Οι βιβλικές καταστροφές που προξένησαν οι πυρκαγιές στην Αυστραλία τους τελευταίους μήνες έφεραν το φλέγον –κυριολεκτικά– ζήτημα της κλιματικής αλλαγής στην επικαιρότητα. Ισως οι εικόνες με κάποια από το ένα δισεκατομμύριο ζώα που βρήκαν τραγικό θάνατο ή με τους πυρόπληκτους πρόσφυγες που έτρεχαν για να γλιτώσουν από ένα τοπίο Αποκάλυψης να μας κάνουν να ξανασκεφτούμε τις επιλογές μας απέναντι στη Φύση, που υφίσταται συστηματικό βιασμό από τον ανθρώπινο «πολιτισμό».
Πάντως, ό,τι και να γίνει, η Αυστραλία δεν θα είναι ποτέ η ίδια. Αξίζει τον κόπο, συνεπώς, να μάθουμε περισσότερα γι’ αυτήν, καθώς η Ιστορία της ηπείρου των 7,7 εκατομμυρίων τ.χλμ., που βρίσκεται στο νότιο τμήμα του Ανατολικού ημισφαιρίου και βρέχεται από τον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό, ανακεφαλαιώνει τη στάση του Δυτικού, «λευκού» ανθρώπου απέναντι στο περιβάλλον…
Το τοπωνύμιο «Αυστραλία» προέρχεται από τη λατινική φράση «terra australis incognita» (άγνωστη νότια γη), που δόθηκε στην Αυστραλία ήδη από τον 2ο αιώνα μ.Χ. Το σημερινό όνομά της, «Αυστραλία», καθιερώθηκε τον 18ο αιώνα από τον Αγγλο θαλασσοπόρο Μάθιου Φλίντερς. Βέβαια, η Αυστραλία ήταν «άγνωστη γη» μόνο στους Ευρωπαίους, που έφτασαν εκεί στις αρχές του 17ου αιώνα. Η μικρότερη ήπειρος, λοιπόν, ή το μεγαλύτερο νησί στον κόσμο, κατοικούνταν από τους αυτόχθονες κατοίκους της εδώ και περίπου 45 χιλιάδες χρόνια, οι οποίοι είχαν φτάσει στην Αυστραλία από τη νοτιοανατολική Ασία.
Αυτοί οι κυνηγοί και τροφοσυλλέκτες είχαν μια στενή, σωματική επαφή με τη Φύση: είχαν αναπτύξει μια πολύπλοκη προφορική παράδοση με βάση τη λατρεία της Γης και των πνευμάτων της που είχαν δημιουργήσει τον κόσμο. Οι αυτόχθονες Αυστραλοί, οι άγριοι κι ελεύθεροι Αβορίγινες (Aborigines), έρχονταν σε επαφή με αυτά τα πνεύματα μέσω των ονείρων τους…
Βέβαια, ένας τέτοιος παράδεισος αρμονίας μεταξύ Ανθρώπου και Φύσης δεν θα μπορούσε να μείνει για πολύ αλώβητος. Ετσι, δυστυχώς για τους νόμιμους κατοίκους της, η Αυστραλία κάποια στιγμή «ανακαλύφθηκε». Η πρώτη καταγεγραμμένη άφιξη στην ήπειρο πραγματοποιήθηκε το 1606 από τον Ολλανδό εξερευνητή Βίλεμ Γιάνσον. Οι Ολλανδοί χαρτογράφησαν τη δυτική και βόρεια ακτογραμμή της Αυστραλίας, δίνοντάς της το όνομα «Νέα Ολλανδία», αλλά δεν την αποίκισαν. Το 1770, ο Βρετανός εξερευνητής και θαλασσοπόρος Τζέιμς Κουκ χαρτογράφησε την ανατολική της ακτή, την οποία και διεκδίκησε για λογαριασμό του Στέμματος, με το όνομα «Νέα Νότια Ουαλία».
Ενα μέρος των πρώτων Βρετανών εποίκων και μεταναστών στην Αυστραλία ήταν κατάδικοι – η μητρόπολη ξεφόρτωνε στους Αντίποδες τα κοινωνικά της «απορρίμματα», δίνοντάς τους παράλληλα την ευκαιρία να αναμορφωθούν, εξασφαλίζοντας ακόμα ένα πετράδι για το βρετανικό Στέμμα… Οι τελευταίοι κατάδικοι έφτασαν στην Αυστραλία το 1848. Οι πρώτοι Ελληνες μετανάστες που έφτασαν στην ήπειρο ήταν επτά Υδραίοι ναυτικοί που είχαν καταδικαστεί για πειρατεία από βρετανικό ναυτικό δικαστήριο το 1829, επειδή είχαν επιτεθεί σε βρετανικό πλοίο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης… Το ωραίο είναι πως το 1836, όταν τους δόθηκε αμνηστία, οι πέντε από αυτούς επέστρεψαν στην Ελλάδα, αλλά δύο παρέμειναν στην Αυστραλία: ο Γκίκας Βούλγαρης και ο Αντώνης Μανώλης.
Ολοι αυτοί οι έποικοι, κατάδικοι και μη, επηρέασαν δραστικά τον πληθυσμό των αυτοχθόνων. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι Αβορίγινες αριθμούσαν περί το ένα εκατομμύριο άτομα. Ούτε δύο αιώνες μετά είχαν μείνει λιγότεροι από τους μισούς, κυρίως εξαιτίας των λοιμωδών νοσημάτων, που μαζί με τον Χριστιανισμό ήταν τα πρώτα «δώρα» των Ευρωπαίων στους αυτόχθονες πληθυσμούς… Ομως, πολλές χιλιάδες γηγενείς Αυστραλοί εξολοθρεύτηκαν από εποίκους που λεηλατούσαν, αγριεμένοι, τον πλούτο της ηπείρου: το έδαφος, τα δάση, τα ορυκτά της – η Αυστραλία είναι η δεύτερη χώρα παγκοσμίως στην παραγωγή χρυσού…
Οι έποικοι, ιδιαίτερα οι Βρετανοί, που άρχισαν να αποικίζουν το νησί από τα τέλη του 18ου αιώνα, αντιμετώπιζαν τους ιθαγενείς σαν έλλογα ζώα. Επί αιώνες, μέχρι το 1967, όταν με δημοψήφισμα αναγνωρίστηκε από το αυστραλιανό κράτος η ύπαρξή τους, οι Αβορίγινες δεν είχαν κανένα πολιτικό ή νομικό δικαίωμα, δεν καταμετρούνταν στις απογραφές του πληθυσμού, ενώ ήταν υποχρεωμένοι να διαμένουν αυστηρά στους καταυλισμούς τους. Επίσης, δούλευαν μόνο για το φαγητό τους, λάμβαναν στοιχειώδη ή και καθόλου εκπαίδευση, και έπαιρναν άδεια από τις Αρχές για να παντρευτούν, να επισκεφθούν συγγενείς τους ή να χειριστούν ηλεκτρικές συσκευές.
Ομως, δεν ήταν μόνο αυτά τα εγκλήματα που διέπραξαν οι Βρετανοί, κυρίως, έποικοι εναντίον των γηγενών Αυστραλών. Από το 1794 μέχρι το 1928 έγινε συστηματική γενοκτονία εναντίον τους από στρατιώτες, αστυνομικούς και παραστρατιωτικά σώματα, που σκότωναν τους Αβορίγινες σαν να ήταν ζώα, κυρίως στις περιοχές του Κουίνσλαντ, στη Δυτική Αυστραλία, τη Βόρεια Περιοχή και τη Νέα Νότια Ουαλία. Αυτή η περίοδος ονομάστηκε «the killing times» (τα χρόνια του σκοτωμού) από Αυστραλούς ιστορικούς και αποτέλεσε την πιο μελανή σελίδα της αυστραλιανής ιστορίας, κάτι για το οποίο ελάχιστοι μιλούν ανοιχτά και ακόμα λιγότεροι παραδέχονται. Στη φωτογραφία εικονίζεται το σχέδιο που ιχνογράφησε ο Νορβηγός επιστήμονας Καρλ Λούμχολτς το 1888. Αναπαριστά τη σφαγή Αβοριγίνων στο Σκαλ Χόουλ (Skull Hole: Η Τρύπα του Κρανίου), από την αστυνομία του Κουίνσλαντ.
Το απόσπασμα από επιστολή ενός Βρετανού εποίκου, του Χένρι Μέιρικ, η οποία στάλθηκε το 1846 στην οικογένειά του στην Αγγλία, είναι ανατριχιαστικό: «Οι μαύροι είναι πολύ ήσυχοι τώρα, οι κακομοίρηδες. Κανένα αγρίμι του δάσους δεν κυνηγήθηκε με τέτοια αδιάκοπη επιμονή όπως έγινε μ’ αυτούς. Αντρες, γυναίκες και παιδιά πυροβολούνται επί τόπου, όπου τους δει κανείς…»
Σήμερα, οι Αβορίγινες, σύμφωνα με την απογραφή του 2016, είναι λιγότεροι από 650 χιλιάδες άτομα, αποτελώντας μόλις το 2,8% του πληθυσμού της Αυστραλίας, αυτής της πρώην Αγνωστης Νότιας Γης…
