Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πρόσφατα κυκλοφόρησε το λεύκωμα «Γυναίκες του Ματαρόα» που συνόδευε την έκθεση έργων των εικαστικών Νέλλης Ανδρικοπούλου, Ελένης Σταθοπούλου, Γιάννας Περσάκη, Αννας Μαρουδή-Κινδύνη και Μπέλλας Ραφτοπούλου, οι οποίες επέβαιναν στο πλοίο «Ματαρόα» το 1945 με προορισμό το Παρίσι.

Η Μαρουδή-Κινδύνη είναι μια εικαστική καλλιτέχνις που λόγω της προσφυγιάς ανήκει σε όλους, αλλά παράλληλα έμεινε σε σχετική δημόσια αφάνεια.

Η Μυτιλήνη είναι η πόλη όπου έμεινε η πολυμελής οικογένειά της, με έξι παιδιά, μετά τον πρώτο διωγμό του 1914 για αρκετά χρόνια.

Αλλά η πόλη τούς ξέχασε όπως γράφει (εννοεί και τα αδέρφια της), στον ερευνητή της λεσβιακής γραμματείας Κώστα Μίσσιο στις 10 Φεβρουαρίου 1992: «Ομολογώ πως αφάνταστα θλιβόμαστε κι εμείς όταν αναλογιζόμαστε την άθελα ή θεληματική αυτή απόλυτη σιωπή των διανοουμένων του νησιού μας (μήπως και δεν είναι η Μυτιλήνη δεύτερη πατρίδα μας;)».

Σε μια αυτοβιογραφική παρουσίασή της στη γαλλική εφημερίδα «Ουμανιτέ», το 1960, αφηγείται:

«Ημουν βρέφος δυο μηνών όταν μια νύχτα αφήσαμε την πατρίδα. Με τους συμπατριώτες μας καταφύγαμε σε βουνό, όπου μισόγυμνοι, χωρίς νερό και τροφή, μείναμε, κάτω από την απειλή της σφαγής τρία μερόνυχτα. Μας έσωσε τότε μια ηρωική πράξη θυσίας και αποφασιστικότητας του πατέρα. Μαζί με τέσσερα Φωκιανά παλικάρια κατόρθωσαν να περάσουν, με μια βάρκα, την επιτηρούμενη από τους Τούρκους ζώνη και να φτάσουν, κωπηλατώντας, στη Μυτιλήνη. Εκεί έπεισαν τον νομάρχη να στείλει καράβι και να σώσει, αρκετούς από τους καταδιωγμένους».

Η βάρκα τούς έβγαλε στην κωμόπολη Πλωμάρι της Λέσβου. Μετά από παραμονή ενός χρόνου εγκαθίστανται στη Μυτιλήνη. Ο πατέρας της, ως γιατρός, εργάζεται στο Βοστάνειο Νοσοκομείο της πόλης.

Μένουν στη λαϊκή συνοικία «Βουναράκι» σε ένα σπίτι δυο δωματίων. Θυμάται:

«Ολα τα παιδικά και νεανικά μας χρόνια δέθηκαν με το σπιτάκι αυτό, όπου καταστριμωγμένοι ζήσαμε επί δεκάξι χρόνια. Μα δεν παραπονιόμασταν, είχαμε μια στέγη! Από έλλειψη χώρου εσωτερικά, ο μεγάλος μας αδερφός κι εγώ κοιμόμασταν τα καλοκαίρια σ’ ένα είδος “βεράντας”. Βλέποντας τον ουρανό, μου εξηγούσε τ’ άστρα τη γέννηση του κόσμου, την ύπαρξή μας».

Λίγο πιο πάνω από το σπίτι της οικογένειας Μαρουδή είναι το νεκροταφείο του Αγίου Παντελεήμονα. Εκεί βλέπει η μικρή Αννα την αποκομιδή των νεκρών και θυμάται: «Τους νεκρούς από την πείνα τους περνούσαν σε ράντσα, ασκέπαστους, μπροστά από τα παράθυρά μας».

Με την παλιννόστηση των Μικρασιατών προσφύγων το 1919 η οικογένεια Μαρουδή δεν επιστρέφει στην πατρογονική γη της Μικράς Ασίας, αλλά παραμένει στη Μυτιλήνη. Περνά όμως τα καλοκαίρια στις Φώκιες.

Το καλοκαίρι του 1922, λίγες μέρες πριν από την Καταστροφή, έπειτα από τηλεγραφική ειδοποίηση του πατέρα τους, εγκαταλείπουν οριστικά τις Φώκιες και επιστρέφουν στη Μυτιλήνη.

Τη φυγή τους περιγράφει αργότερα σε γράμμα του ο αδερφός της Γιάννης:

«Κατά τα μέσα Αυγούστου λάβαμε αναπάντεχα τηλεγράφημα από τον πατέρα που είχε μείνει στη Μυτιλήνη. Μας καλούσε “να επιστρέψουμε τάχιστα”. Με τι θλίψη αφήσαμε την πατρική γη, δίχως να ξέρουμε αν θα ξαναγυρίσουμε. Γυρίζοντας, βρήκαμε το λιμάνι της Μυτιλήνης καταφορτωμένο στρατό. Βασίλευε τρομερή αναρχία».

Οι δυο φορές πρόσφυγες Μικρασιάτες και οι φαντάροι «τριγυρνούν στους δρόμους ζητιανεύοντας η πουλούν τα άχρηστα πια όπλα τους». Τότε «αρχίζει η νέα μας προσφυγιά. Ζούμε με το μισθάριο του πατέρα, που ήταν εσωτερικός γιατρός στο πολιτικό νοσοκομείο Μυτιλήνης».

Στην αφήγησή του αναφέρει τα επόμενα χρόνια όπου «η δύσκολη ζωή θα συνεχιστεί για χρόνια. Δικτατορίες, κινήματα, πόλεμοι, κατοχές, εμφύλιοι, θάνατοι δικών μας, πάθη τρανά του λαού μας, μαζί με ηρωισμό και ανάταση».

Η Αννα μετά την αποφοίτησή της από το γυμνάσιο εγκαθίσταται, το 1934, στην Αθήνα. Τα αδέρφια της διώκονται από τη δικτατορία το Μεταξά. Η διώξεις συνεχίζονται και στο μετεμφυλιακό κράτος.

Τότε, το 1945, φεύγει στο Παρίσι ως υπότροφος του γαλλικού κράτους, με το πλοίο «Ματαρόα», αφού είχε παντρευτεί τον αρχιτέκτονα Μανώλη Κινδύνη.

Η Αννα Μαρουδή είτε ζούσε στη Φώκια, είτε στη Μυτιλήνη, είτε στο Παρίσι πορεύθηκε τον δρόμο που της προέτρεψε ο άλλος αδελφός της, Γιώργος, με το ποίημά του «Ξενητεμός», το 1954:

Ν’ αποδιώχνεις τον πόνο

κρατώντας στα άξιά σου χέρια

το άλικο μαντίλι της Ζωής.

Σ.Σ.: Πληροφορίες αντλήθηκαν από τα γραμματολογικά βιβλία του συγγραφέα και φίλου Κώστα Μίσσιου· τον ευχαριστώ.

* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας.