Η Στουντενίτσανη είναι ένα χωριό στην περιοχή Καρσιγιάκ με πληθυσμό κυρίως αλβανόφωνο και το μουσουλμανικό στοιχείο ιδιαίτερα εμφανές αφού οι μιναρέδες από τα τζαμιά ξεπροβάλλουν και κυριαρχούν σε όλο το χωριό.
Εκεί κάθε χρόνο, την άνοιξη μα και το φθινόπωρο γίνονται οι αγώνες πάλης με λάδι, οι λεγόμενοι Πεχλιβάνηδες. Η ονομασία τους έχει ρίζα από την περσική λέξη «pehlevan» που σημαίνει «παλαιστής», «πρωταθλητής» ή «ήρωας» και σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές χρονολογούνται από την εποχή των Πάρθων στην Περσία περίπου το 238-224 π.Χ.
Οι Πεχλιβάνηδες είναι παλαιστές που αλείφονται με λάδι σε όλο τους το κορμί, ώστε τα χέρια κάθε αθλητή να μην μπορούν με ευκολία να αρπάξουν το κορμί του αντιπάλου. Είναι η μία ιδιαιτερότητα αυτής της πάλης.

Το δεύτερο ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι φορούν τα λεγόμενα «kispet» (τουρκική λέξη), στα ελληνικά τα «κιουσπέτια», που είναι παντελόνια από δέρμα μοσχαριού ή βουβαλιού και ζυγίζουν 10 με 13 κιλά. Είναι ραμμένα για να είναι πολύ εφαρμοστά στο κορμί του παλαιστή έτσι ώστε όταν γραπώνονται μεταξύ τους να μην μπορούν να πιαστούν από το παντελόνι του αντιπάλου, κάτι φυσικά που ανεβάζει το επίπεδο δυσκολίας της πάλης ακόμα περισσότερο.
Προτού όμως ξεκινήσουν οι αγώνες, οι Πεχλιβάνηδες του χωριού Στουντενίτσανη συμμετέχουν σε μια τελετή που ονομάζεται «πέρντε» και αυτό συμβαίνει μόνο στη Β. Μακεδονία.

Στην έναρξη της τελετής αρχίζουν να ηχούν δυνατοί και επιβλητικοί ρυθμοί από τα τύμπανα-νταούλια και τους ζουρνάδες που παίζουν μουσικοί οι οποίοι συμμετέχουν στο δρώμενο. Εκείνη τη στιγμή γίνεται η είσοδος και η παρουσίαση των πιο δυνατών παλαιστών του χωριού στο κοινό που παρακολουθεί. Με χορευτικά άλματα διασχίζουν τον αγωνιστικό χώρο για να φτάσουν στο σημείο όπου στέκονται οι μουσικοί. Είναι ένας τρόπος να επιβληθούν ψυχολογικά στους αντιπάλους τους με το να φιγουράρουν τη δύναμή τους.
Η Στουντενίτσανη είναι ένα από τα χωριά στα Βαλκάνια που εξακολουθούν οι κάτοικοί του να λατρεύουν το παραδοσιακό αυτό άθλημα μέχρι τις μέρες μας. Οι αγώνες έχουν φτάσει να γίνουν πολυεθνικοί λόγω του γεγονότος ότι οι αθλητές που συμμετέχουν προέρχονται από όλες τις εθνότητες της χώρας, αλλά και από γειτονικές χώρες όπως η Αλβανία, το Κόσοβο, η Βουλγαρία, η Ελλάδα (πιο σπάνια) ακόμα και από την Τουρκία, χώρες δηλαδή που επίσης αγαπούν το παραδοσιακό αυτό άθλημα.

Ενα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό αυτών των αγώνων είναι ότι κατά τη διάρκεια των αναμετρήσεων μεταξύ των παλαιστών η μουσική δεν σταματάει να παίζει. Στα δε διαλείμματα βγαίνουν χορευτές ντυμένοι με τις παραδοσιακές στολές τους και σέρνουν τον χορό. Μ’ αυτόν τον τρόπο το διάλειμμα μεταμορφώνεται σε ένα σύντομο γλέντι.

Φυσικά γύρω από τον αγωνιστικό χώρο ανάμεσα στο κοινό υπάρχουν πωλητές που πουλούν μικρά κεμπάπ από αρνίσιο κρέας, όπως και το παραδοσιακό δυνατό τσάι που πίνουν οι μουσουλμάνοι.
Αξίζει να ειπωθεί ότι κατά τη διάρκεια των αγώνων δεν είδα να υπάρχουν γυναίκες μέσα στο κοινό, εκτός από τη μία και μοναδική γυναίκα που βρισκόταν στα καθίσματα των επισήμων κι αυτό διότι ήταν η σύζυγος του δημάρχου της περιοχής.
Στο παρελθόν συμμετείχαν στο αγώνισμα και παιδιά μαζί με τους ενήλικες, αλλά και σε όποιος ένιωθε πως είχε δυνάμεις για να αντεπεξέλθει.

Το άθλημα των Πεχλιβάνηδων όπως υπάρχει μέχρι σήμερα στη Στουντενίτσανη αναπτύχτηκε και καλλιεργήθηκε κατά την Οθωμανική Αυτοκρατορία, δηλαδή από τους Τούρκους της Ανατολίας που ζούσαν στις περιοχές της Β. Μακεδονίας. Αμέσως διαδόθηκε σχεδόν παντού και μετατράπηκε σε ένα από τα πιο δημοφιλή αθλήματα. Επιβίωσε και μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την περιοχή και συνεχίζει να είναι δημοφιλές μέχρι σήμερα, δίνοντας έτσι την ευκαιρία να δημιουργηθούν πολλοί αθλητές πάλης ελεύθερου στιλ οι οποίοι φέρνουν πολλά μετάλλια σε διεθνές επίπεδο.

Η συγκεκριμένη πάλη με λάδι των Πεχλιβάνηδων έχει ανακηρυχθεί από την UNESCO ως άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Το να είσαι παλαιστής Πεχλιβάνης είναι μεγάλη τιμή μέσα σε αυτές τις μικρές κοινωνίες των χωριών πρωτίστως αλλά και γενικώς στις κοινωνίες των μουσουλμάνων.

Η μύηση και η μάθηση της πολεμικής αυτής τέχνης όπως και η καλλιέργεια της νοοτροπίας του Πεχλιβάνη ξεκινάει από πολύ μικρές ηλικίες και τις περισσότερες φορές η τέχνη του αθλήματος αυτού περνάει από τον πατέρα στον γιο.

Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παλαιστών που συνάντησα στη Στουντενίτσανη, οι πατεράδες παλαιστές αλλά και τα μικρά παιδιά μού είπαν ότι πάντα είναι πολύ υπερήφανοι για το γεγονός ότι οι πατεράδες, παππούδες και προπάπποι τους ήταν Πεχλιβάνηδες.
Ετσι λοιπόν πριν από δύο δεκαετίες δημιουργήθηκε η ανάγκη να φτιάξουν σχολές, που όμως λειτουργούν άτυπα και μόνο μέσω των τοπικών συλλογών και ομοσπονδιών.
Παλιότερα η εκμάθηση γινόταν κυρίως στα σπίτια από τους πατεράδες, επίσης και κατά τη διάρκεια των τουρνουά, αλλά και στα πανηγύρια όπου οι Πεχλιβάνηδες δάσκαλοι μάθαιναν τα μικρά παιδιά την τέχνη της πάλης με λάδι.

Η ζωή της Στουντενίτσανης, όπως σ’ όλα τα χωριά, είναι αρκετά σκληρή και δύσκολη. Το χωριό βρίσκεται στο όρος Κίτκα και οι κάτοικοι ασχολούνται παραδοσιακά με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι κτηνοτρόφοι εκτρέφουν πρόβατα και βοοειδή, επομένως είναι φυσικό η περιοχή να είναι φημισμένη για το τυρί που παράγει, όπως επίσης για τις πιπεριές, τις πατάτες και τον καπνό.
Το 98% των κατοίκων του χωριού είναι μουσουλμάνοι και το μεγαλύτερο ποσοστό είναι Αλβανοί με 68%, αμέσως μετά έρχονται οι Τούρκοι με 15% και τέλος οι Βόσνιοι που είναι περίπου στο 7,5%.
Ο κόσμος του χωριού είναι σε μεγάλο βαθμό θρησκευόμενοι. Πολύ αυστηρά πηγαίνουν στα τζαμιά για να προσευχηθούν τουλάχιστον πέντε φορές την ημέρα. Τα περισσότερα τζαμιά είναι καινούργια και χτίστηκαν μετά τον πόλεμο που είχαν οι Σλαβομακεδόνες με τους UCK του Κοσόβου το 2001. Αλλά το ίδιο ακριβώς έγινε και σε όλες τις πόλεις και τα χωριά της κεντρικής και δυτικής Β. Μακεδονίας.
Ο Τζεζάιρ Λαφίφι είναι ένας από τους πρωταθλητές του χωριού και τώρα είναι ο πρόεδρος της ομοσπονδίας των Πεχλιβάνηδων της Στουντενίτσανης.

Τον συνάντησα στο χωριό όπου είχαμε μια πολλή ενδιαφέρουσα συζήτηση. Αφού περιπλανηθήκαμε λίγο στο χωριό και φυσικά ήπιαμε έναν τούρκικο καφέ στο κεντρικό καφενείο, αργότερα πήγαμε στο σπίτι του. Εκεί μας περίμενε ο πατέρας του, που κι αυτός ήταν ένας από τους πρωταθλητές της εποχής του. Ο ηλικιωμένος άντρας με καλωσόρισε στο σπίτι του κάνοντάς μου μια ζεστή αλλά και αρκετά δυνατή χειραψία. Μαζί με τον πατέρα ήταν στο σαλόνι και ο εγγονός, ο οποίος ήταν περίπου οχτώ χρόνων.
Ο Τζεζάιρ μού μιλούσε για τον πατέρα του με έναν δυνατό και εμφανή θαυμασμό.
«Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ακολουθήσω την παράδοση των Πεχλιβάνηδων. Ο πατέρας μου ήταν το μεγάλο μου πρότυπο. Αυτός με δίδαξε την τέχνη του αθλήματος, όπως και εκείνον τον δίδαξε ο δικός του πατέρας και έτσι κατάφερα να γίνω πρωταθλητής αρκετές φορές στη ζωή μου. Τώρα με τη σειρά μου και εγώ μαθαίνω τον γιο μου πώς να παλεύει, και πώς να γυμνάζεται καθημερινά». Ο Τζεζάιρ σχεδόν κάθε μέρα συναντάει μετά τη δουλειά του τον μικρό του γιο και μαζί με τα άλλα παιδιά ξεκινούν την προπόνηση.
Στην ερώτησή μου αν πράγματι αρέσει του μικρού το άθλημα απάντησε πως «δείχνει, απ’ ό,τι βλέπω κάθε μέρα, πως είναι και εκείνου η μεγάλη του αγάπη και μου λέει συνέχεια ότι θέλει να γίνει σαν εμένα και τον παππού του».
Και συνεχίζει: «Ο κόσμος περιμένει με χαρά κάθε χρόνο τους αγώνες την άνοιξη και το φθινόπωρο, αφού τα τουρνουά είναι σαν γιορτή με πολλή διασκέδαση».

Οσο «θηρία» κι αν ήταν και οι δυο τους, άλλο τόση ήταν και η ευγένειά τους. Το σπιτικό τους ήταν απίστευτα ζεστό και βέβαια μου έκανε μεγάλη εντύπωση το γλυκό και ζεστό βλέμμα του μικρού αγοριού που απηύθυνε και στους δύο.
Τα παιδιά του χωριού, όταν δεν βοηθάνε τους πατεράδες και τις μητέρες τους στις καθημερινές εργασίες, είναι αμολημένα στα χωράφια του οροπεδίου και τρέχουν δεξιά κι αριστερά παίζοντας και ουρλιάζοντας.

Οταν μπήκα με το αυτοκίνητο στο χωριό, τα μικρά «διαβολάκια» έτρεχαν πίσω και δίπλα από τα αυτοκίνητα μέσα στους στενούς δρόμους γεμάτους από λάσπη. Εχω επισκεφτεί αρκετά χωριά στα Βαλκάνια και το σκηνικό με τα παιδιά να τρέχουν πίσω από τα ξένα αυτοκίνητα είναι πάντα το ίδιο. Θυμίζει παλιές ελληνικές ταινίες του πενήντα και του εξήντα.
Πριν πάρω τον δρόμο της επιστροφής πήγαμε πάλι στο καφενείο για τον αποχαιρετιστήριο καφέ. Στο χωριό το αλκοόλ απαγορεύεται αυστηρά, καθώς όπως είπαμε είναι μουσουλμάνοι και το απαγορεύει η θρησκεία τους. Ομως την πρώτη φορά που περάσαμε από το καφενείο φαίνεται πως ο Τζεζάιρ συνεννοήθηκε στα κρυφά με τον καφετζή και έτσι με περίμενε μια παγωμένη μπίρα. Ο θαυμασμός και ο σεβασμός των ανθρώπων που συναντήσαμε στο καφενείο για τον Τζεζάιρ ήταν πραγματικά συγκινητικός και μεγάλος. Ολοι σηκώνονταν στο πέρασμά του και του πρότειναν το χέρι για μια δυνατή χειραψία.
Και αφού είμαι Ελληνας, με βάφτισαν αγγελιαφόρο για να στείλουν μήνυμα στους Ελληνες τόσο οι χωριανοί όσο και οι παλαιστές Πεχλιβάνηδες της Στουντενίτσανης ότι είμαστε πάντα ευπρόσδεκτοι στα μέρη τους, όπως επίσης έστειλαν ανοιχτή πρόσκληση και στους Ελληνες παλαιστές Πεχλιβάνηδες για να έρθουν και να συμμετάσχουν στους αγώνες.
ℹ️ Τα τουρνουά πάλης στη Β. Μακεδονία διεξάγονται τακτικά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Οι διοργανώσεις χωρίζονται σε εγχώρια πρωταθλήματα, σε παραδοσιακά διεθνή τουρνουά, ευρωπαϊκά πρωταθλήματα και διεξάγονται σε πολλές πόλεις και χωριά της χώρας. Κάποια απ’ αυτά είναι: το χωριό Στουντενίτσανη, όπου γίνεται η μεγαλύτερη διοργάνωση για τις χώρες των Βαλκανίων, δηλαδή Κόσοβο, Αλβανία, Βουλγαρία, Τουρκία. Το χωριό Ζελενίκοβο, που είναι ο διοργανωτής διεθνών τουρνουά. Στην πόλη Βέλες οι αγώνες λαμβάνουν χώρα στο πλαίσια εκδηλώσεων της πόλης -σε πανηγύρια-, όπως και στο φεστιβάλ κρασιού και πίτας στην ανατολική πλευρά της χώρας στην πόλη Στιπ, στην πόλη Κότσανι όπου οι αγώνες είναι αφιερωμένες σε μία από τις επετείους της χώρας, που είναι η «Ημέρα Ανεξαρτησίας».
