Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αυτή είναι η αρρώστια μας. Ο διαχωρισμός του μυαλού, που σταματά πια να δουλεύει αρμονικά και ακέραια. Από τη μια το συναίσθημα που θέλει και χρειάζεται, από την άλλη μια λογική που επιβάλλει και επιβάλλεται. Στη μέση “ο μεσάζων”, μια συνείδηση που προσπαθεί να βρει τη λύση, το πώς θα συνεργαστούν οι δύο αυτοί ισχυροί αρχηγοί. Ο τελευταίος, εν τέλει, κλονίζεται. Αρρωσταίνει. Μεταμορφώνεται και επιτίθεται… Γίνεται ένας δεύτερος εαυτός. Αρρωσταίνει. Μεταμορφώνεται και επιτίθεται… Γίνεται ένας δεύτερος εαυτός. “Φιγούρα” ονομάστηκε ο δικός μου άρρωστος εαυτός, ως μια πρώτη προσπάθεια να τον διαχωρίσω από αυτό που πραγματικά ήμουν και να καταφέρω να τον αποβάλω».

Ετσι συστήνει η Λουκία Κονιδάρη το βιβλίο της, που αποτελεί ουσιαστικά μια de profundis εξομολόγηση, μια μαρτυρία για την περιπέτεια της νευρικής ανορεξίας. Αυτή την πορεία προς τον θάνατο και την επιστροφή στη ζωή η Λουκία τη διάνθισε με σκίτσα.

«Η Φιγούρα» καταγράφει τον τρόπο που βλέπει η ίδια το σώμα της στα διάφορα στάδια, καθώς επιστρέφει από τον προσωπικό της εφιάλτη.

Σκιτσο-γραφώντας τη νευρική ανορεξία

Μια νέα κοπέλα που ασχολείται επαγγελματικά με τον χορό –αλήθεια έπαιξε αυτή η ενασχόλησή της κάποιο ρόλο στην επαφή με το σώμα της;

Μια κοπέλα που αποτυπώνει την εμπειρία της και βρίσκει το κουράγιο να πει: «Εγώ δεν θα ζήσω στο περίπου από εδώ και πέρα»:

«Η νευρική ανορεξία είναι μια διαταραχή που ο καθένας τη βιώνει με διαφορετικό τρόπο. Στη δική μου ιστορία, όλα συνέβησαν γρήγορα, μα αρκετά οδυνηρά. Υποφέροντας από τα πρώιμα εφηβικά μου χρόνια από βουλιμία, ουσιαστικά μεγάλωσα και ωρίμασα μέσα σε αυτήν την καταστροφική πεποίθηση, ότι το φαγητό βλάπτει το σώμα μου, την οποία ερέθιζε ακόμη περισσότερο η ενασχόλησή μου τον χορό. Η ανορεξία ξεκίνησε όταν μετακόμισα στην Αθήνα πια ως φοιτήτρια σε επαγγελματική σχολή χορού και αποφάσισα να αναλάβω και να “φτιάξω” επιτέλους τη χρόνια παθολογική σχέση που είχα με το φαγητό. Ο χορός ωστόσο ήταν απλώς η αφορμή για να σταματήσω να τρώω, υποθέτω ότι θα κατέληγα στο ίδιο αποτέλεσμα ακόμη κι αν δεν χόρευα. Μέσα σε δυο μήνες έχασα σχεδόν δέκα κιλά, χωρίς καν να καταλαβαίνω πώς. Το σώμα μου άρχισε να υπολειτουργεί, δίνοντάς μου ξεκάθαρες πληροφορίες ότι κάτι δεν πάει καλά (διακοπή περιόδου, κόπωση, απουσία σάλιου και ιδρώτα, ανεξήγητα ρίγη κ.ά.), αλλά εγώ δεν καταλάβαινα τίποτε. Ισως το πιο τρομακτικό μέρος της ασθένειας αυτής είναι ακριβώς αυτή η πλάνη. Η ανικανότητα να νιώσεις το καθετί και να συνειδητοποιήσεις πόσα έχεις χάσει χωρίς να το καταλάβεις. Μέσα σε τρεις μήνες ήμουν ένας τελείως διαφορετικός άνθρωπος. Θλιβερά ευτυχισμένος με τη μοναξιά και την ησυχία του, ανίκανος να επηρεαστεί από οποιοδήποτε συναίσθημα πια, νόμιζε ότι είναι ανίκητος. Οποιος δεν καταλάβει την παγίδα αυτή της αναισθησίας, δεν μπορεί εύκολα να βγει από αυτόν τον “Γολγοθά”».

«Δεν θυμόμουν καν πώς είναι να νιώθεις»

«Για μένα η στιγμή της πρώτης συνειδητοποίησης ήρθε όταν επισκέφθηκα το πατρικό μου σπίτι στα Γιάννενα, τα Χριστούγεννα. Οι συγγενείς και οι φίλοι μου είχαν σοκαριστεί. Μου μιλούσαν ο ένας μετά τον άλλον, προσπαθώντας να με κάνουν να καταλάβω ότι δεν είμαι αυτή που ήμουν, ότι κινδυνεύει η ζωή μου, αλλά εγώ περισσότερο τους απέρριπτα, παρά τους άκουγα. Εβλεπα τη μητέρα μου να κλαίει και δεν ένιωθα τίποτε και δεν θυμόμουν καν πώς είναι να νιώθεις… Μέχρι που την Πρωτοχρονιά ξεκίνησαν να συμβαίνουν μία μετά την άλλη μικρές μαγικές στιγμές, που απλώς μου θύμισαν κάτι από την παλιά Λουκία. Σαν μικρά θαύματα, αρκετά για να με κάνουν να αναρωτηθώ γιατί δεν αισθάνομαι, γιατί δεν κλαίω, δεν χαίρομαι, γιατί δεν μπορώ να δείξω την αγάπη μου. Και για πρώτη φορά ένα πρωί, καθώς έβαζα το καλσόν μου, είδα το δέρμα στις γάμπες μου που κρεμόταν ζαρωμένο και τους μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια μου. Δεν παραδέχτηκα ότι το βάρος μου ήταν προβληματικό, αλλά το ήξερα πλέον ότι κάτι συνέβαινε. Επειτα γύρισα στην Αθήνα με τη μαμά μου και εκεί ξεκίνησε η πραγματική μάχη. Η θεραπεία».

Οι φιγούρες της Λουκίας

Το βιβλίο προέκυψε με έναν αστείο ίσως τρόπο, λέει η Λουκία:

«Από όταν έμαθα τα γράμματα, θυμάμαι τον εαυτό μου να γράφω. Ιστορίες, ποιήματα, σκέψεις, συμπεράσματα. Οταν όμως ξεκίνησα να υποσιτίζομαι, έχασα τη συγγραφική μου διάθεση και ικανότητα. Δεν ξέρω γιατί συνέβαινε αυτό, ξέρω μόνο ότι είχα δυσαρεστηθεί πολύ από την ξαφνική μη παραγωγικότητά μου και έτσι, για να βρω έναν τρόπο να εκφραστώ, άρχισα να ζωγραφίζω. Οταν η κατάστασή μου βελτιώθηκε και γύρισα να κοιτάξω τις ζωγραφιές αυτές, παρατήρησα ότι μία προς μία φανέρωναν το κάθε στάδιο και το κάθε χαρακτηριστικό της πορείας μου.Ουσιαστικά, τα σκίτσα αυτά ήταν που μου διηγήθηκαν την ιστορία και βοήθησαν και μένα να καταλάβω πού βρίσκομαι».