Ενα ζήτημα που ανέκυψε κατά την πρώτη φάση αναθεώρησης του Συντάγματος και παραμένει επίμαχο είναι το κατά πόσο η παρούσα Βουλή είναι ελεύθερη να ορίσει κατά το δοκούν το περιεχόμενο των άρθρων τα οποία η προηγούμενη Βουλή έχει προκρίνει ως αναθεωρητέα.
Δεν είμαι συνταγματολόγος ώστε να γνωματεύσω τι προβλέπει σχετικά –αν προβλέπει– το άρθρο 110 του ισχύοντος Συντάγματος. Ωστόσο, επειδή το ζήτημα είναι πράγματι κρίσιμο, με την ιδιότητα και μόνο του ενδιαφερόμενου πολίτη, τολμώ να ισχυριστώ ότι μια απροϋπόθετη εν προκειμένω ελευθερία θα ήταν πολιτικά και λογικά αδιανόητη. Εξηγούμαι.
Στην προηγούμενη Βουλή κάθε πρόταση για την αναθεώρηση ενός συγκεκριμένου άρθρου εισήχθη προς συζήτηση με ένα ορισμένο σκεπτικό. Η αναθεώρηση του άρθρου 3, για παράδειγμα, προτάθηκε με το σκεπτικό ότι το κράτος μας πρέπει να είναι όχι μόνο ανεξίθρησκο, αλλά και ουδετερόθρησκο.
Παρά την άκρως μετριοπαθή διατύπωση της πρότασης, το άρθρο αυτό κρίθηκε αναθεωρητέο μόνο με απλή πλειοψηφία και, όπως ήδη έσπευσε να διαβεβαιώσει τον αρχιεπίσκοπο ο νυν πρωθυπουργός, δεν πρόκειται να τροποποιηθεί, δεδομένου ότι η Ν.Δ. με τους 158 βουλευτές της έχει κάθε δικαίωμα να εμμείνει στην αρχική της θέση.
Ας υποθέσουμε όμως –δίκην νοητικού πειράματος– ότι στη σύνθεση της Βουλής που προέκυψε από τις πρόσφατες εκλογές έχει αναδειχθεί μια πλειοψηφία 180 και πλέον βουλευτών εμφορούμενων από την πεποίθηση ότι το νεοελληνικό έθνος είναι υποστασιακά συνυφασμένο με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Θα ήταν άραγε επιτρεπτό η πλειοψηφία αυτή παραβλέποντας την εκπεφρασμένη πρόθεση της προηγούμενης Βουλής να αναθεωρήσει το άρθρο 3, αναβαθμίζοντας την «επικρατούσα» θρησκεία σε «επίσημη»;
Μια τέτοια ελευθερία μάλλον θα καθιστούσε αδικαιολόγητες τις πρόνοιες εκείνες του άρθρου 110 (δύο ψηφοφορίες στην προτείνουσα Βουλή, νέα ψηφοφορία στην επόμενη, απαίτηση για εναλλάξ απλή και αυξημένη πλειοψηφία), με τις οποίες ο συντακτικός νομοθέτης φαίνεται να αποβλέπει σε ευρεία συναίνεση κατά την αναθεωρητική διαδικασία, ακόμη και μετά μια σημαντική αλλαγή στη σύνθεση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Θα ήταν παράδοξο η συναίνεση να αφορά μόνο την έκταση της αναθεώρησης, με τους συναινούντες κατά την πρώτη φάση της να αγνοούν πλήρως το περιεχόμενο που θα της προσδώσει η επόμενη Βουλή.
Αν είναι βάσιμο το επιχείρημα ότι δεν είναι δημοκρατικά αποδεκτό η νέα λαϊκή αντιπροσωπεία να δεσμεύεται από τη βούληση της προηγούμενης, τότε με την ίδια λογική δεν θα έπρεπε να δεσμεύεται ούτε από την απόφαση που όρισε τα αναθεωρητέα άρθρα, όπως εν τούτοις επιβάλλει το άρθρο 110.
Ωστόσο, ανεξάρτητα από τις όποιες λογικές ενστάσεις, το άρθρο 110, κατά γράμμα ερμηνευόμενο, δεν αποκλείει τη δυνατότητα της αναθεωρητικής Βουλής να απεμπλακεί εντελώς από τις κατευθύνσεις που προδιέγραψε με την απόφασή της η προτείνουσα.
Σε τι είδους κοινοβουλευτικά τερτίπια μπορεί να οδηγήσει όμως αυτή η ερμηνεία φάνηκε ήδη από την αιφνιδιαστική υπόδειξη του Ν. Αλιβιζάτου για τη δυνατότητα να τροποποιηθεί με 180 ψήφους ρητή διάταξη του άρθρου 54, παρ.1, που είχε υιοθετηθεί με ευρύτατη πλειοψηφία από την αναθεωρητική Βουλή του 2001, έτσι ώστε να αποτραπεί η εφαρμογή της απλής αναλογικής στις επόμενες εκλογές (βλ. και το έξοχο άρθρο της συνταγματολόγου Ιφ. Καμτσίδου στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της 18ης Ιουλίου ε.ε., σ. 12).
Εύχομαι η πλειονότητα των μελών της παρούσας αναθεωρητικής Βουλής να επιδείξει την απαιτούμενη δημοκρατική ευαισθησία και να μην ενδώσει στην ευκαιριακή εκμετάλλευση της δημιουργικής ασάφειας που χαρακτηρίζει το άρθρο 110. Γιατί τελικά ό,τι είναι ενδεχομένως συνταγματικά θεμιτό δεν είναι κατ’ ανάγκην πολιτικά και λογικά ορθό.
