Αυτά που θυμάμαι μεγαλώνοντας είναι ο βηματισμός ενός ζευγαριού επάνω στο μωσαϊκό ενός αθηναϊκού μεσοαστικού διαμερίσματος: με έπιπλα της δεκαετίας του εξήντα, ένα μαύρο ξυλόγλυπτο μπαρ γεμάτο ουίσκι και ψηλά σκαμπό με γυαλιστερά μαξιλάρια στο χρώμα της μπανάνας, το τακτικό χτύπημα της στέκας και το αλυσιδωτό σκάσιμο της μπάλας σ’ ένα καταπράσινο μπιλιάρδο, που δέσποζε σαν χορταριασμένο πλοίο στη μέση του σαλονιού. Από τον φωταγωγό θυμάμαι ν’ ακούω το κουδούνισμα της αλυσίδας της: ένα ανεπαίσθητο γκλιν γκλιν, αποτέλεσμα της τριβής ενός μικρού σταυρού με το ολόχρυσο μενταγιόν που έγραφε με καλλιγραφικά γράμματα τ’ όνομά της: Ρόζα. Από το μπάνιο μας μπορούσα ν’ ακούω το μελωδικό σφύριγμα και τον άγριο βήχα του απ’ το πολύ τσιγάρο. «Γιαννάκη, πρόσεχε», ακουγόταν τότε η φωνή της θείας. Από τον τοίχο τους κατέβαινε ολημερίς κι ολονυχτίς, κυλώντας σαν νερό, η μυρωδιά του 22 φίλτρο. Μαζί με τη «Μυρτώ», που μύρωνε τις γέρικες παλάμες τους, πότιζε η ζωή τους τα τσιμέντα, τα πατώματα και τις κουρτίνες μας, που τόσα χρόνια έπειτα δεν έχουν ξεμυρίσει.
Στις «Συζυγίες», είδα τη Μαρία Παπαϊωάννου όχι απλώς να τρυπώνει για λίγο μέσα σε αυτό το διαμέρισμα, αλλά να μου αποκαλύπτει ότι η θέση της ήταν από παλιά εκεί. Σαν μια ρωγμή στον τοίχο του σαλονιού ή, ακόμη καλύτερα, σαν τη γύψινη ροζέτα στο ταβάνι του. Η Μαρία, κρυμμένη εκεί, εποπτεύοντας τα πάντα με τον παντογνώστη αφηγητή της, στέκεται στις λεπτομέρειες κι αποφασίζει να μας τις αποκαλύψει. Μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε πόσα από αυτά που αντιλαμβανόμαστε ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, μας κάνει να σηκώσουμε το χαλάκι και να δούμε τη σκόνη και τα νεκρά κύτταρα που κάποιος έχωσε από κάτω.
Συνεχίζοντας την ιστορία που ξεκίνησα να σας διηγούμαι:
Για χρόνια ολόκληρα, νόμιζα πως γνωρίζαμε τα πάντα για το συγγενικό ζευγάρι του πάνω ορόφου. Οτι έφαγαν τα λεφτά τους σε ταξίδια και λούσα, ότι μάλλον την κεράτωνε, ότι δεν έκαναν παιδιά, ότι για τούτο ακριβώς εκείνη ήταν ξινή, ότι ποτέ κανείς δεν έμαθε την ηλικία της, ότι κάπνιζαν και έπιναν κι ήταν η ψυχή τους μαύρη. Πέθαναν πάμφτωχοι, κοντά ο ένας στον άλλο, και τους κληρονόμησα στα πιο σημαντικά. Χωρούσαν σε μια βρόμικη σακούλα σκουπιδιών: γράμματα, κίτρινα απ’ τον καπνό τετράδια, το προσκλητήριο του γάμου τους, το λεύκωμα της θειας μου από το ’43, όπου ρωτούσε: «τι είναι αίσθημα» και ο παππούς μου με ψευδώνυμο Γερόγυφτος της έγραφε: «Αίσθημα είναι ο σπινθήρ που δημιουργείται διά της συγκρούσεως».
Από τις «Συζυγίες» της Μαρίας δεν λείπουν οι συγκρούσεις. Πολλές από αυτές είναι βίαιες και κατά μέτωπο, άλλες είναι εσωτερικές, άλλες επίσης είναι μικρές κι επαναλαμβανόμενες, μοιάζουν με το μαρτύριο της σταγόνας που πέφτει αδιάκοπα στο ίδιο σημείο και τρώει αργά μα σταθερά τις σάρκες, ώσπου ν’ αποκαλυφθούν εκρηκτικά –κάποια στιγμή– τα ματωμένα σπλάχνα. Η Μαρία ανατέμνει με την ψυχρότητα του χειρουργού το σώμα, που φιγουράρει στο βιβλίο αυτό έχοντας ως αναφορά τη σχέση του με κάποιο άλλο σώμα.
Από τους θείους μου κληρονόμησα ένα πακέτο επιστολές δεμένες με σπάγκο και τυλιγμένες σε μια λεπτή χαρτοπετσέτα, που πάνω της ήταν γραμμένο με ασταθή, μεγάλα γράμματα, σαν παιδιού, το όνομά μου. Αργησα να τις ξετυλίξω, δεν το ήθελα. Κρατούσα τη σακούλα σε μια γωνιά του δωματίου, κάτω απ’ το γραφείο μου, κι όποτε περνούσα δίπλα της ανέδιδε μια μυρωδιά κλεισούρας και καπνού. Την άνοιξα εντέλει προχθές και διάβασα ένα προς ένα κάθε γράμμα. Με δυσκολία στην αρχή κι έπειτα αχόρταγα, σαν αδηφάγο ζώο, καταβρόχθιζα κάθε μικρό σημείωμα, κάθε χαρτάκι που είχε επάνω του γραμμένες μια ή δύο λέξεις. Διάβαζα κι ανατρίχιαζα μαζί, με διαρκώς παρούσα μια άβολη αίσθηση ότι εισβάλλω σ’ ένα σπίτι με τη βία, ανοίγοντας ντουλάπια και συρτάρια, ανακατεύοντας εσώρουχα και χώνοντας τη μύτη μου στο καλάθι με τα άπλυτα.
Στην ίδια θέση βρέθηκα διαβάζοντας τις «Συζυγίες» της Μαρίας Παπαϊωάννου. Μπροστά σε μια άβολη πραγματικότητα που βέβαια υποψιαζόμουν εξαρχής, μα διάλεγα να την κρατώ ασφαλώς κρυμμένη κάτω απ’ το χαλάκι. Η Μαρία, σκοντάφτοντας στο χώμα και στη σκόνη, που πια είχαν γίνει ολόκληρο βουνό, διάλεξε τον δύσκολο δρόμο και αποφάσισε να καθαρίσει. Σήκωσε τη φλοκάτη και γέμισε ο κόσμος σκόνη: λεπτή, ψιλή, επίμονη, σηκώθηκε και εισχώρησε παντού. Δεν ήθελα να διαβάσω για τον Αριστείδη και την Αθανασία, δεν ήθελα να ξέρω για τη Δήμητρα, τον Φίλιππο, τη Στέλλα, τον Κοσμά. Με τον ίδιο τρόπο που δεν ήθελα ποτέ να καθαρίζω το δωμάτιό μου ή να ανοίγω το τάπερ με το μουχλιασμένο φαγητό που εν γνώσει μου είχα αφήσει στο ψυγείο να σαπίζει. Πιο βολικό δεν είναι να το καθαρίσει κάποιος άλλος;
Η Μαρία μας βάζει στην άβολη, μα καθαρτική διαδικασία να «δούμε». Εστω να δούμε αυτά που ήδη γνωρίζαμε. Είναι το πρώτο και πιο δύσκολο βήμα. [Στο κακοτράχαλο μονοπάτι αυτό], η συγγραφέας μάς προσφέρει και στιγμές ανάσας, δίνοντας μια διαφορετική διέξοδο, μια περισσότερο λυτρωτική έκβαση, όταν η ζοφερή πραγματικότητα φτάνει να ξεχειλίζει απ’ τα μεσοαστικά σαλόνια, ποτίζοντας το τσιμέντο. Δείτε, για παράδειγμα, το απόσπασμα αυτό από το διήγημα «Φίλιππος και Μαρία»:
«Η βέρα στο ξύλινο παρκέ της κρεβατοκάμαρας όλη νύχτα έσκαβε ένα λαγούμι. Ενα μικρό μνήμα που άνοιξε και την κατάπιε. Επειτα το παχύ ξύλο τη σκέπασε ολόκληρη και τη ρούφηξε στα σπλάχνα του. Το αίμα της Μαρίας έρεε για ημέρες και ήταν αρκετό για να ποτίζει τη μικρή φυτεμένη βέρα που το τραβούσε λαίμαργα μέσα στα έγκατα του παρκέ. Ενα μικρό κλαράκι ξεκίνησε να φυτρώνει από το σημείο που είχε θαφτεί το ασημένιο δαχτυλίδι και μέρα με τη μέρα μεγάλωνε και μεγάλωνε. Θέριεψε τόσο πολύ που έγινε κανονικός κορμός δέντρου. Ψήλωνε και ψήλωνε, με τα κλωνάρια του άρχισε να αγγίζει το σκληρό στρώμα του κρεβατιού και να το πιέζει. Αμείλικτο καθώς ήταν και ποτισμένο με θυμό και πόνο, δεν δίστασε να τρυπήσει το χοντρό στρώμα, να ανοίξει ένα μεγάλο διαμπερές τραύμα στα πουπουλένια σπλάχνα του που είχαν πιει τον ιδρώτα και τα σωματικά υγρά του ζευγαριού τον καιρό που ήταν στους έρωτές του και να βγει από την άλλη πλευρά».
Δεν ξέρω αν πρέπει τώρα να αναρωτηθώ για το τι, εντέλει, είναι ζευγάρι, έρωτας ή γάμος. Σκεφτόμουν στην αρχή να κλείσω την εισήγηση αυτή μ’ ένα απόσπασμα από το Συμπόσιο του Πλάτωνα, για τον έρωτα, γιο της Πενίας και του Πόρου. Διαβάζοντας, έπειτα, το λεύκωμα της νεαρής θείας μου, εν μέσω του πολέμου, έπεσα επάνω στην ερώτηση:
«Τι εστί γάμος;»
Μια φίλη της γράφει:
«Οταν ο ανήρ σκέπτεται και πράττει λογικά, και όταν εκείνη προλαμβάνει κάθε του επιθυμία».
Ο παππούς μου, ο Γερόγυφτος, είχε και πάλι την απάντηση:
Ευχαριστώ πολύ
▪ Το κείμενο αυτό διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Παπαϊωάννου «Συζυγίες», στο βιβλιοπωλείο Μωβ Σκίουρος.
