ΚΕΙΜΕΝΟ: Αλλέγρη Βουλγαράκη [email protected]
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: Ηλίας Μπουργιώτης www.iliasbourgiotis.com
Φέτος συμπληρώθηκαν εκατό χρόνια από την ίδρυση της Τσεχοσλοβακίας, αυτής της χώρας που δεν υπάρχει πια, και πενήντα χρόνια από τη ρωσική εισβολή στην Πράγα τον Αύγουστο του 1968.
Αυτές οι ιστορικές συγκυρίες αποκτούν ξεχωριστό νόημα σε συνδυασμό με τα ογδοηκοστά γενέθλια του Γιόζεφ Κουντέλκα, τον οποίο η Πράγα τιμά φέτος με τον καλύτερο τρόπο.
Ο Κουντέλκα έγινε ογδόντα και η μεγάλη αναδρομική έκθεση του έργου του στο Μουσείο των Διακοσμητικών Τεχνών της Πράγας είναι ένα εξαιρετικό γεγονός, ένα ορόσημο. Χρειάστηκαν έξι χρόνια σχεδιασμού και διαβουλεύσεων (με έξι διαφορετικούς υπουργούς Πολιτισμού!) και η απόφαση του Μουσείου για ανακαίνιση και προσάρτηση νέων χώρων ώστε να ολοκληρωθεί η δωρεά επτακοσίων και πλέον έργων του στο Μουσείο και την Εθνική Πινακοθήκη, καθώς ήταν επιθυμία του από το 2002 ήδη να παραμείνει το απόσταγμα του έργου του στην Τσεχία και να έχει ένα μόνιμο σπίτι.

Ο καλλιτέχνης, που έζησε εξόριστος για σχεδόν είκοσι χρόνια, φιλοξενείται στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου και επιστρέφει στη γενέτειρα πόλη του για να μείνει. «Returning» o γενικός τίτλος της έκθεσης, δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύστοχος και πιο συμβολικός. Επτά θεματικές ενότητες σε χρονολογική σειρά εκτίθενται στο Μουσείο και δώδεκα μεγάλου format φωτογραφίες με τον τίτλο «De-creaziοne» εκτίθενται στην Εθνική Πινακοθήκη. Περιήγηση στην έκθεση:
«Beginnings» 1958-1961
Το υλικό της πρώτης έκθεσης του άγνωστου, τότε, νεαρού Κουντέλκα, που έλαβε χώρα το 1961 στο φουαγέ του θεάτρου Semafor στην Πράγα. Ο εικοσιτριάχρονος φοιτητής μηχανικός εκθέτει, χωρίς κάποια θεματική συνοχή, την ασυνήθιστα δυνατή εκφραστικότητά του, την ικανότητά του να μετασχηματίζει το πραγματικό, να ισορροπεί στο όριο του αφηρημένου και να πλάθει φόρμες λεπτής αισθητικής.
Η συνάντησή του με τον Jiri Jenicek, φωτογράφο και κριτικό, και την Anna Farova, curator και φωτεινό πνεύμα στη δύσκολη δεκαετία του ’60 (στη Farova εμπιστεύτηκε τις φωτογραφίες του πριν φύγει από τη χώρα στα τέλη της ίδιας δεκαετίας), του δίνει την ώθηση που χρειάζεται για να ακολουθήσει χωρίς περισπασμούς τον δρόμο της φωτογραφίας.
«Experiments» 1962-1964
Αυτά τα δύο χρόνια ο Κουντέλκα συνεργάζεται με τη μηνιαία έκδοση Divadlo (θέατρο) κάνοντας εξώφυλλα, πορτρέτα αλλά και γραφιστικές εικόνες. Είναι μία περίοδος έντονου πειραματισμού. Ψάχνοντας νέες φόρμες έκφρασης αναζητά την ουσία του εικονιζόμενου θέματος χωρίς να διστάζει να χρησιμοποιεί τεχνικές ακρότητες.
Η διαδικασία και το θέμα είναι ένα σύνολο απολύτως αδιαίρετο, το αποτέλεσμα μοναδικό. Αυτή η δουλειά παρέμεινε κρυμμένη στα χρόνια της εξορίας του και εκτέθηκε για πρώτη φορά το 1990 στην Πράγα. Είναι η εποχή που ο Κουντέλκα συναντά το θέατρο, εξελίσσει τη γλώσσα του και διερευνά τα μέσα της έκφρασής του.

«Theatre» 1962-1970
Συνεργαζόμενος με δύο καινοτόμα θέατρα της πόλης (Theatre On The Balustrade, Theatre Behind The Gate), θέτει ως όρο την ελεύθερη κίνησή του στον χώρο κατά τη διάρκεια των προβών. Ο Κουντέλκα φωτογραφίζει στο θέατρο όπως και στη ζωή, με επιμονή και πείσμα μέχρι να βγάλει ακριβώς αυτό που ψάχνει.
Συχνά στις φωτογραφίες αυτές η θεατρική σύμβαση σχεδόν υπονοείται, αφού πρωταγωνιστεί το κυρίαρχο συναίσθημα κι ένας συμβολισμός τόσο δικός του, που κάνει την όποια σύμβαση να μοιάζει λεπτομέρεια. Αυτά τα δύο θέατρα συνέδεσαν άρρηκτα το όνομά τους με το έργο του, που έγινε κάτι σαν στοιχείο ταυτότητας γι’ αυτά.

«Gypsies» 1962-1970
Η ενότητα αυτή αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη θεματική σειρά του καλλιτέχνη. Ταξιδεύοντας ασταμάτητα σε καταυλισμούς Ρομά, στην ανατολική Σλοβακία κυρίως και στη Ρουμανία, ζει μαζί τους και αποτυπώνει τη δική τους πραγματικότητα μαζί με τη δική του.
Η αντικειμενική πληροφορία των εικόνων δεν υπερβαίνει ποτέ το εκφραστικό μήνυμα, διαχέεται αξεχώριστα μέσα στο απαράμιλλο αισθητικό φορτίο. Δεν είναι ένα ρεπορτάζ, ένα ντοκουμέντο (αν και βλέπουμε τους Τσιγγάνους όπως δεν υπάρχουν πια σε μια Ευρώπη που δεν είναι πια η ίδια), είναι το βλέμμα του Κουντέλκα που άγγιξε την τσιγγάνικη ψυχή που του ανοίχτηκε επηρεάζοντάς τον ταυτόχρονα.
Αυτό το πρώτο ολοκληρωμένο opus εκτέθηκε το 1967 στην Πράγα. Η έκδοση του βιβλίου που προετοίμαζε από το 1968 δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, αφού ο ίδιος άφησε τη χώρα το 1970. Ετσι, κυκλοφόρησε αργότερα στη Γαλλία με τον τίτλο «Gitans: La fin du voyage» από τον Robert Delpire, το 1975 στη Νέα Υόρκη (Aperture) και σε ειδική έκδοση του ΜΟΜΑ μαζί με ατομική έκθεση.
Σαράντα χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει εγκαταλείψει το προσωπικό του όραμα για το βιβλίο αυτό, το εξέδωσε με τον τίτλο «Gypsies» το 2011. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα πρώτα τυπώματα, σε μεγαλύτερο μέγεθος, πολλών φωτογραφιών αυτής της ενότητας που εκτίθενται μαζί με τα καινούργια, τοποθετημένα αντικριστά στον ίδιο χώρο. Μια αντίστιξη στον χώρο και τον χρόνο, ένα κάτοπτρο στο βάθος της εικονοποίησης του Κουντέλκα.
«Invasion» 1968
Τον Αύγουστο του 1968, μία μέρα πριν από την εισβολή των Ρώσων επέστρεψε από τη Ρουμανία όπου φωτογράφιζε Ρομά. Χωρίς να έχει ποτέ ενδιαφερθεί για το ρεπορτάζ, έκανε έναν μεγάλο αριθμό φωτογραφιών που κατέγραφαν όσα συνέβαιναν στους δρόμους, όχι ως φωτορεπόρτερ αλλά ως Τσέχος που βιώνει την εισβολή ανάμεσα στους συμπολίτες του.
Κάποιες από τις φωτογραφίες βγήκαν κρυφά από τη χώρα κι έφτασαν ώς τις ΗΠΑ και το πρακτορείο Magnum. Δημοσιοποιήθηκαν έναν χρόνο μετά, στην επέτειο της εισβολής, χωρίς ο Κουντέλκα να το γνωρίζει εκ των προτέρων. Το πρακτορείο απέδωσε τις φωτογραφίες στον «Ρ.Ρ.» (Prague Photographer) και την ίδια χρονιά βραβεύτηκε ο «ανώνυμος Τσέχος φωτογράφος» με το Χρυσό Μετάλλιο Robert Capa.
Από το 1970 δεν επέστρεψε ξανά στην Πράγα από τα ταξίδια του στη Δυτική Ευρώπη όπου ταξίδευε με ανάθεση του Magnum και μόνο το 1984, αφού είχε πεθάνει ο πατέρας του και η οικογένειά του ήταν ασφαλής, παραδέχτηκε δημόσια πως αυτός ήταν ο ανώνυμος φωτογράφος της εισβολής. Οι φωτογραφίες αυτές έκαναν τον γύρο του κόσμου.

Στιγμιότυπο από το μεγάλο αφιέρωμα στον σπουδαίο Κουντέλκα
Εκτέθηκαν για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1984 και εκδόθηκαν στην Πράγα μόλις το 1990. Αυτή η ενότητα ξεπερνά τα όρια του φωτορεπορτάζ, είναι και παραμένει ένα σύμβολο, ένα μνημείο της δύναμης του άοπλου απέναντι στον οπλισμένο. Το 1971 γίνεται μέλος του Magnun που τον εκπροσωπεί έκτοτε.
Στον χώρο που εκτίθεται αυτή η ενότητα μπορεί κανείς να δει πρωτοσέλιδα, σημαντικό αρχειακό υλικό, καθώς και το βίντεο που κυκλοφόρησε το Magnum με τις φωτογραφίες της εισβολής.
«Exiles» 1968-1994
Από το 1970 που άφησε την Τσεχία, το θέμα της εξορίας γίνεται σταθερός άξονας στο έργο του. Στα ταξίδια του στην Ευρώπη επικεντρώνεται στους Ρομά αλλά και σε θρησκευτικές γιορτές και λαϊκά πανηγύρια, στην καθημερινή ζωή και ταυτόχρονα καταγράφει τις διαδρομές του ημερολογιακά σχεδόν, φωτογραφίζοντας τις εξαιρετικά λιτές συνθήκες διαμονής του. Ζει με τα άκρως απαραίτητα, κοιμάται στο ύπαιθρο, ταξιδεύει με ένα σακίδιο και τον εξοπλισμό του.
Δημιουργεί εικόνες γεμάτες μοναξιά, αποξένωση, απουσία και ανθρώπους που δεν συνυπάρχουν, ζώα που μοιάζουν χαμένα μέσα στον πολιτισμό, αστικά τοπία φθαρμένα που δείχνουν παράλογα υπαρκτά.
Οι φωτογραφίες του είναι γεμάτες συμβολισμούς, ανθρωποκεντρικές ακόμη κι όταν το ανθρώπινο στοιχείο απουσιάζει, με μια εσωτερικότητα που διεγείρει το συναίσθημα και τη σκέψη εξίσου. Ο Κουντέλκα πραγματεύεται την έννοια της εξορίας με χίλιους τρόπους, εύγλωττα και αφαιρετικά.
«Panoramas» 1986-2017
Το 1986 συνεργάζεται με την Datar, μια γαλλική κυβερνητική οργάνωση με αντικείμενο τον σχεδιασμό της χρήσης της γης, και αρχίζει να χρησιμοποιεί πανοραμική μηχανή. Αυτό είναι μια αποφασιστική εξέλιξη. Από τότε και για περισσότερο από τριάντα χρόνια φωτογραφίζει πανοραμικά βιομηχανικά τοπία και πώς αλλάζουν από την ανθρώπινη παρέμβαση, μεγάλης κλίμακας έργα (όπως το κανάλι της Μάγχης) που άλλαξαν ανεπιστρεπτί το περιβάλλον, αρχαιολογικούς χώρους στη Μεσόγειο, φύση που καταστράφηκε και εγκαταλείφθηκε.
Οι πανοραμικές φωτογραφίες του είναι αδιάψευστη απόδειξη της μη αναστρέψιμης καταστροφής του περιβάλλοντος από τον άνθρωπο, όμως δεν είναι έργο διαμαρτυρίας. Παραμένοντας πάνω από όλα καλλιτέχνης, επιμένει να αναδεικνύει την ομορφιά εκεί που δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει. Οπως λέει ο ίδιος: «Είναι απαίσιο το μέγεθος της καταστροφής, όχι όμως και το κατεστραμμένο τοπίο».

Ο φωτογράφος σε νεαρή ηλικία
Στην έκθεση, ο επισκέπτης βρίσκει επίσης μία άψογα οργανωμένη πληθώρα βιογραφικών πληροφοριών με πολλά στοιχεία και φωτογραφίες από όλη την πορεία του (νεανικά χρόνια, βραβεύσεις, οικογενειακές στιγμές, σημαντικές συναντήσεις) καθώς και το σύνολο της εκδοτικής του δραστηριότητας, δείγματα όλων των βιβλίων που έχουν εκδοθεί και μπορεί κανείς να ξεφυλλίσει.
Η έκθεση συνοδεύεται από μία υψηλής ποιότητας έκδοση με τον ίδιο τίτλο («Returning») που περιλαμβάνει το πλήρες περιεχόμενο, την οποία σχεδίασε και επιμελήθηκε εξ ολοκλήρου ο ίδιος. Μια δεύτερη έκδοση με τίτλο «De-creazione» συνοδεύει την έκθεση της Πινακοθήκης, εξαιρετικής αισθητικής και επιμέλειας επίσης.
Το βλέμμα του Κουντέλκα είναι βαθύ και διεισδυτικό στον χώρο και στον άνθρωπο. Αυτός ο Τσέχος μπορεί να ξεκίνησε από την Πράγα και να επιστρέφει εκεί, όμως ανήκει παντού και σε όλους όπως κάθε γνήσια μεγάλος καλλιτέχνης.
Η εξαιρετικά υπολογισμένη γεωμετρία του σε κάθε επιλογή θέματος, η ξεκάθαρη ταυτότητα και η πρόδηλη ευαισθησία, ο συναισθηματισμός, που άλλοτε ξεχειλίζει και άλλοτε μας προκαλεί να τον ανακαλύψουμε, η διακριτική αίσθηση του χιούμορ και κυρίως η αδιάκοπη αναζήτηση και αποτύπωση της ομορφιάς καθιστούν τον Κουντέλκα έναν διαχρονικά μεγάλο φωτογράφο, έναν μεγαλειωδώς ταπεινό καλλιτέχνη που εκτοξεύεται στη σφαίρα του μύθου μέσα από την απόλυτη ταύτιση της ζωής και του έργου του.
Μπαίνοντας στον εξαιρετικό χώρο του Μουσείου (ένα υπέροχο art deco κτίριο), ο επισκέπτης γρήγορα αναπνέει την προσμονή και τη βαρύτητα ενός προσκυνήματος. Ολόκληρο το έργο, μία ολόκληρη ζωή καθώς ξεδιπλώνεται, η μία φωτογραφία μετά την άλλη, είναι ένα είδος εκκλησίας, μία μυσταγωγία που δεν τελειώνει ούτε στο τέλος.
Από τον πρώτο πειραματισμό ώς την τελευταία πανοραμική, το ταξίδι δεν σταματά να μας παρασύρει, να μας προτείνει σκέψεις, απόλαυση και γνώση. Ο Κουντέλκα είναι αναμφίβολα μια συνάντηση ζωής, το έργο του είναι ένας τόπος στον οποίο πάντα θα επανέρχεσαι.
