Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Γεια σου, Μαργαρίτα, αυτά που ζήσαμε δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ εκείνα που πρόκειται να έρθουν, εσύ το ξέρεις πως αρχίζουμε ξανά απ’ την αρχή». Μ’ αυτή τη φράση, μείγμα απογοήτευσης και ιστορικής αισιοδοξίας, κλείνει το τελευταίο («Η Γιορτή») από τα 13 διηγήματα της Μαριάννας Τζιαντζή που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Την άλλη φορά, Μαργαρίτα», που προσφέρει η «Εφ.Συν.» στους αναγνώστες με την έκδοση αυτού του Σαββατοκύριακου.

Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο της συγγραφέα και δημοσιογράφου, αφοσιωμένης φίλης και συνεργάτιδος της «Εφ.Συν.», που είχε εκδοθεί πρώτη φορά το 1983 (εκδόσεις Καστανιώτη), μεταφέροντας το κλίμα της πρώτης μεταπολιτευτικής δεκαετίας, με στιγμιότυπα ζωής των ανώνυμων ηρώων και, κυρίως, ηρωίδων της περιόδου, που απλώνονται ωστόσο στο παρελθόν της, στη χούντα και εν μέρει στην προδικτατορική περίοδο.

Το βιβλίο με τα 13 διηγήματα «απηχεί το κλίμα εκείνων των ημερών, τουλάχιστον όπως πολλοί το ζούσαμε τότε ή μάλλον όπως το ζούσαν οι “από κάτω”. Αν υπάρχουν δυο λέξεις που εκφράζουν αυτό το κλίμα, αυτές είναι η “παραφορά” και η “διάψευση”», σημειώνει η Μ. Τζιαντζή στην εισαγωγή που έγραψε για την επανέκδοση του βιβλίου από την «Εφ.Συν.».

«Τα πρόσωπα των 13 διηγημάτων αυτού του βιβλίου δεν είναι σκαρφαλωμένα στο βάθρο του νικητή, όμως δεν τα βαραίνει η σκιά μιας ιστορικής ήττας. Περισσότερο τα χαρακτηρίζει η αίσθηση του ανεκπλήρωτου, η άρνησή τους να συμβιβαστούν με μια πραγματικότητα που είναι πολύ λίγη, πολύ μικρή σε σχέση με ό,τι ονειρεύονταν», συμπληρώνει.

Τα 13 διηγήματα τυπικά είναι -και διαβάζονται- αυτόνομα, οι ιστορίες τους ωστόσο εισχωρούν η μια στην άλλη και παρ’ ότι τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτά είναι πολλά, είτε κατονομάζονται είτε όχι, και οι αφηγήσεις εναλλάσσονται μεταξύ πρώτου και τρίτου προσώπου, μοιάζει να είναι μια μεγάλη «παρέα» ανθρώπων που οι ζωές τους διασταυρώνονται με φόντο αναγνωρίσιμες ιστορικές στιγμές: παραμονές δικτατορίας, χούντα και Πολυτεχνείο, καραμανλική οκταετία, «Αλλαγή».

Συνδετικό πρόσωπο, ωστόσο, είναι η Μαργαρίτα που, χωρίς να δηλώνεται σαφώς σε κάθε διήγημα ότι είναι το ίδιο πρόσωπο, διαπερνά φευγαλέα ή πρωταγωνιστικά όλες τις αφηγήσεις, σε διάφορες φάσεις της ζωής της: Η Μαργαρίτα έφηβη, φοβισμένη και εκστασιασμένη έξω από το Πολυτεχνείο τον Νοέμβρη του 1973, η Μαργαρίτα ερωτευμένη, η Μαργαρίτα παντρεμένη, η Μαργαρίτα μητέρα, η Μαργαρίτα λεχώνα σε δημόσιο μαιευτήριο, η Μαργαρίτα σε ένα νεανικό γλέντι σε 60 τετραγωνικά, ανάμεσα σε 40 ανθρώπους που σβήνουν τα τσιγάρα τους «σε γυάλινα πιατάκια, βάζα, κοχύλια, μπομπονιέρες από βαφτίσια ή στο μπρούντζινο παλτό του Βλαδίμηρου, ποια Κόκκινη Πλατεία αγναντεύεις, και κανένας απόψε δεν θα σε μαλώσει γιατί απόψε ο Λάζαρος γιορτάζει».

Τα διηγήματα της Μ. Τζιαντζή είναι η αφηγηματική τοιχογραφία μιας εποχής με ξεκάθαρα γυναικεία ματιά, ακόμη κι όταν στο προσκήνιο κάθε αφήγησης είναι άντρες (ο Τηλέμαχος, ο Τάκης, ο Σωτήρης…). Με την πολιτική και τις μεγάλες προσδοκίες της Αριστεράς πάντα παρούσες ως φόντο ή ως καθημερινότητα των πρωταγωνιστών, ακόμη κι όταν το θέμα της ιστορίας είναι ένας ματαιωμένος έρωτας, μια απογοήτευση, ένας χωρισμός, μια «απιστία».

Κι όπως επισημαίνει η Μαριάννα στην εισαγωγή της («Μετά σχεδόν 40 έτη»), η διάχυτη μελαγχολία για το κλίμα της Μεταπολίτευσης και η κάποια «νοσταλγία» που νιώθουν οι πρωταγωνιστές των 13 διηγημάτων για τα σκληρά χρόνια της προδικτατορικής ημιπαρανομίας και της χουντικής παρανομίας, δεν είναι προφανώς κάποιου είδους δυσανεξία στη δημοκρατία. «Κάθε άλλο, εξάλλου οι περισσότεροι χαρακτήρες του βιβλίου πάλεψαν για την πτώση της χούντας.

Δυσανεξία, όμως, απέναντι στη μισή ζωή, στις μισές αγάπες, στις μισές αλήθειες. Θέλουν να είναι ασυμβίβαστοι, ακόμα και όταν δεν ξέρουν πώς. Τα πρόσωπα του βιβλίου έχουν τις εμμονές τους, δεν θα ’λεγα τις ιδεοληψίες τους, που παραπέμπουν σε έναν κούφιο φανατισμό, πλέκουν τη μυθολογία της γενιάς τους μαζί με πλάνες, αυταπάτες και ευγενείς φαντασιώσεις, δεν επιδιώκουν τον διορισμό τους στο Δημόσιο».

Η γραφή της Μαριάννας Τζιαντζή είναι θραυσματική, άλλοτε νωχελική, άλλοτε φορτισμένη, πάντα σχολιαστική και με το υποδόριο χιούμορ των λέξεων να υπονομεύει ακόμη και «σοβαρές καταστάσεις». Και παρά τη σχετική αυτονομία των διηγημάτων, μόνο η ανάγνωση και των 13 λύνει κάπως το «μυστήριο» του κατά τεκμήριο κεντρικού χαρακτήρα της, της Μαργαρίτας.

Με δεδομένη την πολιτική ένταξη της Μαριάννας Τζιαντζή την περίοδο που πρωτοεκδόθηκε, το πρώτο βιβλίο της κρίθηκε ιδιαίτερα τολμηρό για τα «ήθη και έθιμα» της στρατευμένης Αριστεράς, όχι και τόσο ανεκτικής σε ρωγμές και τσαλακωματιές στην εξωραϊσμένη εικόνα της. Και οι συζητήσεις που προκάλεσε εντός της τότε ήταν ουκ ολίγες.