«Πόρτα» στον Βαγγέλη Μαρινάκη και από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης για την εκπομπή του καναλιού του «One Channel». Η ανεξάρτητη αρχή παράλληλα… συστήνει ουσιαστικά στη Γενική Διεύθυνση Ενημέρωσης της ΕΡΤ να κάνει τη δουλειά της και να μην επιτρέπει τη μετάδοση λόγου και εικόνας που εμπεριέχουν αξιόποινες συμπεριφορές, εκδηλώσεις μίσους, ρατσισμού, ξενοφοβίας και πάει λέγοντας.
Την ίδια ώρα τα μέλη του ΕΣΡ ετοιμάζονται, μεταξύ άλλων, να ζητήσουν από την κυβέρνηση να έχουν και κανονιστικές αρμοδιότητες, κάτι που επιδιώκεται χρόνια αλλά δεν υφίσταται μέχρι σήμερα.
Με χθεσινή απόφασή του το ΕΣΡ ενημέρωσε την «Alter Ego» του εφοπλιστή και ιδιοκτήτη του Ολυμπιακού Βαγγέλη Μαρινάκη ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτό το αίτημα για εκπομπή σήματος καναλιού εθνικής εμβέλειας.
Η ανεξάρτητη αρχή απάντησε σε δύο επιστολές της εταιρείας του Β. Μαρινάκη (25/11/16 και 6/12/16) με τις οποίες ζητούσε από το ΕΣΡ να πράξει τα νόμιμα ώστε και αυτή να συμβληθεί «με τον πάροχο δικτύου για εκπομπή τηλεοπτικού προγράμματος και να παρασχεθεί η δυνατότητα στον σταθμό της να λειτουργήσει άμεσα».
Το συμβούλιο ξεκαθαρίζει ότι «στο ισχύον θετικό δίκαιο δεν υφίσταται διάταξη ή γενικότερη νομική αρχή, που θα αποτελέσει επαρκή νομική βάση για τη θεμελίωση ενός τέτοιου δικαιώματος». Οταν μάλιστα ρωτήσαμε σχετικά τον αντιπρόεδρο του ΕΣΡ Ροδόλφο Μορώνη απάντησε ότι με την υφιστάμενη νομοθεσία δεν θα «μπορούσε να χορηγηθεί, έστω και προσωρινή, άδεια λειτουργίας» σε κανένα νέο κανάλι.
Στην ΕΡΤ για Χρυσή Αυγή
Η ανεξάρτητη αρχή απάντησε χθες και στο ερώτημα της ΕΡΤ σχετικά με την υποχρέωση μετάδοσης ενεργειών της Χρυσής Αυγής για την οποία έχει έντονα επικριθεί.
Στην απάντηση που απέστειλε το ΕΣΡ στην ΕΡΤ και στη Χ.Α. με θέμα «Μετάδοση ομιλιών των μελών της Χρυσής Αυγής και των ενδοκοινοβουλευτικών δραστηριοτήτων της» ουσιαστικά επισημαίνει την υποχρέωση εκ του νόμου κανάλια και ραδιόφωνα να τηρούν έναντι «των κοινοβουλευτικών κομμάτων την αρχή της (αναλογικής) ισότητας κατά την παρουσίαση πληροφοριών και ειδήσεων σχετικών με την πολιτική τους δραστηριότητα».
Ταυτόχρονα όμως επισημαίνει ότι κανένας σταθμός όχι μόνο δεν υποχρεούται αλλά ούτε και δικαιούται να μεταδίδει πληροφορίες, ειδήσεις και εικόνες που «συνιστούν, εμπεριέχουν ή επιδοκιμάζουν αξιόποινες πράξεις». Και σ’ αυτές περιλαμβάνονται βέβαια και όσα προβλέπονται για την καταπολέμηση μορφών ρατσισμού και ξενοφοβίας.
Τα μέλη του ΕΣΡ σημειώνουν ότι σε κάθε περίπτωση τα αρμόδια όργανα της ΕΡΤ πρέπει να κρίνουν αν κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά «εμπίπτει ή όχι στις ανωτέρω ή σε άλλες ποινικές διατάξεις και να πράξει αναλόγως». Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τα ιδιωτικά κανάλια και ραδιόφωνα.
Οταν επισημάναμε στον Ροδ. Μορώνη ότι συχνά χρησιμοποιείται για παράδειγμα η σύγκληση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας αλλά αντί για 15-20 βουλευτές μαζεύονται μέλη των κομμάτων γεμίζοντας αίθουσες της Βουλής, ο αντιπρόεδρος του ΕΣΡ ξεκαθάρισε ότι η διεύθυνση κάθε σταθμού έχει δικαίωμα να διακόψει τη μετάδοση,διευκρινίζοντας ότι μπορεί να ζητείται μαγνητοσκόπηση κι αφού διαπιστωθεί ότι δεν προκύπτουν ζητήματα όπως τα παραπάνω τότε και μόνο να μεταδίδεται.
Το ΕΣΡ χθες με δελτίο Τύπου θέλησε να επισημάνει ορισμένες από τις κινήσεις του τονίζοντας ότι «επεξεργάζεται προτάσεις για τη βελτίωση των ρυθμίσεων που αφορούν τη λειτουργία του».
Μεταξύ αυτών θα προτείνει στη νομοπαρασκευαστική επιτροπή που εξετάζει τη νομοθεσία των ανεξάρτητων αρχών να προβλεφθούν και κανονιστικές αρμοδιότητες που θα διευκολύνουν το έργο του. «Αμέσως μόλις εκδοθεί η απόφαση του ΣτΕ -επισημαίνει το ΕΣΡ- θα επιληφθεί του κύριου για το προσεχές διάστημα έργου του, που είναι η αδειοδότηση τηλεοπτικών σταθμών (και αμέσως μετά ραδιοφωνικών) με σταθερά βήματα και αφού συζητήσει με τους εμπλεκόμενους φορείς, ώστε οι αποφάσεις του να είναι στέρεα θεμελιωμένες στο Σύνταγμα και τους νόμους».
Δυσλειτουργίες
Τονίζουν μάλιστα ότι το τελευταίο διάστημα εξαιτίας δυσλειτουργιών του ΕΣΡ έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα προσβολής της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, υποβάθμισης της γλώσσας «και πλείστα άλλα, λιγότερο ή περισσότερο νοσηρά φαινόμενα. Συχνά είναι επίσης τα φαινόμενα γκρίζας ή παραπλανητικής διαφήμισης, υπέρβασης διαφημιστικού χρόνου, ενώ έχει παρατηρηθεί σε δελτία ειδήσεων προβολή ψευδών ειδήσεων (χωρίς επανόρθωση) και ένταξη έμμεσων διαφημίσεων…».
