Το όνομα Περδικονέρι δεν θα σας λέει τίποτε, εκτός και αν κατάγεστε από την Κυπαρισσία του Νομού Μεσσηνίας. Είναι, άλλωστε, πολύ μικρό χωριό και μαζεύει κόσμο κυρίως τα καλοκαίρια, και έχει και μια καλή ταβέρνα, μπορώ να σας διαβεβαιώσω προσωπικά. Τίποτε το σπουδαίο μέχρι εδώ, θα πείτε. Σωστά. Ωστόσο έχει κάτι το μοναδικό: είναι ένα… μπλουζ χωριό!
Το Περδικονέρι με τους μόλις 60 κατοίκους ίσως κάποια μέρα να μπορεί να υπερηφανεύεται πως διαθέτει το δικό του rockumentary.
Ενα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ που καταγράφει πρόσωπα, εικόνες και καθημερινές δραστηριότητες από εκεί, έχοντας ως soundtrack τις μπλουζιές του Sicksea Steve και τις αφηγήσεις ενός δικού τους παιδιού, του Μπάμπη Κανναβού.
O Μπάμπης είναι ο πρωταγωνιστής, ένας νεαρός αγρότης με αδυναμία στην μπλουζ μουσική. Φτιάχνει μόνος του μουσικά όργανα από παλιά κουτιά από πούρα και κουρτινόξυλα και προσπαθεί να μάθει να παίζει μπλουζ.
«Τα blues του Περδικονερίου», έτσι λέγεται αυτό το μικρό ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησε η «Ατυπη Κινηματογραφική Συμμορία tiiinewzfilms» και μπορείτε να το παρακολουθήσετε ελεύθερα στο YouTube.
Συνέντευξη
«Εδώ και ένα χρόνο επισκέπτομαι συχνά το Περδικονέρι και σκεφτόμουν πως οι ομορφιές του χωριού αξίζει να κινηματογραφηθούν», μας λέει ο Θάνος Καρβούνης, ένας από τους σκηνοθέτες της ταινίας.
«Το κλικ όμως έγινε όταν είδα τον Μπάμπη να τζαμάρει με την diy κιθάρα του μπροστά στο YouTube. Ηταν το τελικό χτύπημα για να ανατραπεί στο μυαλό μου το στερεότυπο που έχω ως Αθηναίος για την καθημερινότητα στην επαρχία. Φυσικά δεν θέλαμε να ωραιοποιήσουμε καταστάσεις, ίσως ο Μπάμπης αποτελεί εξαίρεση».
Συμφωνεί και ο ίδιος ο Μπάμπης Κανναβός: «Η μουσική που υπάρχει είναι ατελείωτη, πολλά τα είδη και πολλοί οι καλλιτέχνες ανά είδος. Αρκετά μουσικά ρεύματα όμως δεν ακούγονται καθόλου σε ράδιο ή τηλεόραση, οπότε καμιά φορά χρειάζεται να ψάξεις μόνος σου για να βρεις κάτι που πραγματικά σου αρέσει».
Κάπως έτσι λοιπόν συναντήθηκε με τα μπλουζ. Παλιότεροι αλλά και σύγχρονοι μπλουζίστες, όπως οι Lightnin’ Hopkins, Seasick Steve και Robert Johnson, βρίσκονται μόνιμα στο mp3 του και τον ακολουθούν κατά τη διάρκεια των αγροτικών του εργασιών.
Τη μελέτη μέσω internet και τις πρόβες μπροστά στο YouTube τις συμπληρώνει με αρκετές ώρες ελεύθερου τζαμαρίσματος με φίλους του από τα γύρω χωριά ή την Κυπαρισσία.
● Πόσο εύκολο είναι να ακούς και να παίζεις τις μουσικές σου στην ελληνική επαρχία;
«Αρκετές φορές μαζευόμαστε με φίλους και παίζουμε σε σπίτια αλλά κάνουμε και κανένα live, συνήθως Χριστούγεννα – Πάσχα. Τα μαγαζιά όπου συχνάζω βάζουν μουσική που ακούω, οπότε είμαι καλά. Νομίζω πως, όπου και να είσαι, βρίσκεις χρόνο για κάτι που αγαπάς πραγματικά».
● Τα εμπόδια από τη ζωή του χωριού στη μουσική σου είναι δεδομένα, μήπως όμως έχει και θετικά αυτή η απομόνωση;
«Για εμένα έχει θετικά, γιατί μπορώ και κάνω αυτό που θέλω στο μέρος που ζω. Είμαι μέσα στη φύση που λατρεύω και με εμπνέει, ενώ μπορώ να παίζω με φίλους όποτε θέλουμε».
● Σε κοιτούν οι άλλοι στο χωριό σαν κάτι το παράξενο;
«Στην αρχή, όταν άρχισα και έφτιαχνα τα μουσικά όργανα, μπορεί να νόμιζαν ότι τρελάθηκα. Ελπίζω τώρα με το ταινιάκι να νιώθουν ασφαλέστεροι».
Η «Ατυπη Κινηματογραφική Συμμορία tiiinewzfilms» είναι μια ανεξάρτητη κινηματογραφική συλλογικότητα που ξεκίνησε το 2006 και αποτελείται, εκτός από τον Θάνο Καρβούνη, από τους Δήμο και Axel Καπόγιαννη.
«Δεν έχουμε σπουδάσει κινηματογράφο, ωστόσο αυτό δεν μας εμπόδισε να γυρίσουμε αρκετές ταινίες μικρού μήκους, βίντεο-κλιπ και εναλλακτικά διαφημιστικά σποτ», λέει ο Θάνος. «Το σύνολο των έργων μας είναι no budget και συνήθως κινηματογραφούμε ιστορίες που θα θέλαμε να αφηγηθούμε στην παρέα μας».
● Είναι ροκ η κατάσταση στον κινηματογράφο και τη μουσική στην Ελλάδα τού σήμερα;
«Εκτιμώ πως το κυρίαρχο στην υπόθεση είναι ο αντίκτυπος που έχει αφήσει η κρίση στις τέχνες στην Ελλάδα. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην κινηματογραφική ή μουσική βιομηχανία, αλλά κυρίως στους καλλιτέχνες που ζούσαν από το έργο τους ή στους εργαζόμενους στον χώρο.
Η επιβίωση σε αυτό το περιβάλλον δυστυχώς περισσότερο σε ζούγκλα παραπέμπει, παρά σε ροκ. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλέπουμε πως πάντοτε θα υπάρχουν καλλιτέχνες που θα καταφέρνουν να εκφράζονται ελεύθερα και θα μεταφέρουν τις αγωνίες της γενιάς τους.
Ετσι, θα συνεχίσουν να φτιάχνονται μουσικές μπάντες, μικρομηκάδες θα ανεβάζουν τις ταινίες τους στο internet και ένας άλλος πολιτισμός θα περιμένει στη γωνία να βγει στο προσκήνιο. Κάπου εκεί, στις παρυφές του καλλιτεχνικού περιθωρίου, ίσως συναντάτε και κάποια δικιά μας δουλειά».
