Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η «σκοτεινή» πλευρά του ευρωπαϊκού καλλιτεχνικού κόσμου του 19ου αιώνα παρουσιάζεται μέσα από τη θυελλώδη ζωή της διασημότερης ηθοποιού της εποχής, της Γαλλίδας Σάρα Μπερνάρ.

Ερωτικά σκάνδαλα, εκκεντρικότητες αλλά και ναρκωτικά, μέσα από μύθους και πραγματικότητα, συνθέτουν την πολυτάραχη, μυθιστορηματική ζωή της μεγάλης ντίβας, που σημάδεψε ανεξίτηλα ένας Ελληνας, ο Αριστείδης Δαμαλάς, γνωστός τότε ως «Ζακ Δαμαλά».

Μια εφημερίδα της εποχής («Ακρόπολις» φ. 28.11.1904) περιέγραψε τα χαρακτηριστικά της Σάρα Μπερνάρ, που την αναδεικνύαν ως τη «μεγαλύτερη σύγχρονη ηθοποιό», γράφοντας ότι διέθετε μεγάλο ταλέντο, εξόχως μελωδική φωνή και μια εντελώς ιδιόρρυθμη απαγγελία. Εκτός από καλλιτέχνις, ήταν μια άριστη θεατρική επιχειρηματίας φροντίζοντας με κάθε λεπτομέρεια την προετοιμασία κάθε παράστασης.

Η Σάρα Μπερνάρ, ο «Ζακ Δαμαλά» και το star system

Αυτό όμως που «απογείωσε» τη φήμη της ήταν η μεθοδική και συστηματική εξασφάλιση δημοσιότητας, με τη διοχέτευση ελκυστικών για το κοινό πληροφοριών.

Η Γαλλίδα ντίβα, θα μπορούσε να πει κάποιος, ήταν πρωτοπόρος στη διαμόρφωση και αξιοποίηση αυτού που θα λέγαμε σήμερα «star system» με όρους μάρκετινγκ και διαφήμισης.

Ετσι, εκτός από τις αναρίθμητες ερωτικές ιστορίες της, είχαν γραφτεί και πολλά άλλα, ικανά να προκαλούν συζητήσεις γύρω απ’ αυτήν, όπως ότι κοιμόταν σε πολυτελές φέρετρο για να μπει στο πετσί του ρόλου της, ότι στο πολυτελές σπίτι της στο Παρίσι επιθυμούσε να κάθεται σε θρόνο, ότι η αγάπη της για τα ζώα την οδηγούσε να θρέφει στο σπίτι της εκτός από σκύλους ή παπαγάλους, μαϊμούδες κ.ά.

Ολα αυτά διαμόρφωναν για τη Σάρα έναν αστικό μύθο, που σε συνδυασμό με την έμφυτη υπερβολή της και την τάση της να μεγαλοποιεί και να παραποιεί γεγονότα -κατά τον Αλέξανδρο Δουμά (γιο) ήταν διαβόητη ψεύτρα- δημιουργούν πολλές αμφιβολίες σχετικά με τη ζωή της.

Η επιτυχημένη «συνταγή» της δημοσιότητας ακολουθήθηκε και στις δύο επισκέψεις της Μπερνάρ στην Αθήνα, προσαρμόζοντας όμως τα στοιχεία που «τροφοδοτούσαν» τα δημοσιεύματα των εφημερίδων στα μέτρα της συντηρητικής ελληνικής κοινωνίας.

Η Σάρα Μπερνάρ, ο «Ζακ Δαμαλά» και το star system

Ετσι οι εκκεντρικότητες της ντίβας αναφέρονταν ακροθιγώς, ίσα ίσα για να συζητιούνται στα σαλόνια της αθηναϊκής κοινωνίας.

Αντίθετα, προβαλλόταν με έμφαση ο γάμος της με τον Αριστείδη Δαμαλά, γόνο μιας πλούσιας οικογένειας του Πειραιά, με καταγωγή από τη Χίο, αποσιωπώντας όμως τον ταραχώδη κοινό βίο τους, που τελείωσε στις 18 Αυγούστου 1889 με τον θάνατο του 34χρονου άντρα από υπερβολική δόση ναρκωτικών.

Ολα δείχνουν ότι η Μπερνάρ είχε αγαπήσει παράφορα τον Ελληνα «Αδωνι», που οι ερωτικές περιπέτειές του είχαν προκαλέσει πολλά κοινωνικά σκάνδαλα στο Παρίσι, όπου βρισκόταν ως διπλωματικός υπάλληλος της εκεί ελληνικής πρεσβείας.

Εκτός από τις ερωτικές περιπέτειες, ο Δαμαλάς είχε πάθος με τη χαρτοπαιξία και έκανε συστηματική χρήση ναρκωτικών.

Στον κόσμο των ναρκωτικών βρισκόταν και η αδελφή της Μπερνάρ, Ζαν (Jeanne), μέσω της οποίας ο Δαμαλάς γνώρισε τη διάσημη ηθοποιό, που εκείνα τα χρόνια είχε καταξιωθεί και ήταν περιζήτητη σε όλη την Ευρώπη.

Η Πιερ Μπερτό στη βιογραφία της Σάρα έγραψε ότι «ήταν αναπόφευκτο η Μπερνάρ, η διάσημη ηθοποιός, και ο Δαμαλάς, εξίσου πασίγνωστος μπον βιβέρ (bon-viveur), να συναντηθούν. Καθένας ήξερε τη φήμη του άλλου, κι αυτό τους έφερε κοντά. Εκείνος κυνηγός ωραίων γυναικών, και κείνη επιδίωξε να τον γράψει στον μακρύ κατάλογο των εραστών της».

Λίγο μετά τη γνωριμία τους ο Δαμαλάς μετατέθηκε στην πρεσβεία στην Αγία Πετρούπολη, τότε πρωτεύουσα της Ρωσίας.

Για τη Σάρα η γνωριμία της με τον Δαμαλά, δώδεκα χρόνια νεότερό της, ήταν ένας σεισμός που αναστάτωσε την αισθηματική της ζωή, η οποία μέχρι τότε ρυθμιζόταν από τη ματαιοδοξία και τα καλλιτεχνικοοικονομικά συμφέροντά της, με παραχωρήσεις στα παροδικά της κέφια.

Ετσι, ενώ ετοιμαζόταν ν’ αναχωρήσει για μια νέα περιοδεία στην Ευρώπη, τροποποίησε το πρόγραμμα και ενέταξε σε αυτό την Αγία Πετρούπολη, ώστε να βρεθεί κοντά στον αγαπημένο της.

Ο ίδιος θεώρησε τη σχέση του με το είδωλο της Ευρώπης ως ευκαιρία να γίνει ηθοποιός. Της το ζήτησε και η Σάρα τον δοκίμασε σε ανάγνωση κάποιου ρόλου.

Ζαλισμένη από την παρουσία του, πίστεψε πως ανακάλυψε ένα σπουδαίο ταλέντο και του υποσχέθηκε να τον πάρει στον θίασό της όταν εκείνος θα το αποφάσιζε.

Πραγματικά, τον Ιανουάριο του 1882, φεύγοντας ο θίασος από την Αγία Πετρούπολη είχε μέλος του και τον Δαμαλά.

Λίγους μήνες αργότερα, μετά μια σειρά επιτυχημένων παραστάσεων στο Λονδίνο, παντρεύτηκαν, στις 4 Απριλίου 1882, καθώς εκεί δεν υπήρχε πρόβλημα επειδή ανήκαν σε διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα (καθολική η Μπερνάρ, ορθόδοξος ο Δαμαλάς).

Επιστρέφοντας στο Παρίσι η Μπερνάρ παρουσίασε, για πρώτη φορά στο κοινό του, στις 26 Μαΐου 1882 την «Κυρία με τας καμελίας», με τον Αριστείδη στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Αρμάντ Ντιβάλ.

Το κοινό κατέκλυσε το θέατρο για να δει την παντρεμένη πλέον βεντέτα και τον σύζυγό της, ο οποίος όμως θεωρήθηκε μέτριος ηθοποιός. Εχει γραφτεί ότι ο Δαμαλάς στερούνταν υποκριτικό ταλέντο, αλλά κέρδιζε το κοινό με την εμφάνισή του.

Πολύ σύντομα όμως η συμβίωσή τους έγινε αφόρητη. Τα πάθη του Δαμαλά και οι ερωτικές του περιπέτειες γίνονταν συχνά αιτία καβγάδων ανάμεσα στο ζευγάρι. Ετσι οι δρόμοι τους χώρισαν.

Ωστόσο η Μπερνάρ, παρότι είχε βρει νέους ερωτικούς συντρόφους, τηρώντας κατά γράμμα τις επιταγές του καθολικού δόγματος δεν θέλησε να πάρει διαζύγιο και στήριξε τον σύζυγό της είτε αναλαμβάνοντας χρέη του, είτε πληρώνοντας τα νοσήλιά του σε κλινικές για ν’ απεξαρτηθεί.

Το 1889, λίγους μήνες πριν πεθάνει, ο Δαμαλάς απέκτησε με μία από τις εφήμερες σχέσεις του ένα κοριτσάκι. Ωστόσο λόγω της κατάστασής του ουδέποτε συνειδητοποίησε ότι είχε αποκτήσει παιδί.

Η μάνα τοποθέτησε το μωρό σε ένα καλάθι και το άφησε στο κατώφλι της Μπερνάρ μαζί με ένα σημείωμα.

Η Μπερνάρ εξαγριώθηκε από την ανακάλυψη της παράνομης κόρης του Δαμαλά και μετά από παρέμβαση του οικογενειακού φίλου, εμπόρου πυροβόλων όπλων, Βασίλι Ζαχάρωφ, το κοριτσάκι, που ήταν βαφτισμένο Τερέζα (1889-1967), δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια στην Αδριανούπολη. Είναι η ηρωίδα του ομώνυμου έργου του αξέχαστου Φρέντυ Γερμανού.

Μετά τον θάνατο του Δαμαλά, η Σάρα φρόντισε να μεταφερθεί η σορός του στην Αθήνα και τον πένθησε κάμποσους μήνες, προσθέτοντας μάλιστα στην υπογραφή της τις λέξεις «χήρα Δαμαλά».

Περιοδεία-μαμούθ στην Ευρώπη

Από την αποθέωση στη λήθη

Η Σάρα Μπερνάρ, ο «Ζακ Δαμαλά» και το star system

Οι περιοδείες για τη Σάρα Μπερνάρ ήταν μια ευκαιρία για να αποκομίζει κέρδη και να καλύπτει προηγούμενα οικονομικά ανοίγματα.

Ετσι, μετά από περίπου ένα χρόνο απουσίας από το θέατρο λόγω του πένθους της και ταυτόχρονα με μεγάλα έξοδα για την κάλυψη χρεών του Δαμαλά και για την ταφή του, αποφάσισε το 1891 να ξεκινήσει μια μεγάλη περιοδεία στην Ευρώπη.

Σε αυτή τη περιοδεία, που διήρκεσε 2 χρόνια, συμπεριέλαβε για πρώτη φορά την Αθήνα. Θα προηγούνταν παραστάσεις σε Αγία Πετρούπολη, Μόσχα, Οδησσό, Βαρσοβία, Βιέννη, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι και Κωνσταντινούπολη.

Η είδηση της άφιξης της Σάρα δημοσιεύτηκε, για πρώτη φορά, στην εφημερίδα «Αστυ» (φ. 18-19/3/1893), προαναγγέλλοντας ότι «θα δώση παραστάσεις τινάς εις το Μέγα Θέατρον».

Το «Μέγα Θέατρο» ήταν το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, που η κατασκευή του έγινε με σχέδια του Τσίλερ και περιγράφεται ως εφάμιλλο των ευρωπαϊκών της εποχής του. Είχε χωρητικότητα 1.000 ατόμων και βρισκόταν στη σημερινή πλατεία Κοτζιά (σ.σ. πήρε το όνομά της από τον μεταξικό υπουργό Κοτζιά, που έδωσε την εντολή κατεδάφισης του θεάτρου τον Ιούνιο του 1940!).

Τελικά η Σάρα Μπερνάρ έφτασε στον Πειραιά, με το αυστριακό ατμόπλοιο «Μέδουσα», στις 5 τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου 1893 προερχόμενη από την Κωνσταντινούπολη.

Η Σάρα Μπερνάρ, ο «Ζακ Δαμαλά» και το star system

Λίγες μέρες νωρίτερα είχε φτάσει ο εκπρόσωπός της, για να κανονίσει τις λεπτομέρειες των παραστάσεων.

Η υποδοχή της Μπερνάρ, οργανωμένη από τα αδέλφια του συζύγου της, ήταν μεγαλοπρεπέστατη.

Το πλοίο υποδέχτηκε μια οκτάκωπος λέμβος του Ομίλου Ερετών, με πηδαλιούχο τον πρόεδρο του ομίλου και μετέπειτα δήμαρχο Πειραιά, Παύλο Δαμαλά, ενώ τ’ άλλα δύο αδέρφια του ανέβηκαν στο ατμόπλοιο για να την προϋπαντήσουν.

Η Σάρα συνοδευόταν από τη «γηραιά μητέρα της», με την οποία επιβιβάστηκε στη λέμβο του ομίλου και έφτασε στην αποβάθρα Αλών, κοντά στον πρώτο σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά.

Επιβιβάστηκαν σε βαγόνι της Α’ θέσης στην αμαξοστοιχία που έφευγε στις 6.30 το πρωί και μισή ώρα αργότερα βρίσκονταν στο τερματικό σταθμό στο Θησείο. Από εκεί με άμαξα έφτασαν, μέσω της οδού Ερμού, στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρεταννία», όπου κατέλυσαν.

Λίγο αργότερα η Μπερνάρ δέχτηκε την επίσκεψη της αδελφής του συζύγου της, με την οποία πήγε το μεσημέρι στο νεκροταφείο και άφησε λουλούδια στον τάφο «του αλησμόνητου Ζακ της, όπως τον απεκάλει».

Στο πλαίσιο του επικοινωνιακού «παιχνιδιού» αυτή η επίσκεψη της καλλιτέχνιδος αλλά και οι άλλες των επόμενων ημερών γίνονταν εγκαίρως γνωστές στις εφημερίδες.

Ετσι σε κάθε… βήμα της, στο νεκροταφείο, στην Ακρόπολη, στην Ελευσίνα κ.α., υπήρχαν δημοσιογράφοι, πολύς κόσμος και εξασφαλισμένη δημοσιότητα.

Ωστόσο στην πρώτη παράσταση, που δόθηκε το βράδυ της άφιξής της (21.4) με το έργο «Η Κυρία με τας καμελίας», υπήρχαν πολλά κενά καθίσματα στην πρώτη και δεύτερη σειρά των θεωρείων.

Το ίδιο συνέβη και σε ακόμα μία παράσταση και, όπως αποκάλυψε η εφημερίδα «Ακρόπολις» (φ. 25.4.1893) μετά την αναχώρηση του γαλλικού θιάσου, αυτό οφειλόταν σε μια κομπίνα που είχαν στήσει υπάλληλοι του θεάτρου με την έγκριση της επιτροπής διαχείρισής του.

Συγκεκριμένα οι υπάλληλοι είχαν «κλείσει» μεγάλο αριθμό εισιτηρίων διαφόρων θέσεων πριν καν ξεκινήσουν οι παραστάσεις. Ετσι η διάθεσή τους γινόταν είτε για ρουσφέτια των μελών της επιτροπής είτε πληρώνοντας «καπέλο» 5 και 10 δραχμές, που έπαιρναν οι υπάλληλοι.

Ομως σε δύο παραστάσεις δεν πρόφτασαν να πουλήσουν όλα τα κρυμμένα εισιτήρια, με αποτέλεσμα να μείνουν άδεια καθίσματα «εις ζημίαν βεβαίως του γαλλικού θιάσου».

Πάντως από την πρώτη παράσταση η ντίβα μάγεψε το κοινό και καταχειροκροτήθηκε, ενώ ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε το βαρύ άρωμά της, που περιγραφόταν ως μείγμα κρίνων και μόσχου (musk, πανάκριβο και σπάνιο αρωματικό, προέρχεται από τους υπογάστριους αδένες ενός είδους ζαρκαδιού).

Ακολούθησαν οι παραστάσεις της «Τόσκα», της «Φρουφρού» και τέλος της «Αδριανής Λεκουβρέρ».

Στη τελευταία παράσταση η παρέμβαση της αστυνομίας απέτρεψε την απόκρυψη εισιτηρίων, όχι όμως και την πώλησή τους στη «μαύρη αγορά» καθώς «είχαν εξαντληθεί προ της ανατολής του ήλιου».

Η εφημερίδα «Αστυ» έγραφε την επόμενη μέρα ότι ένα εισιτήριο για τον εξώστη, που κόστιζε 3,30 δραχμές, πουλήθηκε προς 25 δραχμές.

Σημειωτέον ότι ο μισθός ενός υπαλλήλου κυμαινόταν από 35 έως 45 δραχμές.

Γενικά πάντως τα εισιτήρια ήταν πολύ ακριβά για τον περισσότερο κόσμο, καθώς τα θεωρεία της πρώτης σειράς κόστιζαν 135 δραχμές, της δεύτερης σειρά 60 δραχμές κ.ο.κ.

Μια άλλη δυσκολία για τους περισσότερους Αθηναίους ήταν η αδυναμία κατανόησης της γαλλικής γλώσσας των ηθοποιών. Γι’ αυτό οι εφημερίδες δημοσίευαν εκτενή αποσπάσματα με την υπόθεση του κάθε έργου.

Παρά τις εκδηλώσεις αγάπης και την αποθέωση που γνώριζε σε κάθε παράσταση η Μπερνάρ, φαίνεται ότι δεν έλειπαν και τα ευτράπελα από ένα μέρος του αθηναϊκού κοινού που στερούνταν θεατρική παιδεία.

Ετσι σε μια παραστατική περιγραφή σε εφημερίδα της εποχής («Αστυ» φ. 25-26/4/1893) διαβάζουμε ότι πριν αρχίσει η παράσταση ξεκίνησε να παίζει η μουσική και ο «εξώστης» ξεσπάει σε ειρωνείες, γέλια και… παραγγελιές:

● Τον μπαρμπα-Λινάρδο!

● Οχι! Οχι… καλαματιανό θέλουμε!

● Ούτε απ’ αυτό!

● Κλέφτικο! Κλέφτικο!

Οι ομιλίες και τα σχόλια συνεχίζονταν ακόμα και όταν βγήκε στη σκηνή η Μπερνάρ, με κάποιους να επιχειρούν να μιμηθούν τη φωνή της!

Στο τέλος, όμως, όλοι ξεσπούν σε επευφημίες και χειροκροτήματα συγκινώντας την ντίβα.

Η Σάρα Μπερνάρ, ο «Ζακ Δαμαλά» και το star system

Η δεύτερη επίσκεψη της Σάρα Μπερνάρ στην Αθήνα έγινε τον Νοέμβριο του 1904 κάτω από διαφορετικές συνθήκες.

Αυτή τη φορά δεν υπήρξε υποδοχή ούτε αναλυτικά ρεπορτάζ για κάθε κίνησή της, παρότι φαίνεται ότι έγιναν επικοινωνιακές προσπάθειες προβολής με την υπενθύμιση του γάμου της, επίσκεψη στο νεκροταφείο κ.ά.

Από τα δημοσιεύματα των εφημερίδων φαίνεται ότι η «παγερή» υποδοχή οφειλόταν κυρίως στην ηλικία της Μπερνάρ, που είχε συμπληρώσει το 60ό έτος και εκείνη την εποχή θεωρούνταν πολύ μεγάλη.

Πιο χαρακτηριστική ήταν η καυστική σάτιρα του Γιώργου Σουρή, που στην έμμετρη εφημερίδα του, τον «Ρωμηό», της αφιέρωσε ποίημα με τίτλο:

«Λίγοι στίχοι για τη Σάρρα, την γρηά την εξηντάρα»

Ωστόσο όλοι αναγνώρισαν ότι μπορεί η μεγάλη ηθοποιός να είχε εμφανή τα σημάδια του χρόνου, αλλά επί σκηνής το ταλέντο της παρέμενε αναλλοίωτο.

Επίσης αυτή τη φορά οι παραστάσεις, που είχαν φτηνότερο εισιτήριο, δόθηκαν στο Βασιλικό Θέατρο (σημερινό Εθνικό).

Ομως στην πρώτη παράσταση, πάλι με το έργο «Η Κυρία με τας καμελίας», το θέατρο είχε πολλές άδειες θέσεις.

Αυτό αποδόθηκε στην κακοκαιρία που επικρατούσε εκείνο το βράδυ, αλλά είναι πιθανό ότι το έργο ήταν ήδη πολυπαιγμένο στην Αθήνα, τόσο από την Μπερνάρ όσο και από άλλους ηθοποιούς, Ελληνες και ξένους.

Για αυτό την επόμενη βραδιά, που παρουσιάστηκε ένα καινούργιο έργο, ο «Αετιδεύς», τα εισιτήρια εξαντλήθηκαν.

Ομως και οι επόμενες παραστάσεις δεν είχαν την αναμενόμενη αποδοχή απογοητεύοντας τη μεγάλη ηθοποιό, η οποία σε συνομιλία της με «νεαρή Αθηναία», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Ακρόπολις», θυμόταν τον προ δεκαετίας θρίαμβό της και εξέφραζε την οργή της για τους Αθηναίους λέγοντας: «Δεν εννοούν διόλου, όλως διόλου. Κοινόν ψυχρόν, απαίσιον (abominable). Εν Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία μάς εννοούν, θερμαίνονται, χειροκροτούν».

Την άλλη μέρα η Σάρα Μπερνάρ αναχώρησε από τον Πειραιά, χωρίς να γυρίσει ποτέ ξανά στην Ελλάδα.

 
☛ Πηγές:
● Εφημερίδες «Αστυ», «Ακρόπολις», «Εφημερίς», «Ρωμηός», «Εστία», «Νέα Εφημερίς», «Καιροί». Ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.
● Παρασκευή Θεοδωρακοπούλου, «Η Σάρα Βερνάρ εν Αθήναις. Οι δύο επισκέψεις της Σάρας Μπερνάρ στην Αθήνα κατά τα έτη 1893 και 1904», Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, ΑΠΘ Σχολή Καλών Τεχνών, Τμήμα Θεάτρου.
● mixanitouxronou.gr
● koutouzis.gr/damalas