Και τι δεν έχει καταγραφεί για τα realities από κοινωνιολόγους και δημοσιογράφους έως ψυχολόγους και ψυχιάτρους· από την ποιότητα των χαρακτήρων των «παικτών» που στελεχώνουν τα υποπροϊόντα αυτά μέχρι την αντίστοιχη αντιληπτικότητα όσων τα παρακολουθούν. Και ενώ παρατηρούσαμε με περιέργεια τόσο τη γέννησή τους στη χώρα μας, από το Big Brother των αρχών του 2000 που μας εισήγαγε σε αυτήν τη μορφή τηλεδιασκέδασης, όσο και την πτώση τους λίγα χρόνια αργότερα από τους τηλεθεατές που έδειχναν να αποστρέφονται σταδιακά τον βόρβορο αυτό, ξαναήρθε το Power of Love να μαγνητίσει εκ νέου όσους ορέγονταν τα περίφημα δεκαπέντε λεπτά του Andy Warhol.
Στην πραγματικότητα το νέο αυτό κατασκεύασμα «κούμπωσε» περίφημα στην ελληνική τηλεόραση, η οποία προσέφερε λίγο χώρο για να εγκολπώσει αυτό το «παιχνίδι της αγάπης» με σκοπό να νεκραναστήσει την αποκοιμισμένη ηδονοβλεπτική διάθεση του κοινού.
Στο φινάλε, οι υπεύθυνοι των εκπομπών αυτών γνώριζαν πολύ καλά σε ποιους απευθύνονται για να επιτελέσουν έναν βασικό στόχο τους: την αποχαύνωση της μάζας. Ενα κοινό που αφιερώνει ώρες της ημέρας, ηρωοποιώντας ή αποδοκιμάζοντας διψασμένους για την τόνωση του ναρκισσισμού τους χαρακτήρες, νομοτελειακά, ανάμεσα στα άλλα, αλλοιώνει βάναυσα και την πολιτική του κρίση. Είναι σίγουρο ότι η μερικώς εκφασισμένη σημερινή ελληνική κοινωνία δεν προέκυψε εν μιά νυκτί. «Σιγόκαιγε» από τα χρόνια της Μεταπολίτευσης, «έβραζε» στην περίοδο της «ισχυρής Ελλάδας» για να φτάσει να «αρπάξει» μέσα στην «ευρωστία» των τελευταίων ετών πριν από την περιβόητη κρίση.
Ας πάμε πίσω στο μακρινό(;) 2004, εκεί όπου εξελισσόταν ένα άλλο «παιχνίδι»· η «μουσική ακαδημία» Fame Story στη δεύτερη εκδοχή της στην ελληνική τηλεόραση.
Τυχαία, πριν από μερικά χρόνια, έτυχε να δω στο internet κάποια επεισόδια της εκπομπής αυτής. Ανάμεσα στα άλλα, παρατήρησα κάτι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: κατά την πρώτη εμφάνιση Αλβανίδας παίκτριας, ο λαλίστατος παρουσιαστής τη ρώτησε το εξής: «Είσαι περήφανη που είσαι Αλβανή;». Παρακάμπτω το γεγονός ότι ο σπουδαίος George Carlin έχει λύσει εξαιρετικά και διά παντός το θέμα της εθνικής περηφάνιας και μένω στην επιεικώς προβληματική ερώτηση. Τι ακριβώς επιδιώκει να εκμαιεύσει ο παρουσιαστής θέτοντας αυτό το ερώτημα; Η απάντηση είναι μάλλον απλή. Να ταΐσει τους διψασμένους τηλεκανίβαλους με το αγαπημένο τους φαγητό: τη μισαλλοδοξία, κεκαλυμμένη όμως με τον μανδύα της φιλικής συζήτησης.
Οποιαδήποτε απάντηση της «παίκτριας» έμοιαζε να χορταίνει έστω και μερικώς τον όχλο, που ασμένως θα ζητωκραύγαζε όλα τα στερεότυπα με τα οποία γαλουχήθηκε από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης όλα αυτά τα χρόνια. Αυτός που σκέφτηκε να θέσει αυτήν την ερώτηση επιθυμούσε ύπουλα να ανάψει τη σπίθα που θα προκαλούσε αλλεπάλληλες εκρήξεις του θυμικού ενός επιεικώς αδρανοποιημένου μέσου νου. Και φυσικά, έχοντας απέναντί του ένα ιδιαίτερα ημιμαθές «αντίπαλο», το πέτυχε με περίσσια ευκολία.
«Ναι! Αμέ! Αμα ήξερα ότι άμα θα έβγαινα μετά από εδώ θα ήμουν διάσημος» σπεύδει να απαντήσει η μητέρα στην ερώτηση της κόρης της σχετικά με το αν θα μπορούσε να μείνει έγκλειστη στο σπίτι της «ακαδημίας» για καιρό, όπως έκανε η ίδια.
Στην παραπάνω ρήση συνοψίζεται μια ολόκληρη στάση ζωής μεγάλου μέρους της σημερινής κοινωνίας· το αγχωτικό και άσκοπο κυνήγι της δημοσιότητας ως αυτοσκοπός, το οποίο καλλιεργήθηκε μέσα από τον life-style παραλογισμό που βομβάρδιζε για χρόνια τον μέσο τηλεθεατή. Κι όταν κατέφθασαν οι εκπομπές αυτές, η αίτηση για την είσοδο στον μαγικό κόσμο της επικράτειας του ανώφελου ήταν μόνο θέμα χρόνου. Είναι αυτές οι στιγμές που η «μουσική ακαδημία» πέταγε την προβιά της επιστημοσύνης, με την οποία διακαώς προσπαθούσαν να τη συνδέσουν όσοι πήραν μέρος σε αυτήν και αποκαλυπτόταν πλέον ως στυγνή μηχανή παραγωγής «διασημοτήτων».
Ο στόχος επετεύχθη, η «διασημότητα» ήταν παρούσα και συνέθλιβε όλα τα εμπόδια που θα συναντούσε κάποιος στην περίλαμπρη και πολυδιαφημισμένη καριέρα που τον ανέμενε. Είσαι «διάσημος», άρα επιτυχημένος! Και τα μέσα ήταν πάντα παρόντα να συνεπικουρήσουν την ανέλιξη του τίποτα, πλημμυρίζοντας τις οθόνες με τους δεκάδες τηλεαστέρες σύντομης διάρκειας.
Επιλογικά, θα μπορούσε κάποιος να ψέγει τα βλαπτικά αυτά προγράμματα για ώρες. Ας συνοψίσουμε στη βασική τους «κληρονομιά»: είναι η «κουλτούρα» που δημιούργησαν στους δέκτες τους. Ας μείνουμε στο παράδειγμα του Fame Story, μιας και τα συμπεράσματα ισχύουν για όλα τα προγράμματα παρόμοιας νοοτροπίας.
«Παιχνίδια» λοιπόν όπως αυτό λειτούργησαν καταστροφικά στην αντίληψη νέων παιδιών, που επιθυμούσαν να ασχοληθούν με το τραγούδι ή καλύτερα με τη μουσική, με την τέχνη· τους ενστάλαξαν την ιδέα ότι η πραγμάτωση του στόχου τους (ή του οποιουδήποτε στόχου ζωής κατ’ επέκταση) δεν περνάει μέσα από τις κοπιώδεις ώρες στο Ωδείο, τις αγωνιώδεις πρόβες, τις αμέτρητες απογοητεύσεις, την ατελείωτη, εφ’ όρου ζωής στην πραγματικότητα, τριβή με το αντικείμενο αυτό.
Αντίθετα, ο νέος δρόμος προς την επιτυχία εξαφάνιζε την αέναη προσπάθεια και διέκοπτε αυτόματα τη σύνδεση με το καθοριστικό μέσο καλλιέργειας, το βιβλίο, το οποίο μοιραία χανόταν στο τούνελ της εφήμερης επικαιρότητας. Με αυτόν τον τρόπο έμειναν εκτεθειμένα εκατοντάδες άτομα που πέρασαν από τις μουσικές αυτές αρένες για να γίνουν διάττοντες αστέρες, όσο θα εκκολαπτόταν η επόμενη στρατιά που θα διεκδικούσε δόξα και χρήμα, ξεπουλώντας την ιδιωτικότητά της σε μίζερους καταναλωτές, πάντα έτοιμους να αποθεώσουν ή να κατασπαράξουν υπολήψεις χωρίς ιδιαίτερη σκέψη.
Αυτή είναι και μια άλλη «συνεισφορά» στους θεατές· η καλλιέργεια της δήθεν συμμετοχής στην εξέλιξη του παιχνιδιού. Πρόκειται για άτομα που επιδιώκουν φανατικά να αποπροσανατολιστούν από τα προβλήματά τους, αναλαμβάνοντας «δράση» σε άλλο πεδίο μέσω της οθόνης.
Και ιδού η καρδιά του προβλήματος: όσοι επιλέγουν να δαπανήσουν τόσο ασυλλόγιστα τον πολύτιμο χρόνο τους, αποδέχονται αυτόματα να ταΐσουν το υπαρξιακό τους κενό ζώντας στην εικονική πραγματικότητα και όχι επιστρατεύοντας τη σκέψη του Καστοριάδη, του Ραφαηλίδη ή του Μπέκετ. Θυμίζω ότι ο τελευταίος έκανε λόγο για «θανατοποιό συνήθεια».
* Ηθοποιός-Θεατρολόγος
