Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η πρώτη αντικαπνιστική νομοθεσία στην Ελλάδα, που χρονολογείται από το 1856, δεν έγινε για την προστασία της υγείας, αν και το λεγόμενο -τότε- «χάρτινο τσιγάρο» είχε κυριεύσει ως μόδα τους πάντες…

Στόχος του Βασιλικού Διατάγματος της περιόδου του Οθωνα, όπως αναφέρεται ξεκάθαρα σ’ αυτό, ήταν να προληφθούν ατυχήματα από πυρκαγιές και αφορμή για την έκδοσή του έδωσε μια μεγάλη καταστροφική φωτιά στο κτίριο του Τελωνείου Πειραιά.

Μάλιστα, κάποιες εφημερίδες της εποχής είχαν αφήσει ξεκάθαρα υπονοούμενα ότι η λήψη του μέτρου έγινε προσχηματικά για να μην τιμωρηθεί ο διευθυντής του Τελωνείου, αδελφός του πρωθυπουργού Δ. Βούλγαρη.

Ετσι, η… ανάσυρση του Διατάγματος από τον Πανελλήνιο Ιατρικό Σύλλογο για τον εμπλουτισμό μιας ανακοίνωσης για «τις πρωτοβουλίες του Πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, και της ηγεσίας του Υπουργείου Υγείας για ενεργοποίηση του αντικαπνιστικού νόμου, αρχής γενομένης από τα δημόσια κτίρια» ήταν, ιστορικά, μάλλον άστοχη.

Αυτή η εν πολλοίς άγνωστη ιστορία «ξετυλίγεται» το καλοκαίρι του 1856, λίγους μήνες μετά το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου και ενώ ο Πειραιάς συνεχίζει να βρίσκεται υπό αγγλογαλλική κατοχή και συγκεκριμένα στα τέλη του Ιουλίου.

Προηγήθηκε, το βράδυ της 24ης προς 25η Ιουλίου, μια μεγάλη φωτιά στο κτίριο του Τελωνείου Πειραιά. Στο ισόγειο υπήρχε η αποθήκη εμπορευμάτων και στον πρώτο όροφο τα γραφεία του Τελωνείου, του Λιμεναρχείου, του Υγειονομείου και του Ταχυδρομείου.

Σύμφωνα με τις εφημερίδες της εποχής («Αθηνά», 26.7.1856 και «Η Ελπίς», 29.7.1856), η φωτιά εκδηλώθηκε μετά τις 4 το μεσημέρι, οπότε έκλεισαν τα γραφεία, στον κλειστό χώρο της αποθήκης εμπορευμάτων. Για πολλές ώρες σιγόκαιγε τα εμπορεύματα χωρίς να βγαίνουν καπνοί από τα μικρά παράθυρα, με αποτέλεσμα να μη γίνει αντιληπτή από τους σκοπούς εξωτερικά του κτιρίου.

Ωστόσο, γύρω στα μεσάνυχτα, αφού πλέον έκαψε τα εμπορεύματα, η φωτιά επεκτάθηκε σε μια ξύλινη αποβάθρα η οποία συνέδεε την αποθήκη με τον επάνω όροφο. Τότε οι φλόγες ξεχύθηκαν ορμητικές και κατέστρεψαν ολοσχερώς το κτίριο.

Οι αρχικές εκτιμήσεις ανέφεραν ότι οι ζημιές στο κτίριο ξεπερνούσαν τις 200.000 δραχμές, ποσό πολύ μεγάλο για την εποχή (για να υπάρχει μέτρο σύγκρισης, να αναφερθεί ότι η ετήσια μισθοδοσία των αξιωματικών του Ναυτικού, βάσει του προϋπολογισμού του 1855, ήταν 284.300 δραχμές). Η αξία των κατεστραμμένων εμπορευμάτων υπολογιζόταν επίσης σε περίπου 200.000 δραχμές.

Οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες άφηναν υπόνοιες για εμπρησμό αλλά η φιλοκυβερνητική «Ελπίς», σε εκτενέστατο, πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ, θεώρησε ως πιθανότερο το ατύχημα «εξ απροσεξίας διά τινος εν τη μεγάλη αποθήκη ριφθέντος τσιγάρου».

Στο ίδιο ρεπορτάζ διαβάζουμε ότι «η εφεύρεσις των χαρτίνων σιγάρων επηύξησε τους κινδύνους της πυρκαϊάς» αλλά, όπως σημειώνεται, τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ελλάδα αυτά τα τσιγάρα είχαν γίνει μόδα, με αποτέλεσμα να βλέπει κανένας ακόμα και 8χρονα παιδιά να καπνίζουν!

Παρακάτω, το θέμα επικεντρώνεται στις δημόσιες υπηρεσίες, με αναφορές σε υπαλλήλους που καπνίζουν περισσότερα τσιγάρα από όσες λέξεις γράφουν καθημερινά στο χαρτί τους (θυμίζουν κάτι τέτοια… επιχειρήματα;), αδιαφορώντας εάν στα γραφεία υπάρχουν πολλά εύφλεκτα υλικά…

Καταλήγοντας, η εφημερίδα πρότεινε προς την κυβέρνηση, η οποία φαίνεται ότι είχε διοχετεύσει το συγκεκριμένο δημοσίευμα, «να λάβη μέτρα ώστε του λοιπού ν’ απαγορευθή επί ποινή αυστηροτάτη (…) το κάπνισμα εντός των δημοσίων καταστημάτων».

Είναι αξιοσημείωτο ότι η πρόταση περιελάμβανε ως εναλλακτική λύση για τους καπνιστές τη δημιουργία… καπνιστηρίων στις υπηρεσίες, αλλά δεν είναι γνωστό εάν αυτό εφαρμόστηκε.

Συγκεκριμένα, η εφημερίδα πρότεινε να υπάρχει ένα δωμάτιο στο οποίο θα πηγαίνει «ο αισθανόμενος την ανάγκην του καπνίζειν» και αυτό να επιτηρείται από ειδικό φύλακα που θα το σκουπίζει πριν κλείσουν τα γραφεία, ελέγχοντας να μην έχει μείνει αναμμένο τσιγάρο.

Λίγες μέρες μετά, στις 4 Αυγούστου, η αντιπολιτευόμενη εφημερίδα «Ανεξάρτητος» σατιρίζει και κατακρίνει την ιδέα της απαγόρευσης του καπνίσματος.

Μάλιστα, τονίζει ότι πρέπει να τιμωρηθούν παραδειγματικά ο διευθυντής του Τελωνείου (ο τελώνης, όπως ονομαζόταν) και οι άλλοι υπάλληλοι, ενώ για τον διευθυντή λίγες ημέρες αργότερα η εφημερίδα «Αθηνά» έγραφε ότι ήταν αδελφός του πρωθυπουργού Βούλγαρη και έθετε ερωτήματα για κακοδιαχείριση.

Αντιπυρική… απαγόρευση

«Η “Ελπίς” προτείνει ως τρόπον προφυλάξεως την απαγόρευσιν του καπνίζειν εν αυτοίς (σ.σ. στα δημόσια καταστήματα) αλλά ημείς προτείνομεν να γείνωσιν αυστηραί ανακρίσεις και να καταδιωχθώσι σκληρώς οι υπάλληλοι», έγραφε ο «Ανεξάρτητος». Και συνέχιζε καυστικά:

«Ούτω θέλουσι λάβει μέτρα αυτοί οι διευθυνταί των καταστημάτων και περί του καπνίζειν και περί του σηγαρίζειν και περί του τηγανίζειν και περί των άλλων γελοίων των Ελπίδος».

«Ναι μεν υπάρχουσιν οι χάρτινοι φάκελλοι, αλλά τις υπάλληλος είναι τόσον κουτός, ώστε να ρίψη το σιγάρον του επί των κατά μέρος τεθειμένων φακέλλων, και ουχί επί του εδάφους, εφ’ ου υπάρχει κόνις ικανή να σβέση και το χονδρότατον σιγάρον;», σημείωνε, επίσης σατιρικά, η εφημερίδα.

Ωστόσο, την ίδια μέρα (4/8) είχε κυκλοφορήσει και η Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 36) με το Βασιλικό Διάταγμα «Περί απαγορεύσεως του καπνίζειν εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων», το οποίο υπέγραφε η βασίλισσα Αμαλία, επειδή ο Οθων από τον Ιούνιο απουσίαζε στη Γερμανία.

Αντιπυρική… απαγόρευση

Το Διάταγμα, που είχε εκδοθεί μετά από πρόταση του πρωθυπουργού και υπουργού Εσωτερικών Δ. Βούλγαρη, ανέφερε:

«Θέλοντες να προλάβωμεν όσον ένεστι τα εξ ενδεχομένων πυρκαϊών δυστυχήματα, επί τη προτάσει του Ημετέρου επί των Εσωτερικών Υπουργών, απεφασίσαμε και διατάττομεν.

Α’ Απαγορεύεται η χρήσις του καπνίζειν είτε διά καπνοσυρίγκων (τσιμπουκίων), είτε διά σιγάρων, εις πάντας εν γένει τους υπαλλήλους και υπηρέτας του Κράτους εντός των δημοσίων γραφείων και καταστημάτων.

Β’ Η απαγόρευσις αύτη επεκτείνεται και εις πάντα άλλον προσερχόμενον εις τα ειρημμένα καταστήματα και γραφεία χάριν υποθέσεως ή άλλης τινός αιτίας».

Σε ό,τι αφορά τις πυρκαγιές, μάλλον δεν πέτυχε τον σκοπό του. Για την υγεία δεν το συζητάμε, άλλωστε δεν ήταν στους στόχους του…

Πηγές: εφημερίδες «Αθηνά», «Ανεξάρτητος», «Η Ελπίς», Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Βουλής