Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο συγγραφέας του «Βίου και της Πολιτείας του Αλέξη Ζορμπά» κανονικά έπρεπε να είχε αρχίσει τη σταδιοδρομία του ως δικηγόρος και όχι ως συγγραφέας ή δημοσιογράφος. Δικηγόρο τον ήθελε και ο πατέρας του, καπετάν Μιχάλης, με τον οποίο ο Καζαντζάκης είχε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση.

Στις σφαγές του 1889, τον πήρε από το χέρι κατά το ξημέρωμα της πρώτης αιματοβαμμένης νύχτας, τον πήγε στην πλατεία με τα λιοντάρια και τον έβαλε να προσκυνήσει τα παγωμένα πόδια των κρεμασμένων από τους Τούρκους παλικαριών, στον θεόρατο πλάτανο.

Τότε η Κρήτη ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη και μαχόταν για λευτεριά. Εκείνη η εικόνα και η εμπειρία δεν έφυγαν ποτέ ούτε από τη σκέψη του ούτε από την καρδιά του.

Τα μετουσίωσε σε πνοή ελευθερίας, εθνικής και ατομικής, και σε συνείδηση περηφάνιας και αξιοπρέπειας που φαίνονταν σε όλα του τα λογοτεχνήματα.

Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης στις 18 Φεβρουαρίου 1883. Πήρε πράγματι με άριστα το πτυχίο του από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών (μάλιστα το πτυχίο του φέρει και την υπογραφή του Κωστή Παλαμά ως γενικού γραμματέως του Πανεπιστημίου Αθηνών).

Το 1907-1908 έκανε στο Παρίσι μεταπτυχιακές σπουδές στη λογοτεχνία και στη φιλοσοφία, με καθηγητή τον Ανρί Μπερξόν που πολύ τον επηρέασε.

Εκεί έγραψε την πραγματεία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη Φιλοσοφία του Δικαίου και της Πολιτείας», που προόριζε ως τη διατριβή του, για να γίνει καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο πρώτος του γάμος, με τη Γαλάτεια Αλεξίου, έρωτα των παιδικών του χρόνων, ήταν ατυχής και δυστυχής και κατέληξε σε διάσταση και διαζύγιο.

Την ευτυχία και τις γόνιμες συνθήκες συγγραφής και μεγαλείου βρήκε ο Καζαντζάκης στη δεύτερη σύζυγό του Ελένη, το γένος Σαμίου.

Οικουμενικός συγγραφέας

Ο Καζαντζάκης ταξίδεψε πολύ στην Ελλάδα, ηπειρωτική και νησιωτική, για να γνωρίσει «τη συνείδηση της γης και της φυλής μας», όπως έλεγε ο ίδιος, να δει «από κοντά τους ανθρώπους της και τους τόπους της, να βυθισθεί στην ιστορία, στην παράδοση, στο μύθο της».

Παράλληλα, ταξίδεψε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και σε τόπους της Μέσης Ανατολής. Εφθασε μέχρι τη Σιβηρία, την Ιαπωνία και την Κίνα και τις εντυπώσεις τις κατέγραψε στα αντίστοιχα βιβλία. Ειδικά με την Κύπρο συνδέθηκε πολύ και τάχθηκε σταθερά υπέρ των αγώνων της για ελευθερία.

Σπουδαιότατης εθνικής σημασίας είναι η αποστολή του στον Καύκασο το 1919 για τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των εκεί Ελλήνων που υπέφεραν μετά την επικράτηση του κομμουνισμού από το 1917 στη Ρωσία. Τον είχε στείλει ο Ελευθέριος Βενιζέλος, αφού τον διόρισε γενικό διευθυντή του υπουργείου Περιθάλψεως.

Μετέφερε τότε στην Ελλάδα, μέσα σε τεράστιες δυσκολίες, 150.000 Ελληνες και τους εγκατέστησε στη Μακεδονία και στη Θράκη. Μαζί του πήρε τότε και τον Γιώργη Ζορμπά (σ.σ. τον μυθιστορηματικό Αλέξη Ζορμπά).

Εγραφε από πολύ νωρίς (1906) δοκίμια και άλλα κείμενα σε περιοδικά. Ασχολήθηκε με όλα τα είδη του λόγου. Εγραψε ποίηση («Οδύσεια», «Τερτσίνες»), μυθιστορήματα («Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», «Ο Καπετάν Μιχάλης», «Ο τελευταίος πειρασμός», «Ο Φτωχούλης του Θεού», «Οι Αδερφοφάδες», «Αναφορά στον Γκρέκο», «Ο Βραχόκηπος», «Τόντα Ράμπα», «Μέγας Αλέξανδρος», «Στα Παλάτια της Κνωσού»). Αλλά και θεατρικά έργα και τραγωδίες («Προμηθέας Πυρφόρος», «Προμηθέας Δεσμώτης», «Προμηθέας Λυόμενος», «Κούρος», «Οδυσσέας», «Μέλισσα», «Χριστός», «Ιουλιανός ο Παραβάτης», «Νικηφόρος Φωκάς», «Κωνσταντίνος ο Παλαιολόγος», «Καποδίστριας», «Χριστόφορος Κολόμβος», «Σόδομα και Γόμορρα», «Βούδας») και φιλοσοφικές πραγματείες («Ασκητική», «Συμπόσιον»). Πολύ σημαντικές θεωρούνται και οι μεταφράσεις του («Θεία Κωμωδία» του Δάντη) αλλά και οι διασκευές του σε μεγάλο αριθμό παιδικών βιβλίων.

Παρά το γεγονός ότι ήταν ένας αναχωρητής, αναμείχθηκε και στα κοινά, ακόμη και στην πολιτική ζωή της Ελλάδας.

Από το τέλος του 1945 για περίπου 40 ημέρες διετέλεσε υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην Κυβέρνηση Θεμιστοκλή Σοφούλη. Παραιτήθηκε, μη αντέχοντας «τα αιτήματα για ρουσφέτια».

Υπήρξε δημοτικός σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων και τμηματάρχης της UNESCO στο Παρίσι (1947-1958), από όπου και πάλι μόνος του παραιτήθηκε.

Βασικός άξονας των βιβλίων του είναι η εσωτερική ελευθερία και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, η κοινωνική δικαιοσύνη, η τόλμη, «να κοιτάζεις άφοβα το φόβο, να ζεις τη ζωή των θνητών και να συμπεριφέρεσαι σαν να είσαι αθάνατος, να αγωνίζεσαι για την καταξίωση της ψυχής, μιας ψυχής διαρκώς πεινασμένης και ανικανοποίητης, που κατατροπώνει και κατατρώει τη σάρκα και οδηγεί σε πνευματική υπέρβαση και λύτρωση».

Οικουμενικός συγγραφέας

Η ζωή του, λέει ο ίδιος, «ήταν ένας κακοτράχαλος ανήφορος που τον ανέβαινε η σαρανταπληγιασμένη ψυχή του για να φτάσει τον σκοτεινό, τον μυστηριώδη, όγκο του Θεού».

Για τις απόψεις του καταπολεμήθηκε και από την πολιτεία και από την Εκκλησία. Η πολιτεία με τις επεμβάσεις της ματαίωσε τη σίγουρη απονομή σ’ αυτόν του Βραβείου Νόμπελ.

Τη δεκαετία του 1950, η Εκκλησία της Ελλάδος άρχισε διαδικασία αφορισμού του, αλλά δεν τόλμησε να προχωρήσει στην πράξη.

Το 1968 ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας είπε ότι τα βιβλία του Νίκου Καζαντζάκη κοσμούν την Πατριαρχική Βιβλιοθήκη.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Αμερικής καταδίκασε το βιβλίο του «Ο Καπετάν Μιχάλης Μαυρίδης» (σ.σ. «Μαυρίδης» ήταν το όνομα του εκδότη, το οποίο αναγραφόταν χαμηλά στο εξώφυλλο και στον κύριο τίτλο του βιβλίου, αλλά εξελήφθη ως μέρος του τίτλου και κατεδικάσθη και αυτό).

Το 1983 η ίδια Εκκλησία κυκλοφόρησε διδακτικό βιβλίο με αποσπάσματα από τον «Καπετάν Μιχάλη», «για να μάθουν τα Ελληνόπουλα της Αμερικής καλά Ελληνικά και να φρονηματίζονται πατριωτικά και εθνικά».

Το Βατικανό ανέγραψε το μυθιστόρημά του «Ο τελευταίος πειρασμός» στον «Κατάλογο Απαγορευμένων Βιβλίων» (τον οποίο κατήργησε λίγο αργότερα).

Μυθιστορήματα του Νίκου Καζαντζάκη έγιναν σπουδαίες κινηματογραφικές ταινίες και ακόμη, εκτός από τα καθαρώς θεατρικά του έργα, διασκευάστηκαν και παρουσιάστηκαν στο θέατρο.

Σήμερα θεωρείται διεθνώς ένας οικουμενικός συγγραφέας. Μεταφράστηκε σε περισσότερες από εξήντα γλώσσες και διαλέκτους.

Στις διάφορες περιόδους της ζωής του, εκτός από το Ηράκλειο, έζησε στην Αθήνα, στην Αίγινα, σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και κατέληξε στην Αντίμπ της νότιας Γαλλίας, που ήταν αρχαία ελληνική αποικία με το όνομα «Αντίπολις» και έμοιαζε της Κρήτης.

Αυτή η ομοιότητα τον κράτησε εκεί τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Τον καιρό της γερμανικής κατοχής έμενε στην Αίγινα.

Ο Νίκος Καζαντζάκης πέθανε στις 26 Οκτωβρίου 1957 στην Πανεπιστημιακή Κλινική του Φράιμπουργκ της Γερμανίας, κατά το ταξίδι της επιστροφής του από την Ιαπωνία και την Κίνα.

Νεκρός μεταφέρθηκε στην Αθήνα και μετά στην Κρήτη. Τάφηκε στην Τάπια Μαρτινέγκο, πάνω στα βενετσιάνικα τείχη του Ηρακλείου.

Στον τάφο του έχει χαραχθεί το γνωμικό που εκείνος είχε από πριν γράψει: «Δε φοβούμαι τίποτα. Δεν ελπίζω τίποτα. Είμαι λέφτερος».

Ο τάφος του έγινε παγκόσμιο πνευματικό προσκύνημα. Η φετινή χρονιά, 60 χρόνια από τον θάνατό του, έχει ανακηρυχθεί επίσημα «Ετος Καζαντζάκη».