Η Μελίνα, όταν ήρθε, ήταν δειλή και συνεσταλμένη και με το πρώτο «καλημέρα σας» έπιανες στον αέρα την εξεταστική της ματιά και την αμφιβολία της για το τι μπορούσε να της συμβεί ξανά σε μια καινούργια προσπάθεια να χάσει βάρος.
Εμενε μόνη της σε ένα μικρό διαμέρισμα στην ίδια πολυκατοικία όπου έμεναν οι γονείς της, και την επιμέλεια της τροφής της την είχε η μητέρα της.
Η καθημερινότητά της επαναλαμβανόταν ως εξής: στη δουλειά της οκτώ ώρες, σε ένα περιβάλλον που δεν ευνοούσε το ξεδίπλωμα του δημιουργικού της δυναμικού, είχε μικρές προστριβές με κάποιους συναδέλφους, η επιστροφή της στο σπίτι συνοδευόταν από την επίσκεψή της στο πατρικό σπίτι για το μεσημεριανό γεύμα με τις συνηθισμένες ψιλοκουβέντες μιας οικογένειας, με τα συνήθη παράπονα για τους πόνους στα πόδια του πατέρα, την κούραση της μητέρας από τις δουλειές του σπιτιού, την αποπληρωμή των λογαριασμών και την ακρίβεια του κόστους ζωής, παράπονα για την εξαφάνιση της παντρεμένης αδερφής που «ούτε ένα τηλέφωνο δεν έκανε για να δει αν ζούμε».
Η μεσημεριανή κουβέντα συνήθως έκλεινε με τις ανήσυχες ερωτήσεις της μητέρας της: «Τηλεφώνησες στον υδραυλικό; Εφτιαξες τη βρύση που χάλασε; Εκλεισες ραντεβού με τον γιατρό για τις εξετάσεις σου;»
Οταν επέστρεφε στο σπίτι της, είχε να αντιμετωπίσει την ακαταστασία του διαμερίσματός της και τη μόνιμη σκέψη που είχε στο μυαλό της, το «πρέπει να το καθαρίσω αλλά δεν έχω κουράγιο».
Η Μελίνα είχε πρόβλημα μειωμένης όρασης από μια επέμβαση που είχε κάνει, δεκαοχτώ κιλά παραπάνω και μια ζωή γεμάτη υποχρεώσεις που έπρεπε να διεκπεραιώνει χωρίς δικές της αποφάσεις.
Η μόνη επιλογή της ήταν το φαγητό. Η χαρά της γεύσης που έβρισκε ήταν μια «ανάσα», το ξέφωτό της.
Ο ερχομός της στο γραφείο μου σηματοδοτούσε «μια καινούργια αρχή», «θα αδυνατίσω και θα αλλάξει η ζωή μου κι όλα θα είναι διαφορετικά, θα είμαι πιο χαρούμενη γιατί θα φοράω ό,τι θέλω κι όχι φαρδιά ρούχα, θα έχω όρεξη να βγαίνω έξω, να γνωρίσω καινούργιους φίλους να κάνω παρέα».
Διέκρινα πάνω της δύο βασικά χαρακτηριστικά: ήταν πολύ έξυπνη με ιδιαίτερα ανεπτυγμένη συναισθηματική νοημοσύνη και ήταν πολύ αξιοπρεπής. Αυτά θα ήταν και τα «εργαλεία» της.
Η Μελίνα πολύ σύντομα κατάλαβε πως είχε να αναλάβει την επιμέλεια της ζωής της, να φτιάξει συνθήκες που θα τη βόλευαν και θα της ταίριαζαν σύμφωνα με τις δικές της ανάγκες.
Συνειδητοποίησε τι ακριβώς έκανε, πόσο ήταν έρμαιο των περιστάσεων, πόσο απουσίαζε από τη ζωή της.
Στον παχύσαρκο είναι μπερδεμένες οι συνθήκες του με την αξία του. Οπως ακριβώς είναι μπερδεμένη η τροφή του με το συναίσθημά του.
Θεωρεί πως όταν δεν τα καταφέρνει να αδυνατίσει, φταίει ο ίδιος που είναι ανεπαρκής και όχι οι συνθήκες της ζωής του, οι οποίες βέβαια δεν τον ευνοούν.
Παλεύει διαρκώς –μια ζωή σε δίαιτα– να ορίσει, να ελέγξει τις πολυφαγίες του. Εχει να καταλάβει πως δεν θα τις ελέγξει ποτέ.
Αυτό που καλείται να ορίσει είναι τις συνθήκες του. Αυτό είναι το ζητούμενο. Ορίζω τις συνθήκες μου, οπότε μειώνονται αυτομάτως οι πολυφαγίες μου.
Της εμφάνισα τις έξι υποχρεώσεις που είχε απέναντί της. Αρχισε να ακολουθεί μεσογειακή διατροφή.
Η επιμέλεια που επέδειξε στο να κατοχυρώνει τα όσπρια και το ψάρι της απαρέγκλιτα μέσα στην εβδομάδα, καθώς και να κατοχυρώνει μέσα στην ημέρα της τα φρούτα και τις σαλάτες της σαν να ήταν η πιο σημαντική προτεραιότητα ζωής, τη βοήθησαν να περάσει στο επόμενο στάδιο.
Τόλμησε να ξεκινήσει να μαγειρεύει η ίδια κάποια γεύματα, για τον εαυτό της, επειδή ήθελε να δοκιμάσει τις δυνάμεις της και όχι γιατί έπρεπε, να ασχολείται με το να βρει και να προμηθευτεί τις πρώτες ύλες που χρειαζόταν για να έχει «το φαγητό της».
Καθάρισε το σπίτι της μόνη, χωρίς καμία βοήθεια από τη μητέρα της, και φυσικά παρ’ όλο που της προκαλούσε τρομερό άγχος, έφερε τον υδραυλικό και η βρύση πια δεν έσταζε.
Στο εβδομαδιαίο ραντεβού στο γραφείο μου –που δεν το έχασε ποτέ– συνειδητοποιούσε κάθε φορά τις δυνατότητες και την αξία της μέσα από τις πράξεις της, μέσα από τις αποφάσεις της να κινηθεί και να διαλέξει τι να κάνει, με ποιον τρόπο και σε ποιο χρόνο.
Διάλεγε πια τον πιο ταιριαστό σε αυτήν ρυθμό, είχε πια δικαίωμα να θέλει ή να μη θέλει, να κρίνει, να αποφασίζει, να επιμελείται.
Ηταν πολύ συγκινητικό όταν ήρθε κάποια μέρα και μου ανακοίνωσε πως ξεκίνησε γυμναστική δύο φορές την εβδομάδα.
Είχε γραφτεί στο γυμναστήριο. Εκεί γνώρισε φίλες και βγαίνουν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, κάνουν παρέα.
Κάθε φορά που ο παχύσαρκος ασχολείται με το φαγητό του, τη γυμναστική του, τη διασκέδαση ή την ξεκούρασή του, εμφανίζει το «με νοιάζομαι», «με σκέφτομαι».
Κάθε φορά που επιμελείται τις υποχρεώσεις του, εμφανίζει στο προσκήνιο τον εαυτό του, γιατί είναι σαν να λέει: «να με ταΐσω, να με ξεκουράσω, να με διασκεδάσω, να με κοιμίσω». Υπάρχει πλέον.
Εχουν περάσει περίπου επτά χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Η Μελίνα έχει μειώσει το βάρος της κατά δεκατέσσερα κιλά και το διατηρεί, με σκαμπανεβάσματα κατά περιόδους.
Οταν δεν είναι πολύ καλά, χώνεται στο «ξέφωτό» της και παίρνει λίγο βάρος. Οταν όμως είναι καλά ψυχικά, φτιάχνει χυμούς λαχανικών και ενδιαφέρεται πιο πολύ για την υγεία της.
Μπορεί να αλλάζει το βάρος της λίγο πάνω κάτω, αλλά το ότι είναι αγωνίστρια και πολύ ικανή δεν θα αλλάξει ποτέ. Το γνωρίζει τώρα πια και η ίδια.
Ξέρετε ότι
✔ Οι ενδορφίνες είναι μικρές αλυσίδες πρωτεϊνών (νευροπεπτίδια) που παράγονται στην υπόφυση και στον υποθάλαμο του εγκεφάλου, απελευθερώνονται μέσω του νωτιαίου μυελού και διοχετεύονται στην κυκλοφορία του αίματος.
✔ Κάθε δραστηριότητα που μας είναι ευχάριστη οδηγεί στην παραγωγή ενδορφινών, οι οποίες μας ηρεμούν, γεννούν αίσθημα ευδαιμονίας, βελτιώνουν τη διάθεση και εξουδετερώνουν τα υψηλά επίπεδα της αδρεναλίνης, που προκαλεί το στρες.
✔ Παράλληλα, θεωρούνται τα φυσικά παυσίπονα του οργανισμού, ισχυροποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα και καθυστερούν την εξέλιξη της γήρανσης.
* Σύμβουλος διατροφής
