ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Έφη Μαρίνου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας αξιωματικός του Ναυτικού, ένας πρόξενος, ένας συγγραφέας, ένας δημοσιογράφος, μια σπιτονοικοκυρά, μια καμαριέρα. Και στη μέση μια κοπέλα που έχει χάσει εραστή, αρραβωνιαστικό, δουλειά και αξιοπρέπεια. Ολοι προσπαθούν να πείσουν αλλά αποτυγχάνουν να εκφράσουν τι τους συμβαίνει, οι συμπεριφορές μεταβάλλονται συνεχώς, η αλήθεια και το ψέμα αναζητούνται χωρίς επιτυχία, η επικοινωνία χάνεται -ακόμα και η γλώσσα δεν είναι αρκετή.

Ο Γιάννος Περλέγκας, ηθοποιός και σκηνοθέτης, ανεβάζει στη Σκηνή της Φρυνίχου του Θεάτρου Τέχνης το έργο του Λουίτζι Πιραντέλο «Να ντύσουμε τους γυμνούς». Και μ’ αυτή την αφορμή μας μιλάει για την παράσταση, το θέατρο που προτιμά να κάνει, τα όριά του μέσα στη συνθήκη της δουλειάς, το δώρο της συνεργασίας του με τον Βασίλη Παπαβασιλείου στο «Relax… MyNotis», την απώλεια της μητέρας του. Μας μιλάει για τη χαρά που πρέπει να αντικαταστήσει τον θρήνο στην αναζήτηση του δίκιου της Αριστεράς.

«Το θέατρο είναι υπέροχο όταν δεν είναι ιδρυματικό»

Συνέντευξη

● Από τον Βορρά στον Νότο, από τον Μπέρνχαρντ με τον «Αδαή και Παράφρονα» στον Πιραντέλο και το «Ντύνοντας τους γυμνούς».

Η σκέψη ότι η Ελένη Παπαδάκη στην παράσταση του Ροντήρη το 1935 είχε κάνει μια μεγαλειώδη ερμηνεία στο ρόλο της Ερσίλια, με οδήγησε στο ανέβασμα του έργου ώστε να ξαναβρεθώ μ’ έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους στη ζωή μου και το θέατρο, τη Μαρία Πρωτόπαππα.

Ο Πιραντέλο γράφει το έργο, που με την πρώτη ματιά μοιάζει ηθογραφία, μελόδραμα, μια ερωτική ιστορία βραζιλιάνικου επιπέδου, το 1922, αμέσως μετά τα «Εξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» κι ενώ είχε περάσει στο φασιστικό κόμμα.

Ηταν ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, με πολλά προβλήματα στην προσωπική του ζωή, σημαδεμένος από οικογενειακές τραγωδίες των γονιών του αλλά και στον γάμο του. Η γυναίκα του είχε τρελαθεί, τα παιδιά του έκαναν απόπειρες αυτοκτονίας, η σχέση με την κόρη του ήταν αμφιλεγόμενη -πρόσωπο που νομίζω ότι στο έργο καθρεφτίζεται πάνω στην Ερσίλια. Κι εδώ παίζει με τα πολλαπλά κάτοπτρα, τις μάσκες.

Λένε πως ο… πιραντελικότερος Πιραντέλο ανεβαίνει στην Ελλάδα. Δεν εστιάσαμε μόνο στα κατοπτρικά παιχνίδια των εαυτών, αξιοποιήθηκε το μεσογειακό αλλά και το θεολογικό στοιχείο, έντονο στο κείμενο.

● Πώς φαίνεται αυτό στη σκηνή;

Συγκεντρώθηκα σε μια φράση του Πιραντέλο: «Το θέατρό μου είναι γεμάτο συμπόνια και σαρκασμό για όσους εξαπατούν τον εαυτό τους». Αναζητώντας τους δραματουργικούς του προγόνους οδηγήθηκα στον Δάντη. Το «Να ντύσουμε τους γυμνούς» προέρχεται από εδάφιο στο Κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, η φράση «oh mio Dio» ακούγεται στο κείμενο 80 φορές.

Ο Πιραντέλο, εχθρός του Καθολικισμού, επιχειρεί μια ανάποδη παραβολή για τους Καλούς Σαμαρείτες με κεντρικό πρόσωπο μια κατατρεγμένη κοπέλα η οποία, στο τέλος, ξεσκεπάζει την υποκρισία όλων των «σωτήρων» της.

● Οι ήρωες δεν τοποθετούνται στο διαμέρισμα, όπου διαδραματίζεται το έργο, αλλά πάνω σε μια κλίμακα επτά σκαλοπατιών που οδηγούν στο Καθαρτήριο…

Ολα τα πρόσωπα πάνω σ’ αυτήν τη σκάλα, όπου κάθε σκαλί της συμβολίζει κι από ένα θανάσιμο αμάρτημα, παλεύουν για εξαγνισμό. Να φτάσουν στο 8ο σκαλί, εκεί όπου βρίσκεται η Εδέμ υπό τη μορφή του κήπου των επίγειων απολαύσεων του Ιερώνυμου Μπος.

Η ακροβασία με τη σκάλα με απομάκρυνε από τη ρεαλιστική απεικόνιση και με συνέδεσε με ό,τι σημαίνει νότια Ιταλία. Επιλέξαμε να διατηρήσουμε αρκετές φράσεις στα ιταλικά, για να μη χαθεί η μουσικότητα της γλώσσας και του νοήματος.

Ο Πιραντέλο, εξαιρετικά δύσκολος συγγραφέας, αν και κοντινός του Τσέχοφ, φέρει έντονα τα χαρακτηριστικά της χώρας του, την κομέντια, τον τύπο του Μεσόγειου απατεώνα, το ευτελές, την τρέλα του θεάτρου.

Το στοίχημα ήταν να μην πρυτανεύσει η εγκεφαλικότητα στο στήσιμο. Επρεπε όλες οι σκέψεις που λειτούργησαν στο δραματουργικό πλαίσιο να ξεχαστούν πάνω στη σκηνή.

Ευτυχώς που υπάρχει ο Βασίλης Παπαβασιλείου

● Πώς ήταν η εμπειρία να μοιράζεστε τη σκηνή με τον Βασίλη Παπαβασιλείου στο «Relax… Mynotis»;

Η συνάντηση μ’ αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο σ’ ένα έργο με δεκάδες επίπεδα ήταν προσωπικό δώρο. Οταν, με ό,τι του συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, λέει «νιώθω ότι δεν μου χρωστάει κανένας τίποτα» το εννοεί απόλυτα. Σήμερα, που όλοι μιλούν χωρίς ν’ ακούνε, ευτυχώς που έχω ν’ ακούω τον Βασίλη. Το μεγαλειώδες στην περίπτωσή του είναι πως δεν είναι τοτέμ…

Σου λέει: «Μίλα. Βρες τη φωνή σου, μη σε παραλύει ο θαυμασμός στο κάδρο, στον μεγάλο πρόγονο». Σκέφτεται τόσο πολύ σ’ όλη του τη ζωή που, όταν φτάνει η στιγμή να το κάνει, καταφέρνει να μη σκέφτεται -γιατί δεν πρέπει να σκέφτεται. Ναι, είναι πολύ θυμωμένος. Κι ο θυμός είναι καλό καύσιμο για να βγαίνουμε στη σκηνή με τον εαυτό μας, δηλαδή μ’ έναν εαυτό που δεν είναι έρμαιο μιας ιδρυματικής συνθήκης.

Ο Βασίλης δεν είναι «πατέρας» κανενός. Ενώ είναι νεότερος όλων ημών των νέων, χτίζει ισότιμα τη σχέση του. Οπως λέει στο Relax: «σκότωσα τον εαυτό μου για να μείνω ελεύθερος σαν παιδί». Ποιος νέος αποφασίζει να σκοτώσει κάτι; Αντίθετα παλεύουμε στη δουλειά μας να διατηρούμε σχέσεις με θεσμούς νομίζοντας ότι έτσι θα υπάρξουμε.

Οταν σ’ ενδιαφέρει περισσότερο η διατήρησή σου μέσα σ’ ένα σύστημα παρά η πολιτική σου λειτουργία στη σκηνή, δεν είσαι ελεύθερος. Πόσο μάλλον όταν μεσολαβεί κι αυτός ο άθλιος οικονομικός παράγοντας.

Ο Βασίλης είναι για μένα παράδειγμα, αναπνοή, βηματισμός. Το κατάλαβα όταν κινδύνευσα να ιδρυματοποιηθώ εμπλεκόμενος με ιδρύματα, με κάποιους σκηνοθέτες, με σχέσεις όπου διατηρούσα για να μπορώ να υπάρχω στον χώρο. Κάποτε αυτά, γιατί τώρα έχουν κοπεί μαχαίρι.

● Χωρίς κόστος;

Το θέμα είναι τι επιλέγεις. Τότε το κόστος ήταν να μην πληρωθώ για τη δουλειά μου διασφαλίζοντας όμως τις αμοιβές των συνεργατών και των ηθοποιών. Το όνειρό μου δεν είναι να σκηνοθετήσω στη Στέγη. Παίζω και μπουζούκι όπως ξέρεις. Κι αυτό με γειώνει, με τοποθετεί σωστά. Στα δύσκολα θα βγάζω το μεροκάματο όπως όταν έκανα τον «Καντ», άλλο αν διαλύθηκα από την κούραση.

● Μήπως ενοχοποιούμε υπερβολικά τη θεσμική ασφάλεια που προσφέρουν κάποια ιδρύματα που ωστόσο παρουσιάζουν φροντισμένες παραγωγές και συχνά με πολυπληθείς θιάσους;

Δεν αναφέρομαι μόνο στη Στέγη αλλά και στο Φεστιβάλ, στο Εθνικό Θέατρο. Μιλάω για την ιδρυματοποίηση του ηθοποιού και -σε ό,τι με αφορά- μπορώ να τεκμηριώσω ότι της διέφυγα.

Μετά τον «Αδαής» όποια δουλειά έκανα με όρους παραγωγής Στέγης ή Φεστιβάλ, δηλαδή έχοντας να διαχειριστώ ένα συνολικό ποσόν για την παράσταση, ωστόσο πολύ μικρό, στο τέλος προτίμησα να μην πληρωθώ εγώ παρά οι συνεργάτες μου.

● Ο «Αδαής» παίχτηκε σε τρεις διαφορετικούς χώρους. Τι άλλαζε κάθε φορά στην παράσταση;

Κυρίως το εργασιακό πλαίσιο. Μετά το Εθνικό, έκανα την παραγωγή μόνος στο Ιδρυμα Κακογιάννη. Την τρίτη φορά στο «Πορεία», μπόρεσα να συζητήσω με τον Δ. Τάρλοου τις αμοιβές όλων μας, αλλά και πάλι ρίσκαρα. Κι αυτό το τρίτο ανέβασμα ήταν ιδιαίτερο καθώς συνδέθηκε πολύ με την αρρώστια της μητέρας μου.

Δεν θέλω να κάνω σκηνοθετική καριέρα στις πλάτες των άλλων. Αν δεν μπορώ να εξασφαλίσω τους σωστούς όρους εργασίας, είτε βρίσκοντας πόρους είτε ρισκάροντας δικά μου χρήματα ώστε να γίνει η παράσταση με απόλυτη αξιοπρέπεια, όχι, δεν είμαι διατεθειμένος να σκηνοθετώ. Είμαι πανέτοιμος να σταματήσω.

● Ενδιαφέρεστε σχεδόν εμμονικά για την προϋπόθεση του καθαρού εργασιακού τοπίου.

Δεν θέλω να υποτιμώ τις συνθήκες επιβίωσης των ανθρώπων, τη διασφάλιση της αμοιβής τους. Δεν είμαστε ερασιτέχνες. Είναι δουλειά που γίνεται από κάποιους που έχουν ματώσει για να διακινδυνεύουν παρουσία, λόγο, πάνω στη σκηνή.

● Ποια δύναμη μπορεί να τα υπονομεύσει αυτά;

Η παγκόσμια εκφραστική δημοκρατία που λέει ο Βασίλης… Το ότι όλα είναι αφηγούμενα. Το YouTube, οι 1.500 παραστάσεις της Αθήνας που επιτρέπουν σε όλους να είμαστε σκηνοθέτες, ηθοποιοί.

Ο ηθοποιός δεν είναι το βιογραφικό του. Είναι άξιος να λέγεται ηθοποιός κάθε ξεχωριστό βράδυ που το αποδεικνύει στη σκηνή.

Πρέπει να μελετάμε, να αντλούμε συνεχώς τη δύναμη να επανεφευρίσκουμε τον λόγο που μας σπρώχνει σ’ αυτή τη δουλειά.

● Περισσότερο σκηνοθέτης πλέον παρά ηθοποιός;

Δεν πιστεύω καν ότι είμαι σκηνοθέτης. Είμαι ηθοποιός που έχει υπάρξει μέτριος -και το εννοώ, σε σχέση με τα δικά μου αιτούμενα. Ηθοποιός που έχει υποφέρει γιατί έπρεπε να εξυπηρετήσει διάφορες σαθρές καλλιτεχνικές συνθήκες, που δεν είχε την ελευθερία να αναπνεύσει στη σκηνή. Εχω παίξει σε 50 παραστάσεις, δεν έχω καημό για ρόλους.

Πέρασα στον ρόλο του σκηνοθέτη για να εμψυχώνω τους συναδέλφους, για να τους βλέπω να αναπνέουν στη σκηνή, να μην αγωνίζονται να εκπληρώσουν το «όραμα» ενός «μεγάλου μυαλού» από κάτω, ενός μαλάκα δηλαδή. Και βέβαια για να είναι ελεύθεροι πρέπει και να πληρώνονται. Μ’ αυτό τον τρόπο σκηνοθετώ κι ελπίζω να μην περάσω ποτέ στην άλλη κατηγορία. Επομένως δεν με απασχολεί καθόλου η καριέρα.

Εχοντας κακοπάθει στο παρελθόν, η συνάντησή μου με τον Βασίλη καλλιέργησε πράγματα που υπήρχαν ήδη μέσα μου ώστε να μπορώ να διεκδικώ την ελευθερία μου. Αλλιώς θα είναι σαν να με προδίδω κάθε μέρα…

● Ομως η φιλοδοξία δεν αποτελεί για τους καλλιτέχνες κινητήρια δύναμη δημιουργίας;

Πίστεψέ με, δεν είμαι πιο πάνω από το ψώνιο μου. Οπως λέει ο φίλος μας Βασίλης κάθε τι απειλείται από αυτό που το συνιστά… Το θέατρο πεθαίνει από το πολύ θέατρο. Είναι καλό όσο δεν είναι ανθυγιεινό, ιδρυματικό.

Κάποιοι άνθρωποι σκύβουν πάνω από ένα κείμενο που τους συγκινεί, ακονίζουν ερωτήματα, προβληματίζονται και, ίσως, καταφέρουν ένα καλό αποτέλεσμα -όμως πάντα με το αίτημα της χαράς από τη συνάντηση, όχι της οδύνης. Εως εκεί το θέατρο είναι υπέροχο. Το υπόλοιπο δεν με αφορά γιατί μπορεί να εξελιχτεί σε κάτι ικανό να προσβάλει τη ζωή.

Ακολουθώ τη συμβουλή του Β. Παπαβασιλείου: «μείνε παρτιζάνος, δημιουργικά παρτιζάνος».

Στην τωρινή συνθήκη είμαστε τυχεροί γιατί πήραμε μια απρόσμενη επιχορήγηση. Το ποσό δεν ήταν μεγάλο, αλλά αρκούσε για να ξεκινήσει κάτι. Και είμαι πολύ χαρούμενος γιατί οι συνάδελφοι πληρώθηκαν για τους τρεις μήνες πρόβες. Χαλάσαμε κάπως την πιάτσα…

● Η στάση σας συνδέεται και με την ιδεολογία σας;

Εχω ζυμωθεί μ’ αυτήν όχι κομματικά αλλά ως αντίληψη στη ζωή και τη δουλειά. Δεν προσπάθησα να διευκολυνθώ κάνοντας υποχωρήσεις σε αρχές, ακόμα και τώρα που είμαι δήθεν σκηνοθέτης, εξακολουθώ να εξαρτώμαι απ’ αυτό που λέγεται μεροκάματο. Ευτυχώς…

Στους καιρούς μας, δεν αναρωτιέστε για την αντοχή και τις νομοτέλειες των ιδεολογιών; Η επωδός για το ηρωικό παρελθόν, πάντα με την πίκρα και την γκρίνια της ματαίωσης, αρκεί;

Καθόλου, είναι η αγωνία μου, ο καθημερινός μου πόλεμος. Δυστυχώς η υπόθεση της Αριστεράς ταυτίστηκε με τον θρήνο, γι’ αυτό δεν γίνεται βήμα μπροστά.

Συντηρούμε μια συναισθηματική σχέση με το αριστερό παρελθόν, που εκφράζεται με ιερή γκρίνια. Για τις ταλαιπωρίες, τους αιματηρούς αγώνες, την ήττα, τη ματαίωση.

Ο Μπρεχτ λέει πως αντί να έχουμε την αίσθηση χαράς που δίνει η μάχη για το δίκιο, εμείς μιλάμε για τον πόνο, τα δάκρυα που μας κόστισε. Οταν αυτό αντιστραφεί -και το λέω εγώ που λόγω της μητέρας μου εξοικειώθηκα νωρίς με την κατάσταση της άφατης δραματοποίησης-, όταν μπορέσουμε να απομακρυνθούμε από το μνημόσυνο της οδύνης για τους όποιους αγώνες, όταν σταματήσει η μοιρολατρία που οδηγεί σε στασιμότητα και απονεύρωση, τότε υπάρχει ελπίδα να ξαναμπούμε με χαρά στους κοινωνικούς αγώνες.

Αλλά προηγουμένως χρειάζεται να μετακινηθούν εγκέφαλοι, νοοτροπίες, συνήθειες, τρόποι πρόσληψης των πραγμάτων.

● Δηλαδή να έρθουν τα πάνω κάτω…

Κι όμως, κάποτε είχαν έρθει… Δεν είχαν;

Ο καρκίνος με συμφιλίωσε με τη μητέρα μου

● Είπατε ότι το τρίτο ανέβασμα του «Αδαούς» ήταν διαφορετικό γιατί συνδέθηκε με την απώλεια της μητέρας σας. Τι εννοείτε;

Ολα τα ιατροδικαστικά στοιχεία που περιγράφονται λεπτομερώς στο έργο -ο πολύ καλός μεταφραστής αλλά και ιατροδικαστής Γιώργος Δεπάστας μού τα είχε εξηγήσει αναλυτικά στα πρώτα ανεβάσματα- θεωρητικά τα είχα καταλάβει καλά.

Στο τρίτο ανέβασμα όμως είχε προηγηθεί η αρρώστια της μητέρας μου που με ανάγκασε να καταλάβω βιωματικά τι σημαίνει και τι προκαλεί ο όγκος στην παρεγκεφαλίδα.

Την είδα μέσα σε λίγο χρόνο να χάνει κάθε ικανότητα κίνησης, λόγου. Ο όγκος είχε ως αποτέλεσμα να χάσει από την αρχή το μυαλό της. Τα λόγια που έλεγα λοιπόν στο τρίτο ανέβασμα του «Αδαούς» είχαν από τη μεριά μου επίγνωση, ωστόσο, το παράδοξο ήταν πως τα έλεγα χωρίς να με βαραίνουν καθόλου.

Τις δυο προηγούμενες χρονιές, παρά την επιτυχία της παράστασης, δεν είχε, κατ’ εμέ, σωστό αποτέλεσμα, δηλαδή δεν μπόρεσε να μπει και το στοίχημα της διασκέδασης όπως λέει ο αγαπημένος Βασίλης, να το κάνω δηλαδή πιο ανάλαφρα.

Ε, στο τρίτο ανέβασμα το έκανα, μπόρεσα να διασκεδάσω την παράσταση. Ομως ξέρω πως για αρκετό καιρό δεν θέλω να το επαναλάβω -λειτούργησε ως ανάλυση της σχέσης με τη μητέρα μου.

● Την φροντίσατε με τρυφερότητα όλο το διάστημα της αρρώστιας της.

Είχα αγιοποιήσει τον πατέρα μου επειδή τον έχασα μικρός και είχα καταβαραθρώσει τη μητέρα μου. Στους έξι μήνες που κράτησε αυτή η πολύ σκληρή αρρώστια μού δόθηκε χρόνος για να ξαναδώ, να τακτοποιήσω τις σχέσεις μέσα μου. Κι είμαι τυχερός που αυτό δεν συνέβη αφού τη χάσω. Την λάτρεψα όλο αυτό το διάστημα που τη φρόντιζα με τη βοήθεια των αγαπημένων μου.

Είμαι ευγνώμων που έζησα την περιπέτεια του καρκίνου της -δεν τη συγκρίνω με τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα μου. Είχα τον χρόνο να βιώσω μια σπουδαία εμπειρία: να δω τι σημαίνει κατάρρευση του ανθρώπου. Στο διάστημα της κατάρρευσής της συμφιλιώθηκα όχι με την απώλειά της αλλά με εκείνη την ίδια.

Παρόλο που δεν ήταν δυνατόν να συζητήσουμε, κατάλαβα πολλά. Κάτι άλλο σημαντικό ήταν πως, ενώ είχα ν’ αντιμετωπίσω όλο αυτό, δεν έπρεπε να διαλυθώ για χάρη της κόρης μου η οποία ζούσε την περιπέτεια.

Κι επειδή η μητέρα μου δεν μπόρεσε ποτέ να μη διαλυθεί, ούτε να συγκρατήσει την κατάρρευσή της για να με προστατεύσει, το γεγονός ότι κατάφερα η κόρη μου να μη δει την εσωτερική μου συντριβή ήταν ένας επιπλέον λόγος για να συμφιλιωθώ με τη μητέρα μου.