Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά τις sold out παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, η παραγωγή του ΚΘΒΕ «Δε σε ξέχασα ποτέ», σε σκηνοθεσία Μιχάλη Σιώνα, φιλοξενήθηκε για τρεις παραστάσεις στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Μια παράσταση για τη ζωή μιας διάσημης τραγουδίστριας που ερμηνεύεσε επί σκηνής δέκα σεφαραδίτικα και ρεμπέτικα τραγούδια, μερικά από τα οποία γνωρίζουμε κυρίως από την ελληνική εκδοχή τους («Μικρός αρραβωνιάστηκα», «Πού να βρω γυναίκα να σου μοιάζει», «Μισιρλού» κ.ά.).

Ενα έργο του Λέοντα Α. Ναρ, που μας θυμίζει πως οι περισσότεροι από εμάς ήμασταν κάποτε μετανάστες, τιμάει την ιστορία της Ισραηλιτικής Κοινότητας Θεσσαλονίκης και υπενθυμίζει πως στην πόλη αυτή κάποτε ζούσαν αδερφωμένοι ορθόδοξοι, Εβραίοι και οθωμανοί.

Μια μουσικοθεατρική παράσταση για έναν έρωτα που έπειτα από πολλές περιπέτειες, αν και ανεκπλήρωτος, αναζητά δικαίωση.

Esta serena sta loca, quiere que la ame yo… Αυτή η σειρήνα είναι τρελή, και θέλει να την αγαπώ εγώ…

Η Σοφία Καλεμκερίδου επί σκηνής ερμηνεύει με τη συνοδεία τριών μουσικών, της Στέλλας Καμπουρίδου, που παίζει καβάλ, του Γιώργου Μιναχείλη, κανονάκι, και του Ηλία Σαρηγιαννίδη, πολίτικο λαούτο.

«Υπήρχε η σκέψη, εδώ και αρκετό καιρό, να γράψω ένα έργο που να “παντρεύει” πρόζα, ήχο και εικόνα. Εγιναν διάφορες συζητήσεις με παραγωγούς και αρκετούς συντελεστές, αλλά θεωρώ εξαιρετικά ευνοϊκή συγκυρία ότι την παράσταση ανέβαζει το ΚΘΒΕ. Τόσο η διοίκηση και η καλλιτεχνική διεύθυνση όσο και οι συντελεστές της παραστασης (σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ηθοποιοί κ.ά.) υποστήριξαν ιδανικά το εγχείρημα, στοιχείο που πιστεύω ότι εξηγεί την επιτυχία της παράστασης, τα διαδοχικά sold out και το έντονο ενδιαφέρον που επιδεικνύεται ώστε η παράσταση να ανέβει σε διάφορες ελληνικές πόλεις και κυρίως στο εξωτερικό», λέει ο συγγραφέας του έργου Λέων Ναρ.

Η Ζάνα, ο Γκάμπι, ο Ιντό, η Γράσια αλλά και οι υπόλοιποι πρωταγωνιστές του έργου επαναφέρουν την ιστορική μνήμη ενός κόσμου που εξοντώθηκε βίαια και λησμονήθηκε άδικα.

Θέτουν διάφορα ζητήματα: την αδιαφορία που επέδειξαν πολλοί συμπολίτες για την τύχη των γειτόνων τους, αλλά και την έμπρακτη στήριξη που επέδειξαν άλλοι την ίδια χρονική στιγμή.

Τον έρωτα που υπάρχει, είναι κυρίαρχος, ακόμη και σε συνθήκες υπέρτατης εξαθλίωσης, την ώρα που οι περισσότεροι διαρκώς καταδιώκονται, τη στιγμή που σχεδόν όλοι μάχονται, όταν η πλειονότητα εξοντώνεται, αλλά κυρίως όταν η μειονότητα επιβιώνει.

Τη μετανάστευση, εξακολουθητική συνθήκη ζωής για τον εβραϊκό, αλλά και για πολλούς άλλους λαούς που δοκιμάζονται.

Η παράσταση αποτελεί μια ενδιαφέρουσα οπτική στη σεφαραδίτικη κληρονομιά της πόλης που κομμάτι της χάθηκε μάλλον για πάντα.

«Ολα αυτά συνθέτουν και τη δική μου κληρονομιά. Με τα σεφαραδίτικα που άκουγα να μιλούν στο σπίτι παππούδες, γιαγιάδες και γονείς. Με το παράπονο βέβαια γιατί η δική μου γενιά καταλαβαίνει πλέον λίγες μονάχα ισπανοεβραϊκές λέξεις. Με την ανησυχία της συναισθηματικής αποστασιοποίησης, που ίσως στιγματίσει τις επόμενες γενιές, αλλά και με την υπέρτατη ανάγκη διαχείρισης της μνήμης των πολλών “απόντων”. Και κυρίως με την άνιση συχνά μάχη απέναντι σε όσους αμφισβητούν τα αναμφισβήτητα» λέει ο συγγραφέας.

Ενας ανεκπλήρωτος έρωτας

Ο εγγονός, που τον υποδύεται ο Γιάννης Χαρίσης, και η γιαγιά Ζάνα (Σοφία Καλεμκερίδου) που είναι μόνο η αφορμή, όπως λέει ο Λ. Ναρ, ανακαλούν εικόνες και εμπειρίες.

«Μια ιστορία όπου το παρόν και το παρελθόν συνυπάρχουν∙ ένα ταξίδι με όχημα την -όχι και τόσο πρόθυμη πολλές φορές- μνήμη. Στην περίπτωση της Ζάνα μέσα από αναμνήσεις, στην περίπτωση του Ιντό μέσα από λέξεις και εικόνες. Ούτως ή άλλως ό,τι κάνουμε και λέμε στο παρόν, εξαρτάται από το πώς έχουμε αντιληφθεί το παρελθόν» λέει ο σκηνοθέτης Μιχάλης Σιώνας.

Επισημαίνει μάλιστα: «Αν κάποιος ακούσει και δει αυτή την παράσταση, θα καταλάβει τη σχέση της με την πολιτική ιστορία του 20ού αιώνα. Για αυτό και με μεγάλη… ευκολία αποφάσισα να τη σκηνοθετήσω. Ξέρετε η Ιστορία πολλές φορές κλειδώνει γεγονότα σε σκοτεινά δωμάτια και μετά πετά τα κλειδιά. Το να ψάχνεις αυτά τα κλειδιά είναι κάτι που μ ενδιαφέρει πολύ στη δουλειά μου».

Η παράσταση «Δε σε ξέχασα ποτέ» είναι μια ιστορία προσφυγιάς και ξεριζωμού για τη Θεσσαλονίκη όπως ίσως λίγοι τη θυμούνται πια.

Αλήθεια ποια πραγματικά είναι η διαφορά του πρόσφυγα και του μετανάστη όταν ο ξεριζωμός είναι πάντα βίαιος; ρωτώ τον συγγραφέα του έργου:

«Η διαφορά εξαρτάται από τις εξωτερικές συνθήκες που κάθε φορά επικρατούν και από το κίνητρο που σε ωθεί να μετακινηθείς από την πατρίδα σου. Σκέψου ότι οι Γερμανοί, στο πλαίσιο της συστηματικής εξαπάτησης των Εβραίων, τους φόρτωσαν στα τρένα, τάχα για να τους εξασφαλίσουν καλύτερες συνθήκες ζωής… Αλλοι μπορεί να βιώσουν την προσφυγιά ως αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης, άλλοι μεταναστεύουν αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Ενα είναι σίγουρο: κανείς δεν εγκαταλείπει εύκολα τη εστία του και ακόμη κι όταν το αποφασίζει για βιοποριστικούς λόγους, πιστεύω ότι βαθιά μέσα του η σκέψη του μένει πίσω» απαντά.

Kαι η συζήτηση στρέφεται στα στερεότυπα που έχουν δημιουργηθεί για τους Εβραίους:

«Ενα από αυτά είναι πως συνήθως είναι ζάμπλουτοι και ότι καθόριζαν όσα συμβαίνουν στην πόλη και στη χώρα.

Επικεντρώνουν φαίνεται μόνο στις μεγάλες εβραϊκές οικογένεις (Αλατίνι, Φερνάντεζ, Μοδιάνο, Μορδώχ), οι επαύλεις των οποίων (Νομαρχία, Κάζα Μπιάνκα, Δημοτική Πινακοθήκη, Λαογραφικό Μουσείο) υπάρχουν ακόμη και σήμερα κατά μήκος της οδού Βασ. Ολγας, και αγνοούν ότι στη συντριπτική πλειονότητά τους οι Εβραίοι ήταν πάμφτωχοι.

Για αυτό άλλωστε συσπειρώθηκαν γύρω από τη Φεντερασιόν και τον Αβραάμ Μπεναρόγια που την ίδρυσε, για τον ίδιο λόγο το λιμάνι νέκρωνε κάθε Σάββατο, μέρα απόλυτης θρησκευτικής αργίας των εκατοντάδων Εβραίων λιμενεργατών, και επίσης φυσικό επακόλουθο στα θύματα των επεισοδίων που συγκλόνισαν την Θεσσαλονίκη τον Μάη του ’36 να συγκαταλέγονται στους νεκρούς και Εβραίοι εργάτες.

Αρα είναι πολύ εύκολο να διαψεύσει κανείς τα όποια στερεότυπα… Οι Εβραίοι ήταν πάντα με τη φτωχολογιά».