώργος έχασαν τη ζωή τους κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολεμώντας σε αντίπαλα στρατόπεδα. Ο παππούς Γιάννης και η γιαγιά Σοφία θρήνησαν εξίσου και τους δύο…

Ο Γιώργος Αγαθονικιάδης έφυγε από το Κιλκίς με τους παππούδες για το Μπούλκες και από εκεί στην Τσεχοσλοβακία. «Μας είχανε εγκαταστήσει σε όμορφα κτίρια. Θυμάμαι μια έπαυλη. Τουλάχιστον 3.500 παιδιά ήμασταν. Οι πρώτες μνήμες που έχω είναι τα μαγειρεία στην Τσεχοσλοβακία. Τις γυναίκες εκεί τα παιδιά τις αποκαλούσαν μάνα. Τα περισσότερα από αυτά όταν μεγάλωσαν δεν μπόρεσαν να κάνουν οικογένειες», αναφέρει στις «Νησίδες» ο σκηνοθέτης. Ο ίδιος ξανασυνάντησε τους γονείς του στην ηλικία των 20 ετών. Πρόσφυγες εκείνοι στην Τασκένδη…

Με το όπλο παρά πόδα

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Στην Τσεχοσλοβακία οι Ελληνες πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν ως «φιλικοί αλλοδαποί» ή ως «δημοκρατικοί Ελληνες» και με αυτό το καθεστώς παρέμειναν στη χώρα οι ίδιοι αλλά και οι απόγονοί τους.

«Ο ερχομός των πολιτικών προσφύγων, ιδιαίτερα δε της παιδικής προσφυγιάς, που προηγήθηκε το 1948, αντιμετωπίστηκε από τις σοσιαλιστικές χώρες ως επίδειξη διεθνιστικής αλληλεγγύης. Ιδιαίτερα η υποδοχή που επιφυλάχτηκε στα παιδιά των “Ελλήνων αγωνιστών”, σύμφωνα με όσα καταμαρτυρούν τα άρθρα των τσεχικών εφημερίδων εκείνης της εποχής, ήταν θριαμβευτική… Μολονότι εκδηλώθηκε ενδιαφέρον φιλοξενίας ή και υιοθέτησης των παιδιών από τσεχικές οικογένειες, ακολουθήθηκαν αυστηρά οι οδηγίες του ελληνικού και του τσεχικού κόμματος για τη διαφύλαξη της εθνικής τους ταυτότητας και τη διαπαιδαγώγησή τους βάσει της κομμουνιστικής ιδεολογίας, έτσι ώστε να αποτελέσουν την ελίτ της μελλοντικής “λαϊκοδημοκρατικής Ελλάδας”.

»Υπεύθυνη για την αποστολή και τη διαπαιδαγώγησή τους στις χώρες φιλοξενίας ήταν, εκ μέρους της ελληνικής πλευράς, η Επιτροπή Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ), επικεφαλής της οποίας ήταν ο καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης, υπουργός Υγείας στην Κυβέρνηση του Βουνού. Η έδρα της ΕΒΟΠ ήταν αρχικά στη Βουδαπέστη και μετέπειτα στο Βουκουρέστι. Σ’ αυτήν δραστηριοποιήθηκαν γνωστοί παιδαγωγοί και διανοούμενοι αριστερών φρονημάτων, όπως ο καθηγητής Γιώργος Αθανασιάδης από το Κάιρο, η γνωστή παιδαγωγός και συγγραφέας Ελλη Αλεξίου, η Μαρίκα Μινεέμη, ο Θανάσης Μητσόπουλος, ο Φώτος Βέττας και άλλοι».

Τόσο η ηγεσία του ΚΚΕ υπό τον Ν. Ζαχαριάδη, όσο και οι ηγεσίες των κομμουνιστικών κομμάτων που πρόσφατα (πλην της Σοβιετικής Ενωσης) είχαν αναλάβει την εξουσία στις χώρες υποδοχής των πολιτικών προσφύγων θεωρούσαν ότι η φιλοξενία αυτή έχει προσωρινό χαρακτήρα.

«Σε μια περίοδο ψυχροπολεμικής έντασης, περίμεναν νέες εξελίξεις στην Ελλάδα, οι οποίες θα οδηγούσαν, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, σε νέα σύγκρουση, νικηφόρα αυτή τη φορά για το ΚΚΕ. Ετσι, με γνώμονα την πολιτική τού “όπλου παρά πόδα”, οι μάχιμες μονάδες οδηγήθηκαν συντεταγμένα στην Τασκένδη (…) ενώ σε διάφορες χώρες οργανώθηκαν σχολές και σεμινάρια επανεκπαίδευσης για τα στρατιωτικά στελέχη και τους μαχητές. Τα παιδιά των προσφύγων παρέμειναν σε αμιγώς ελληνικούς παιδικούς σταθμούς, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των αμάχων οδηγήθηκαν σε απομονωμένα χωριά, όπου συγκεντρωμένοι θα εργάζονταν για να εξασφαλίσουν αυτάρκη διαβίωση μέχρι να σημάνει η ώρα της επιστροφής τους στη λαϊκοδημοκρατική Ελλάδα…».

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Το ζητούμενο όμως της αυτάρκους διαβίωσης ήταν δύσκολο να εκπληρωθεί αφού οι περισσότερες βιοτεχνίες και βιομηχανικές μονάδες που λειτουργούσαν προπολεμικά είχαν τεθεί εκτός λειτουργίας στις περιοχές που είχαν εγκατασταθεί οι πρόσφυγες, με το δριμύ ψύχος και τις χιονοπτώσεις να δυσχεραίνουν την κατάσταση. Επίσης διαπιστώθηκε ότι οι Ελληνες αγρότες ήταν εξ ολοκλήρου άσχετοι με τον τρόπο καλλιέργειας που επικρατούσε στις άγονες περιοχές της Τσεχίας.

«Ο παππούς μου στο Κιλκίς είχε πρόβατα, κότες, αγελάδες. Κάθε φορά που τον έπιανε νοσταλγία πήγαινε στην Τσεχοσλοβακία σε κάτι μπαχτσέδες. Κοίταζε τις ντομάτες και γελούσε. Βλέπεις τις ντομάτες αυτές; με ρωτούσε. Είναι μικρές σαν κεράσια. Οι ντομάτες στην Ελλάδα είναι 40 με 50 κιλά. Τις έβαζα σε καρότσι για να τις μεταφέρω και μετά τις έκοβα με το πριόνι. Μοσχοβολούσε τότε όλο το χωριό και οι συγχωριανοί έλεγαν “α, ο Γιάννης κόβει ντομάτες”», λέει ο Γ. Αγαθονικιάδης.

Το ζήτημα της εργασιακής αποκατάστασης των προσφύγων ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1950. Μετά από αυτή τη χρονιά ο ρυθμός των μετακινήσεών τους προς τα αστικά κέντρα εντάθηκε.

«Το 1952 η ηγεσία του ΚΚΕ συνειδητοποίησε πια ότι η παραμονή των προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής και της Κεντρικής Ευρώπης δεν θα έχει χαρακτήρα προσωρινό, όπως αρχικά υπολόγιζε, αλλά μακροχρόνιο. Γι’ αυτόν τον λόγο ο Νίκος Ζαχαριάδης, που μέχρι τότε ζητούσε να μείνουν οι πρόσφυγες συγκεντρωμένοι με το “όπλο παρά πόδα”, άλλαξε τακτική και άρχισε να ζητάει από τα αδελφά κόμματα την τοποθέτηση των προσφύγων στη βαριά βιομηχανία. Κατόπιν τούτου ακολούθησε νέα, μαζικότερη μετακίνηση προς την περιοχή της Οστράβας, όπου εκατοντάδες Ελληνες συμμετείχαν στην οικοδόμηση νέων συνοικιών και πόλεων, όπως το Χάβιρζοβ. Αλλοι βρήκαν εργασία στα χαλυβουργεία και στα ορυχεία της πόλης αλλά και της ευρύτερης περιοχής, π.χ. στην Κάρβινα, στο Μπόχουμιν και στο Τρίνετς…».

Κάποιοι έσμιξαν ξανά και άλλοι ποτέ

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Οικογένειες διασκορπισμένες σε χώρες του Ανατολικού Μπλοκ

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, πολλές οικογένειες βρέθηκαν διασκορπισμένες σε αρκετές χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Και αυτό, καθώς οι μετακινήσεις των ενηλίκων γίνονταν με κριτήριο την ένταξή τους στις στρατιωτικές μονάδες και στα επικουρικά σώματα του ΔΣΕ ενώ για τα παιδιά πρυτάνευσαν τα ηλικιακά κριτήρια. Αναπόφευκτα μετά το 1949 πολλές οικογένειες «βρέθηκαν κυριολεκτικά διασκορπισμένες σε αρκετές χώρες του Ανατολικού Μπλοκ. Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και τη σύμφωνη γνώμη των αδελφών κομμάτων τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της επανένωσης των οικογενειών».

Οι ψυχολογικές συνέπειες αυτού του μακρόχρονου αποχωρισμού είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποτιμηθούν, όπως εύστοχα σχολιάζει ο συγγραφέας.

«Πρακτικά, τα περισσότερα προσφυγόπουλα έζησαν όλη τους την παιδική ηλικία χωρίς τους γονείς τους, πολλές φορές σε εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις παιδιών που, ερχόμενα από τους παιδικούς σταθμούς άλλων χωρών, κυρίως από τις μη σλαβόφωνες περιοχές (Ρουμανία και Ουγγαρία), δεν ήταν σε θέση να συνεννοηθούν με τους γονείς τους και χρειάστηκε να περάσουν αρκετοί μήνες για την προσαρμογή τους στο νέο περιβάλλον. Από την άλλη, υπήρξαν αρκετές οικογένειες που δεν κατόρθωσαν να ξανασμίξουν ποτέ. Στις σελίδες του “Αγωνιστή” (σ.σ. προσφυγική εφημερίδα), ιδιαίτερα στη στήλη με τις νεκρολογίες, αναφέρονται δεκάδες μαρτυρίες για πρόσφυγες που πέθαναν χωρίς να ξαναδούν τις γυναίκες, τα παιδιά ή άλλους συγγενείς τους, οι οποίοι παρέμειναν στην Ελλάδα ή στο μεταξύ μετανάστευσαν στην Αυστραλία, στις ΗΠΑ ή στον Καναδά».

Σε κάθε περίπτωση στην Τσεχοσλοβακία κατά βάση εγκαταστάθηκε άμαχος πληθυσμός προσφύγων που βρέθηκε στο Μπούλκες ή ακολούθησε τους αντάρτες κατά την υποχώρηση του 1949.

«Οι περισσότεροι μαχητές που βρέθηκαν στην Τσεχοσλοβακία ήταν τραυματίες που είχαν σταλεί για θεραπεία στο Μπούλκες ή στα νοσοκομεία κάποιας άλλης λαϊκοδημοκρατικής χώρας. Μεταξύ των γυναικών προσφύγων υπήρχαν ορισμένες που πολέμησαν σε μάχιμα τμήματα, ωστόσο οι περισσότερες υπηρέτησαν σε επικουρικές μονάδες του ΔΣΕ». Ως μαυροφορεμένες Ελληνίδες έχουν καταγραφεί στις μνήμες οι χήρες πρόσφυγες.

Στο μεταξύ, από το σχολικό έτος 1952-53 αρχίζει η σταδιακή ένταξη των πρώτων παιδιών στο τσεχικό εκπαιδευτικό σύστημα. «Στην οικογένεια οι γονείς τους τα ανέτρεφαν με την προοπτική της επιστροφής σε μια πατρίδα ιδανική. Μια πατρίδα που τα ίδια τα παιδιά δεν είχαν γνωρίσει ή διατηρούσαν μόνο θολές αναμνήσεις από αυτήν. Μια πατρίδα η οποία συμπεριφέρθηκε με τον σκληρότερο τρόπο στους γονείς τους…».

Ο Αγαθονικιάδης συμπληρώνει:

«Δεν μπορούσαμε να λάβουμε δέματα από την Ελλάδα. Εάν ερχόταν κανένα δέμα μέσω Γερμανίας ή από άλλη χώρα με ελιές ή αντίστοιχο ελληνικό προϊόν, το τελετουργικό ήταν δεδομένο. Ο παππούς έπαιρνε την εφημερίδα του και έκοβε λωρίδες. Ανάλογα με τα μέλη κάθε ελληνικής προσφυγικής οικογένειας, έβαζε σε κάθε λωρίδα από δυο-τρεις ελιές. Πηγαίναμε κατόπιν από σπίτι σε σπίτι. Θυμάμαι την πόρτα των ενοίκων που άνοιγε και το κλάμα στη θέαση της ελιάς. Κλάμα βαθιού νόστου. Και αναρωτιόμουν σαν παιδί: Πόση δύναμη μπορεί να κρύβει μέσα της μια ελιά… Η μνήμη αυτή με παρακίνησε να γυρίσω την ταινία μου “Ο θείος μου ο Αρχιμήδης”…».

Τα παιδιά εντάσσονται, κατά το μάλλον ή ήττον, στον τσεχικό τρόπο ζωής, μαθαίνουν τη γλώσσα και τη μιλούν καλά, έχουν μεγαλύτερη αλληλεπίδραση με τους συνομηλίκους τους έναντι των μεγαλύτερων. Στη συνέχεια καταγράφονται και αρκετοί μεικτοί γάμοι, παρά τις αντιρρήσεις των μεγαλύτερων που θεωρούσαν ότι αυτό θα πρόσθετε ακόμη ένα εμπόδιο στο όνειρο του επαναπατρισμού.

Το 1956 η αποκαθήλωση του Ζαχαριάδη συνταράσσει τις προσφυγικές κοινότητες. Κατόπιν τούτου η διάσπαση των κοινοτήτων λαμβάνει καθολικό και σφοδρό χαρακτήρα. Ακολουθούν η διάσπαση του 1968 και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στη χώρα φιλοξενίας σηματοδοτώντας και μια νέα φάση στη ζωή των προσφύγων με μεγαλύτερο βαθμό αυτονόμησης.

Ο μεγάλος καημός της ξενιτιάς

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Εως το 1962 οι πολιτικοί πρόσφυγες στη χώρα ήταν οι «ξένοι χωρίς διαβατήριο».Και αυτό, καθώς καμία νομοθετική διάταξη της σοσιαλιστικής Τσεχοσλοβακίας δεν προέβλεπε τη χορήγηση πολιτικού ασύλου.

Οι διπλωματικοί υπάλληλοι της ελληνικής πρεσβείας συμπεριφέρονται από την πλευρά τους με τον συνήθη ρεβανσισμό στις αιτήσεις των πολιτικών προσφύγων για χορήγηση βίζας, κυρίως για ανθρωπιστικούς λόγους. Οι δηλώσεις νομιμοφροσύνης, η καταγγελία των συντρόφων τους καθώς και η δημόσια αποκήρυξη του κομμουνισμού συνιστούσαν τις τυπικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των αιτημάτων των προσφύγων. Χαρακτηριστικές είναι οι καταγγελίες που δημοσίευε ο «Αγωνιστής», όπως η περίπτωση της Αφροδίτης Καρατζά, πρόσφυγα στο Βουκουρέστι, από την οποία ο αρμόδιος διπλωματικός υπάλληλος ζήτησε «να υποβάλει αίτηση διαζυγίου, να φέρει απόφαση ότι χώρισε με τον άντρα της τον κομμουνιστή».

Στην ίδια σελίδα της προσφυγικής εφημερίδας, με τον δηκτικό τίτλο «Πρεσβεία ή Αστυνομία;», δημοσιεύτηκε καταγγελία της Αλκμήνης Ζερδαδόγλου η οποία σημείωνε: «Είμαι σοβαρά άρρωστη. Εχω σύνταξη αναπηρίας. Οπως μου λένε οι γιατροί εδώ, την αρρώστια μου τη χειροτερεύει ο μεγάλος καϋμός της ξενιτιάς… Επισκέφτηκα την ελληνική πρεσβεία στην Πράγα και ζήτησα να μου επιτρέψουν τον επαναπατρισμό. Εκεί όμως με ρώτησαν εάν είμαι μέλος του κόμματος. Η ελληνική πρεσβεία έχει εγκαταλείψει τα διπλωματικά μέσα και ενεργεί σαν κοινός χωροφύλακας. Από όλους τους πρόσφυγες ζητά πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης».

«Πέθανε με το πικρό παράπονο του χωρισμού», καυτηρίαζε ο «Αγωνιστής» την αρνητική στάση της πρεσβείας στην περίπτωση της προσφυγοπούλας Μαρίκας Αλμετίδου από το Μπρνο. Η πρεσβεία απέρριψε τις επανειλημμένες αιτήσεις της Αλμετίδου για χορήγηση βίζας προκειμένου να επισκεφτεί τη βαριά άρρωστη μητέρα της, με συνέπεια αυτή να καταλήξει χωρίς να ανταμώσει τη μονάκριβη κόρη της.

Οι ξένοι

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

Οι Ελληνες πολιτικοί πρόσφυγες εντάχθηκαν στην τσεχοσλοβακική κοινωνία χωρίς ωστόσο να αφομοιωθούν από αυτήν. Καταλυτικό ρόλο στη διαμόρφωση της ταυτότητάς τους διαδραμάτισαν «η ομαδική ζωή στις προσφυγικές κοινότητες, η αφήγηση για το ξερίζωμά τους από την πατρίδα και, κυρίως, η αίσθηση της προσωρινότητας αναφορικά με την παραμονή τους στην Τσεχοσλοβακία».

Αίσθηση που υποχωρεί μεν με το πέρασμα των χρόνων αλλά δεν καταστέλλεται ποτέ. Αντιθέτως εντείνεται και καθίσταται περισσότερο επίκαιρη από ποτέ με την πτώση της χούντας στην Ελλάδα. «Τελικά, στους περισσότερους πρόσφυγες, όχι μόνο της πρώτης γενιάς, αλλά και στα παιδιά που γεννήθηκαν στην προσφυγιά, επικράτησε η επιθυμία της επιστροφής στην πατρίδα. Σύμφωνα με την εθνολόγο Ανθούλα Μπότου, στις αρχές της δεκαετίας του ’80 εξακολουθούσαν να ζουν στην Τσεχοσλοβακία περίπου 10.000 πρόσφυγες. Από απαντήσεις που έλαβε σε σχετικό ερωτηματολόγιο συμπέρανε ότι το 75% των προσφύγων που γεννήθηκαν στην Τσεχοσλοβακία επιθυμούσαν επίσης να επαναπατριστούν, ποσοστό τεράστιο, εάν λάβουμε υπόψη μας ότι δεν γνώριζαν την Ελλάδα παρά μόνο από τις φωτογραφίες και τις διηγήσεις των γονιών τους…».

«Ηταν αυτή η αίσθηση του χρέους που μας είχαν εμφυσήσει για επιστροφή στην πατρίδα. Το 1978 βρίσκομαι μέσα στο τρένο ερχόμενος για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Είμαι ταραγμένος, νιώθω δέος, τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα. Δίπλα μου στο βαγόνι κάθεται ένας παππούς 80 ετών. Ταλαιπωρημένος, αξύριστος και με φθαρμένα ρούχα. Εχει μαζί του και μια θήκη βιολοντσέλου. Δεν μιλάει, δεν τρώει, μόνο καπνίζει και πίνει νερό. Το τρένο πλησιάζει προς τα ελληνικά σύνορα. Και τότε μου ζητάει να τον βοηθήσω να ξυριστεί και να αλλάξει ρούχα. Πράγμα που έγινε. “Ερχομαι στην πατρίδα ύστερα από τόσες δεκαετίες. Δεν είναι σωστό να εμφανιστώ χάλια”, μου είπε. “Και μέσα στη θήκη έχεις βιολοντσέλο;” ρώτησα. “Μέσα στη θήκη έχω τα οστά της γυναίκας μου” απάντησε. Οταν είδε στα σύνορα τους ευζώνους άρχισε να κλαίει…», λέει ο Αγαθονικιάδης.

Αναμνήσεις από τα χρόνια της προσφυγιάς

…Η διαδικασία όμως επαναπατρισμού απλοποιήθηκε μετά το 1982, με την απόφαση της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου για τον ελεύθερο επαναπατρισμό και την απόδοση της ελληνικής ιθαγένειας στους πολιτικούς πρόσφυγες, με τη διευκρίνιση ότι «από τις διατάξεις του σχετικού άρθρου εξαιρούνται οι μη Ελληνες το γένος, με άλλα λόγια οι Σλαβομακεδόνες».

Οταν το όνειρο του επαναπατρισμού εκπληρώθηκε, το συναίσθημα από την εμπειρία της επιστροφής στην πατρίδα ήταν ιδιαίτερα πικρό, όπως υπογραμμίζεται στον «Μεγάλο καϋμό της ξενητειάς». Και αυτό, καθώς η πραγματική Ελλάδα απείχε παρασάγγας από την εξιδανικευμένη εικόνα που περιέγραφαν οι γονείς και οι δάσκαλοί τους. Η ελληνική κοινωνία και οι επίσημες αρχές του ελληνικού κράτους, στην πλειονότητά τους, τους υποδέχτηκαν σαν ξένους.

Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία που παρατίθεται στο βιβλίο: «Ο Διονύσης Βαφειάδης επέστρεψε στην Ελλάδα σε ηλικία 28 ετών και θυμάται τις ιδιαίτερα δύσκολες εργασιακές συνθήκες τις οποίες έπρεπε να αντιμετωπίσουν ο ίδιος και η γυναίκα του λίγο μετά τον επαναπατρισμό τους, το 1981. Η γυναίκα του δούλευε σε μια ιδιωτική κλωστοϋφαντουργική βιοτεχνία, στην οποία επικρατούσαν τρελοί εργασιακοί ρυθμοί. Πολλές φορές δεν είχε ώρα να φάει σαν άνθρωπος ένα κολατσιό. Το ‘φτιαχνε πριν φύγει για τη δουλειά και γυρνώντας το έφερνε πάλι πίσω. Για μας οι εργασιακές συνθήκες που επικρατούσαν στην Ελλάδα ήταν απαρχαιωμένες. Δεν υπήρχαν εργασιακές φόρμες, ντους στη δουλειά δεν υπήρχε. Αρχίσαμε πάλι στη Θεσσαλονίκη να ανταμώνουμε με τους φίλους που είχαμε στην Τσεχία, να γιορτάζουμε τα γενέθλια, να κάνουμε δικές μας γιορτές. Οι Ελληνες άρχισαν να μας αποκαλούν “Τσέχους” γιατί έβλεπαν ότι αρχίσαμε να κάνουμε παρέα μεταξύ μας, είχαμε κοινά ενδιαφέροντα, παρόμοιες απόψεις, βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον όταν ήταν να πάμε σε κάποια υπηρεσία για να φτιάξουμε τα χαρτιά μας».

Πολλοί από αυτούς επέστρεψαν στην Τσεχία, άλλοι αναζήτησαν άλλους προορισμούς. Οι περισσότεροι παρέμειναν για πάντα ξένοι.

Ο Εμφύλιος για μένα…

«Οι παππούδες μου δεν προσαρμόστηκαν ποτέ στην Τσεχοσλοβακία. Αρνήθηκαν να μάθουν έστω και μια λέξη. Οταν ήμουν δέκα ετών πέθανε ο παππούς ο Γιάννης που τον λάτρευα. Στην κηδεία του είχα υψηλό πυρετό. Υστερα από δύο χρόνια έφυγε και η γιαγιά μου η Σοφία. Στην κηδεία της φώναζα να μην της ρίξουν χώμα. Εχασα τους πιο αγαπημένους μου ανθρώπους. Είναι πάντα εδώ όμως, το αισθάνομαι και ακόμη μου κρατάν το χέρι.

Τήρησα την υπόσχεση που τους είχα δώσει και αναπαύονται στα χώματα της πατρίδας που τόσο είχαν αγαπήσει. Φυσικά και ήμουν ο ξένος. Το παιδί του δρόμου, το αλάνι. Το καταφύγιό μου ήταν ένας κινηματογράφος δίπλα στο σπίτι μας. Με άφηναν και έμπαινα τσάμπα. Η κινηματογραφική μου παιδεία οφείλεται σε αυτή τη μεσοτοιχία που χώριζε το σπίτι μας από το σινεμά. Οταν έδωσα εξετάσεις στην Ακαδημία Κινηματογράφου με ρώτησαν ποιον κινηματογραφιστή έχω μέλος της οικογένειάς μου. Πού να ήξεραν. (…)

Ποια εικόνα θέλω να κρατήσω από την Ελλάδα; Το 1978 μπήκα σε ένα φωτογραφείο για να βγάλω φωτογραφίες για την ταυτότητά μου. Ημουν χάλια, ιδρωμένος, με ένα μακό της κακιάς ώρας. Ο φωτογράφος, αφού ενημερώθηκε για τη δουλειά του σκηνοθέτη που κάνω, μου δήλωσε πως δεν είναι εμφάνιση αυτή που έχω. Και δεν δίστασε λεπτό. Βγήκε στο πεζοδρόμιο και φώναξε από το απέναντι με ρούχα μαγαζί να του φέρουν ένα πουκάμισο (είπε και το νούμερο ζυγίζοντάς με με το μάτι). Μου είπε να χτενιστώ και έβγαλε από το συρτάρι του ένα μικρό παπιγιόν το οποίο με κάλεσε να φορέσω. Τώρα είσαι μια χαρά, αποφάνθηκε στο τέλος. Την επόμενη ημέρα που πήγα να πάρω τις φωτογραφίες, αρνήθηκε σθεναρά να δεχτεί τα χρήματα που του όφειλα. Αυτήν την Ελλάδα θέλω να θυμάμαι. Δυστυχώς ο Ελληνας δεν αποκομίζει. Δεν αξιολογεί την ιστορία του, τη χώρα του. Ο Εμφύλιος στα δικά μου μάτια δεν είναι τόσο οι ένοπλες συγκρούσεις όσο το μετέπειτα. Το πώς συνεθλίβησαν οι ζωές των ανθρώπων…».