ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Θωμάς Καραγκιοζόπουλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στα τέλη της δεκαετίας του 1890 και τις αρχές του 1900 σημειώνεται σημαντική προσέλευση Ελλήνων φοιτητών στα Πανεπιστήμια του εξωτερικού, όπου πηγαίνουν για να σπουδάσουν στα μεγάλα εκπαιδευτικά κέντρα της Δύσης.

Αργότερα, οι νέοι αυτοί θα επιστρέψουν στην Ελλάδα όντας ιδεολογικά χειραφετημένοι μέσω της μαθητείας τους κοντά σε μεγάλους δασκάλους και θα καλούνται να συμβάλουν άμεσα ή έμμεσα στον ιδεολογικό αναβρασμό που γνωρίζει η ελληνική πνευματική και πολιτιστική ζωή.

Οι πνευματικοί κύκλοι της εποχής ένιωθαν την ανάγκη πως έπρεπε να συνεισφέρουν στην πολιτιστική αλλαγή, η οποία κυοφορούνταν στην κοινωνία.

Οι ίδιοι οι Ελληνες λογοτέχνες επιθυμούσαν, πάνω από όλα, την κοινωνική αλλαγή και ζητούσαν ιδεολογική απελευθέρωση και πνευματική χειραφέτηση.

Αυτή η απελευθέρωση, όμως, δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί, παρά μόνο μέσω της πνευματικής εξύψωσης του ατόμου και μόνο υπό την καθοδήγηση ενός υπερανθρώπου μεταρρυθμιστή-αναμορφωτή.

Η τάση αυτή για δραστική συμμετοχή αναγνωρίζεται με σχετική ευκολία ως μια ξενόφερτη επίδραση, η οποία έχει τις αναφορές της στη γενικότερη ιστορικο-κοινωνική περίοδο, μέσα στην οποία γεννιέται.

Η αλληλεπίδραση, η οποία πραγματοποιείται σε πολιτικό επίπεδο μεταξύ της Ελλάδας και χωρών της Ευρώπης, βαδίζει παράλληλα με μια λογοτεχνική επίδραση στην ίδια κλίμακα. Κατά μία έννοια, λογοτεχνική επίδραση είναι η στενότερη πνευματική γνωριμία μεταξύ των λαών.

Μόνο που στην περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας, η ξένη επίδραση εξελίχθηκε ως μια κατάσταση μόνιμη και σε πολλά στάδια εμπόδισε την ελληνική σκέψη και παραγωγή να δείξει πως έχει τη δική της αυτόνομη δημιουργική δύναμη.

Στα χρόνια 1898 (έτος πρώτης επαφής του ελληνικού κοινού με τη φιλοσοφία του Νίτσε μέσω του Γιάννη Καμπύση και των περιοδικών «Τέχνη», «Διόνυσος» και «Το Περιοδικό μας») – 1927 (χρονιά δημοσίευσης της «Ασκητικής» του Νίκου Καζαντζάκη στο περιοδικό «Αναγέννηση» του Δημητρίου Γληνού), δηλαδή τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής η ξένη επίδραση διαφαίνεται αρκετά δυνατή.

Σε καμία άλλη εποχή η ελληνική λογοτεχνία δεν παρουσιάζει τόσες μιμητικές τάσεις όσες σ’ αυτήν. Είναι η εποχή, κατά την οποία οι Ελληνες λογοτέχνες έρχονται σε συνεχή επαφή με την ξένη πνευματική δημιουργία και ανακαλύπτουν ιδέες και συγγραφικά μοτίβα, τα οποία βρίσκουν ιδιαίτερα θελκτικά και εν πολλοίς υιοθετούν αδιακρίτως.

Ενδεχομένως αντιλαμβάνονται πόσο πίσω έχει μείνει η λογοτεχνική τους παράδοση και επιθυμούν να δεχτούν τις νέες ιδέες κατά το δυνατόν ταχύτερα, δίχως να ερμηνεύουν ορθά τα μηνύματα των ξένων λογοτεχνών, ούτε όμως να φιλτράρουν τα ζωτικά στοιχεία, τα οποία θα ήταν πράγματι ικανά να γονιμοποιήσουν την εγχώρια λογοτεχνική παραγωγή.

Σκοπός λοιπόν της πνευματικής τάσης της εποχής αυτής είναι η δημιουργία μιας καινούργιας συγγραφικής κουλτούρας, καθώς τα παλιά μοντέλα είχαν χάσει την επιρροή τους και υπήρχε ανάγκη για ανανέωση.

Στην αναζήτηση καινούργιων συγγραφικών μοντέλων, η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή βρέθηκε εν μέσω μιας παροδικής κρίσης, την οποία προσπάθησε να υπερβεί, βρίσκοντας στήριγμα στη γερμανική σχολή του ιδεαλισμού, με βασικότερό της εκφραστή τον Γερμανό φιλόσοφο Φρίντριχ Νίτσε.

Βεβαίως, όπως έγινε με κάθε συγγραφικό μοντέλο, το οποίο επιχειρήθηκε να ενσωματωθεί στην ελληνική παράδοση, το αποτέλεσμα ήταν μια λανθασμένη, έως και προβληματική απομίμηση, δίχως ουσιαστικές αναφορές και κατάληξη παραμορφωτική.

Κάτι ανάλογο συνέβη με τη μεταφορά της νιτσεϊκής σκέψης στην ελληνική λογοτεχνία. Οι Ελληνες διανοούμενοι είδαν μια βασική φιλοσοφική σταθερά του Νίτσε, τον Υπεράνθρωπο, ως μια παραδειγματική φυσιογνωμία, η οποία ξεπερνάει την απραξία της ζωής με κίνητρο την επιθυμία να δράσει αυτοβούλως.

Ακόμη, είχαν την ελπίδα πως ένας Υπεράνθρωπος θα έρθει για να αλλάξει τη ζωή τους προς το καλύτερο και αγνοούσαν πως οι αναγκαίες, επιθυμητές αλλαγές προϋποθέτουν ένα περίπλοκο σχήμα δράσεων, πέρα και πάνω από τη δύναμη-δυναμική ενός και μόνο ατόμου.

Ο Υπεράνθρωπος, δηλαδή, παρουσιαζόταν ως ο πολυαναμενόμενος αρχηγός, ο οποίος θα οδηγήσει στην πολυπόθητη κοινωνική αλλαγή και θα βοηθήσει να επέλθει η ευημερία του κοινωνικού συνόλου.

Εδώ πρέπει να τονιστεί πως, εάν οι Ελληνες της εποχής δεν επιθυμούσαν οι ίδιοι άμεσα την πνευματική και κοινωνική αλλαγή, ίσως η επιρροή του Νίτσε να μην είχε φτάσει στις ίδιες διαστάσεις και η λογοτεχνία να μην είχε διαφωτιστεί στον ίδιο βαθμό με ένα θέμα, το οποίο έχει ως επίκεντρο το απελευθερωμένο-αυτοδύναμο άτομο, τον Υπεράνθρωπο.

Η επίδραση

Στην πραγματικότητα, αυτό που ο Νίτσε πίστευε ήταν κάτι διαφορετικό. Θεωρούσε πως ο άνθρωπος, μέσω του ηρωικού πνεύματος, της συναισθηματικής φόρτισης και της δύναμης της θέλησης, θα μπορέσει, ξεφεύγοντας από την αθλιότητα, όπου τον κρατούν οι διάφορες συνθήκες, να φτάσει στην ιδεατή μορφή του Υπερανθρώπου.

Πίστευε, δηλαδή, πως ο άνθρωπος είναι μια τεντωμένη χορδή ανάμεσα στο ζώο και τον Υπεράνθρωπο και θεωρούσε τη ζωή ως εκδήλωση της βούλησης για δύναμη· μία δύναμη, η οποία είναι κινητήριος μοχλός για την ανθρωπότητα.

Στην ελληνική λογοτεχνική παράδοση ο τύπος του Υπερανθρώπου παρουσιάζεται, σε γενικές γραμμές, με τρεις διαφορετικές μορφές: ως το άτομο το απελευθερωμένο από τις προλήψεις, ως ο καλλιτέχνης που θυσιάζεται στην προσπάθειά του να δημιουργήσει καλύτερες προοπτικές για τον άνθρωπο και, τέλος, ως ο αποφασισμένος άνθρωπος, ο οποίος επιζητεί δικαιοσύνη και αέρα αλλαγής της καθεστηκυίας τάξης.

Στις τρεις αυτές περιπτώσεις η ευεργεσία της κοινωνίας αποτελεί ιδανικό και καθήκον για τον Υπεράνθρωπο. Δηλαδή, οι πλάτες του είναι φορτωμένες με την ατομική, τιτάνια ευθύνη να σώσει τον κόσμο.

Η επίδραση του γερμανικού πνεύματος, της φιλοσοφίας και του πολιτισμού στα χρόνια αυτά είναι εμφανώς σημαντική.

Ιδιαιτέρως η θεωρία για τον Υπεράνθρωπο επηρεάζει σημαντικές μορφές της ελληνικής λογοτεχνίας, όπως ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο Λορέντζος Μαβίλης και, φυσικά, ο Νίκος Καζαντζάκης.

Αρχικά, ο Λορέντζος Μαβίλης, ανταποκρινόμενος στο αίσθημα των σύγχρονών του λογοτεχνών, οι οποίοι επιθυμούσαν ατομική πρωτοβουλία και συγγραφική αυτοπεποίθηση, γράφει κατά το 1899 το σονέτο του «Υπεράνθρωπος».

Στο σονέτο αυτό ο Υπεράνθρωπος παρουσιάζεται ως ένας μαχητής, ο οποίος καλείται να υπερβεί την αναπόφευκτη εξάρτησή του από τη μοίρα: «γίνε Θεός σου και τη Μοίρα νίκα».

Εμφανίζεται ως ανδρειωμένος και ανίκητος, αναζητητής της αλήθειας:

«Του μυστήριου ανασήκωσε την πέτρα / και μη σκιαχτείς το δάγκωμα του αστρίτα. / Το τι ‘ναι η αλήθεια αδιάκοπα αναζήτα». Ακόμη, παρουσιάζονται επιπλέον ζητήματα, όπως το πρόβλημα της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης του ανθρώπου, το πρόβλημα της μοίρας, το θέμα των ορίων που έχει η ανθρώπινη δράση μέσα στον κόσμο και πολύ περισσότερο η αγωνιστική του δράση. Ο Υπεράνθρωπος του Μαβίλη είναι ο πέρα από τα κοινά μέτρα άνθρωπος, ο ανδρείος σε υπερβολικό βαθμό: «Μία μία τες σαγιτιές του πόνου μέτρα / και άγρυπνος τες πληγές που ανοίγουν κοίτα / μηνύτρα φτάνει η καθεμιά σαγίτα / απ’ της άσπλαχνης Μοίρας τη φαρέτρα». Ο Υπεράνθρωπος αυτός είναι μία νιτσεϊκή μορφή πέραν των διακριτών γνωρισμάτων του καλού και του κακού. Η αντίστασή του στον πόνο τού δίνει την εικόνα ενός παράτολμου ανθρώπου. Στην αναζήτηση της αλήθειας ανακαλύπτει τον πόνο μέσα από έναν διαρκή αγώνα: «Και α βρεις που ο Πόνος είναι η μόνη Αλήθεια».

Για πρώτη φορά στη λογοτεχνική παράδοση διατυπώνεται η έννοια του χρέους το οποίο φέρει ο Υπεράνθρωπος, ένα χρέος το οποίο αναλαμβάνει μόνος του.

Το χρέος αυτό είναι ο πόνος, ο αγώνας μέχρι να γίνει Θεός και να νικήσει το πεπρωμένο του, να υπερβεί τη θνητή του μορφή.

Ο υπεράνθρωπος

Ενα ανάλογο παράδειγμα έχουμε στη νουβέλα του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου «Υπεράνθρωπος», την οποία έγραψε το 1909. Πρωταγωνιστές είναι ο αφηγητής και ο ξάδερφός του.

Ο δεύτερος χαρακτηρίζει τον εαυτό του ιδεολόγο, ενώ στην πραγματικότητα αποδεικνύεται ότι περισσότερο ενδιαφέρεται για την άκοπη ζωή.

Στο έργο αυτό ο Χατζόπουλος παντρεύει τις θέσεις του Νίτσε με τα ιδανικά της σοσιαλιστικής θεωρίας.

Συγκεκριμένα, το έργο είναι διάχυτο από θέσεις κοινωνικής κριτικής και σάτιρας απέναντι στο κατεστημένο της εποχής και είναι χαρακτηριστικό της αμφισβήτησης του Χατζόπουλου για το ισχύον τότε κοινωνικό και πολιτικό σύστημα, για το οποίο επιθυμεί ριζική αλλαγή: «Αυτό είναι ίσια ίσια η δύναμη του Νίκου, να μπορεί να κλωτσοπατά τις συνθήκες, να μην υποτάζεται σ’ αυτές».

Ακόμη, ο Υπεράνθρωπος σατιρίζει τις ανώριμες επαφές της ελληνικής διανόησης με τη γερμανική πνευματική ζωή και επιδιώκει να μεταφέρει μερικές εκφράσεις της νιτσεϊκής φιλοσοφίας για τη δύναμη και την αντρειοσύνη μέσα από τους διαλόγους των ηρώων.

Τέλος, στην «Ασκητική» του Νίκου Καζαντζάκη η νιτσεϊκή επιρροή παρουσιάζεται με το στοιχείο της νιτσεϊκής εξέλιξης από κατώτερη μορφή (φυτά – ζώα) σε ανώτερη (άνθρωπος – Σύμπαν).

Η ανηφορική τάση της ζωής διαπερνάει όλες τις μορφές ύπαρξης για να καταλήξει στην αμέσως ανώτερη.

Σκοπός αυτής της κίνησης είναι η πορεία του ανθρώπου να συμπεριλάβει όλα τα φυσικά στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στον αγώνα του για ελευθερία.

Ο Νίτσε με τη φιλοσοφική του διδασκαλία έδωσε στον Καζαντζάκη την εσωτερική ώθηση να προκρίνει την ενθουσιώδη χαρά της ζωής, τη δημιουργία του Υπερανθρώπου – μια ανώτερη ηγετική προσωπικότητα, η οποία θα αγωνιστεί για ένα ανώτερο ιδανικό, την ελευθερία.

Μάλιστα, ο Καζαντζάκης αναθέτει στον Υπεράνθρωπο την αποκλειστική ευθύνη να σώσει τον κόσμο: «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω».

Επίσης, τοποθετείται υπέρ της κατανίκησης της απελπισίας που γεννά η ζωή με την ίδια απελπισία, όμως μια απελπισία όχι αρνητική, η οποία καταρρακώνει την ψυχή, αλλά με εγκατάλειψη της ελπίδας.

Πρόκειται μάλλον για μια ανέλπιδη κατάσταση, όπου υπάρχει από τον Καζαντζάκη συνειδητή απόρριψη της ελπίδας.

Η παρουσία της νιτσεϊκής φιλοσοφίας στην ελληνική λογοτεχνία

Ακόμη, ο Καζαντζάκης γοητεύτηκε από τη νιτσεϊκή αμφισβήτηση της σύγχρονής του κατεστημένης κοσμοθεωρίας και ιδεολογίας.

Ειδικότερα, βρήκε ιδιαίτερα ελκυστική την απόρριψη μιας μεταφυσικής θεωρίας, η οποία, σύμφωνα με τον Νίτσε, έχει ως επακόλουθο την αποδοχή ενός εξωκοσμικού απόμακρου Θεού, την υποτίμηση του πνευματικού κόσμου και τη μετάθεση όλων των προσδοκιών του ανθρώπου σε έναν νοητό υπεραισθητό κόσμο.

Ολα αυτά ήταν στοιχεία που ενίσχυσαν την πίστη του ότι αποστολή του ανθρώπου είναι να διατυπώσει μία καινούργια κοσμοθεωρία, στην οποία θα κλείσει το προσωπικό του όραμα για τον προορισμό του κόσμου.

Ισως ήταν στόχος του Καζαντζάκη να βρεθεί μία συνθετική λύση στην πολιτισμική και κοινωνική διάλυση, η οποία ήταν εμφανής στην κοινωνική ζωή. Εμπνευσμένος βαθιά από τον Νίτσε, θέλει να προβάλει με αισθητικά μέσα μία συνθετική προοπτική, η οποία να ασκεί πάνω στους ανθρώπους της εποχής του την ίδια καθαρτική δράση που ασκούσε το πνεύμα της τραγωδίας στους αρχαίους Ελληνες.

Ο Νίτσε άσκησε στην ελληνική λογοτεχνική σκηνή μια έλξη σχεδόν συγκινησιακή, καθώς ο ίδιος ο φιλόσοφος ήταν η προσωποποίηση ενός ηρωικού τρόπου ζωής και μιας καλλιτεχνικής προσωπικότητας, την οποία οι Ελληνες θέλησαν να μιμηθούν.

ιδικότερα ο Νίκος Καζαντζάκης, στον οποίο εντοπίζουμε το μεγαλύτερο μερίδιο επιρροής, ποθούσε να αποτελέσει μια προφητική θύελλα, σαν αυτή του Νίτσε, η οποία θα αναμείγνυε φιλοσοφία, τέχνη και ηθική έξαρση.

Συμπερασματικά, οφείλουμε να πούμε πως η ελληνική λογοτεχνία των αρχών του 20ού αιώνα δεν υπήρξε αρκετά ώριμη ώστε να δημιουργήσει κάτι αμιγώς δικό της, με τους λογοτέχνες να εξαρτούν τη δημιουργία τους από την επιρροή τους από τα ευρωπαϊκά φιλοσοφικά και λογοτεχνικά ρεύματα.

Οι ιδέες, οι οποίες καλλιεργούνται στο ευρωπαϊκό ακαδημαϊκό και λογοτεχνικό περιβάλλον, βρίσκουν σημαντική απήχηση στα ελληνικά πνευματικά πράγματα και θα απασχολήσουν για χρόνια την ελληνική λογοτεχνική πραγματικότητα.