Θα μπορούσαμε να δώσουμε πολλούς τίτλους θέλοντας να περιγράψουμε την ποιήτρια Αντριέν Ριτς (Adrienne Cecile Rich): «Η γυναίκα που μετέτρεψε την ποίηση σε ανυπακοή», «Η γυναικεία φωνή που δεν χώρεσε ούτε στους αντρικούς ούτε στους γυναικείους κανόνες», «Οταν η άρνηση ενός βραβείου γίνεται από μόνη της βραβείο» κ.ά. Ολα τα προαναφερθέντα ισχύουν και με το παραπάνω στην περίπτωση της Ριτς, της Αμερικανίδας ποιήτριας, από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις δημιουργών που άλλαξαν τον τρόπο με τον οποίο μια εποχή μπορούσε να μιλήσει για το σώμα, τη γλώσσα, τη μητρότητα, τη σεξουαλικότητα και την εξουσία.
Γεννημένη σαν σήμερα, 16 Μαΐου του 1929 στη Βαλτιμόρη (ΗΠΑ), η Ριτς μπήκε από πολύ νωρίς στη μεγάλη λογοτεχνική σκηνή, ενώ έγινε μία από τις κεντρικές μορφές της αμερικανικής φεμινιστικής σκέψης του 20ού αι.: πριν καν αποφοιτήσει από το Radcliffe College (σ.σ. επειδή τότε το Harvard δεν δεχόταν γυναίκες, πήγαιναν στο Radcliffe), ο W. H. Auden (σ.σ. από τους μεγαλύτερους αγγλόφωνους ποιητές, που επειδή ήταν ομοφυλόφιλος έφερε πάνω του τεράστιο κοινωνικό βάρος) είχε ήδη επιλέξει την πρώτη της συλλογή, «A Change of World», για τη σειρά Yale Younger Poets. Αυτή η επιλογή ουσιαστικά «νομιμοποίησε» λογοτεχνικά την πολύ νεαρή τότε Ριτς, που ώς τότε ήταν το πρότυπο της νέας, άρτια εκπαιδευμένης, τεχνικά πειθαρχημένης ποιήτριας. Αλλά αυτό έμελλε να είναι μόνο η αρχή…
Από την ποιήτρια της αυστηρής φόρμας η Ριτς πέρασε γρήγορα στη γυναίκα που αρνήθηκε να γράφει σαν να μην έχει σώμα, φύλο, ιστορία και σύγκρουση. Η ζωή της -γάμος, μητρότητα, πολιτική αφύπνιση, ρήξη με τους ρόλους που της είχαν ανατεθεί- έγινε το υλικό μιας ποίησης που δεν ήθελε να είναι απλώς «ωραία», αλλά αναγκαία. Στα χρόνια του πολέμου στο Βιετνάμ, των κινημάτων για τα πολιτικά δικαιώματα και του δεύτερου φεμινιστικού κύματος, η Ριτς άρχισε να γράφει με τρόπο πιο ανοιχτά πολιτικό και σκληρό: «This is the oppressor’s language»/«Αυτή είναι η γλώσσα του καταπιεστή» έγραφε τότε· ένας στίχος που συμπυκνώνει τον τρόπο με τον οποίο η ίδια έβλεπε τη γλώσσα όχι ως ουδέτερο εργαλείο, αλλά ως πεδίο εξουσίας, βίας και αντίστασης.
Πράγματι η γλώσσα της Ριτς είχε από καιρό πάψει να «στολίζει» την πραγματικότητα και πλέον την ανέκρινε. Το «Diving into the Wreck» («Κατάδυση στο ναυάγιο»), το βιβλίο που της χάρισε το National Book Award το 1974, αποτελεί την απόδειξη: κατεβαίνοντας στα συντρίμμια της Ιστορίας γράφει τι καταστράφηκε, τι αποκρύφτηκε, τι ονομάστηκε κανονικό επειδή έτσι βόλευε την εξουσία. Κερδίζοντας το βραβείο ανέβηκε στη σκηνή μαζί με τις μαύρες φεμινίστριες/ποιήτριες Audre Lorde και Alice Walker (σ.σ. η δεύτερη ήταν η πρώτη Αφροαμερικανίδα που κέρδισε Πούλιτζερ μυθοπλασίας το 1982) και το αφιέρωσαν στις γυναίκες των οποίων οι φωνές είχαν αποσιωπηθεί.
Η μοναδικότητά της βρίσκεται στο ότι αρνήθηκε να διαχωρίσει την τέχνη από τη συνείδηση. Για τη Ριτς η ποίηση δεν ήταν καταφύγιο από την πολιτική και την καθημερινότητα, αλλά ήταν ένας από τους τρόπους με τους οποίους η πολιτική γίνεται ορατή μέσα στην πιο προσωπική περιοχή της ζωής. Ταυτόχρονα έννοιες έως τότε συνδεδεμένες απόλυτα με τη «γυναικεία ολοκλήρωση», όπως η μητρότητα στο «Of Woman Born», δεν παρουσιάζονται ως φυσική αγιογραφία, αλλά ως εμπειρία που έχει φορτωθεί με θεσμούς, κανόνες, βία, προσδοκίες. Το ίδιο έκανε και με τη γυναικεία επιθυμία, τη λεσβιακή ταυτότητα, την εβραϊκή καταγωγή, τον ρατσισμό, τη φτώχεια.
Φυσικά η πολιτική στάση της αλλά και ένταση ενόχλησε. Ο φεμινιστικός λόγος της κρίθηκε από ορισμένους σκληρός. Η ίδια αρνήθηκε να αποδεχτεί το 1997 το National Medal of Arts, από τα υψηλότερα κρατικά βραβεία των ΗΠΑ για τις τέχνες, λέγοντας πως η τέχνη δεν μπορεί να λειτουργεί ως διακόσμηση της εξουσίας. Δεν ήθελε να την επιβραβεύει μια εξουσία την οποία θεωρούσε συνένοχη στην κοινωνική αδικία. Για εκείνη η τέχνη που απλώς κοσμεί το τραπέζι της εξουσίας έχει ήδη ηττηθεί. Για την ίδια η ίδια η τέχνη, η ποίηση εν προκειμένω, σαν δεν φοβάται να μιλήσει την αλήθεια αποτελεί ύψιστη μορφή αναγκαίας αντίστασης.
