Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για τα εφτά χρόνια της «Εφ.Συν.» μού ζήτησαν και μένα να συνεισφέρω, δίνοντας τη διάσταση που είχε ο αριθμός 7 στο μπάσκετ με βάση την ιστορία που έγραψαν οι παίκτες οι οποίοι κατά καιρούς το φόρεσαν. Η μοναδική εγγενής δυσκολία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι στο ΝΒΑ οι παίκτες από τα πρώτα χρόνια είχαν το δικαίωμα να επιλέγουν διψήφια νούμερα, οπότε η διασπορά ήταν μεγάλη.

Παρ’ όλα αυτά δεν υπήρχε περίπτωση να μη βρούμε ή να μην ανασύρουμε κάποιους συνειρμούς που προσφέρουν ενδιαφέρουσες ιστορίες από τον κόσμο της «πορτοκαλί θεάς».

Ας επιλέξουμε λοιπόν τις εφτά πιο σημαντικές από αυτές.


Ο μύθος Νικ Γεωργαλής

Οι περισσότεροι έχουν συνδέσει τον παίκτη που άλλαξε τον ρου της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ, τον Νίκο Γκάλη, με το 6 που φορούσε τα περισσότερα χρόνια της θητείας του στον Αρη ή αργότερα στον Παναθηναϊκό, το οποίο άλλωστε έχει αποσυρθεί και κρέμεται στην οροφή τού «Nick Galis Hall». Στην δε Εθνική ο Νικ είχε επιλέξει το 4.

Μόνο οι παλιοί αλλά και τα ντοκουμέντα εκείνης της εποχής (βλέπε φωτ.) θυμίζουν ότι το νούμερο με το οποίο συστήθηκε στο κοινό της Ελλάδας ο άνθρωπος που καταγόταν από τη Ρόδο, μεγάλωσε στο Νιου Τζέρσεϊ και έγραψε ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Σίτον Χολ ήταν το 7.

Με αυτό δίπλα στο επίθετο Γεωργαλής (εκ Ρόδου ορμώμενη η οικογένεια) και την ιστορική πλέον αφάνα στο μαλλί έκανε την παρθενική του εμφάνιση, στις 2 Δεκεμβρίου του 1979, σε ένα παιχνίδι κόντρα στον Ηρακλή στο οποίο οι «κίτρινοι» νίκησαν 79-78 κι ελόγου του σημείωσε 30 πόντους.

Ο παίκτης, που εξελίχθηκε σε «μεσσία» και πλέον είναι μέλος τού «Naismith Memorial Basketball Hal of Fame», είχε υπογράψει συμβόλαιο για 30 χιλιάδες δολάρια, σπίτι, αυτοκίνητο και ένα γεύμα κάθε μέρα.

Ο Αρης τον συγκίνησε περισσότερο από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, που τον πλησίασαν όταν έγινε ξεκάθαρο ότι δεν θα συνέχιζε στους Σέλτικς οι οποίοι τον είχαν διαλέξει στον δεύτερο γύρο του ντραφτ.

Μερικά χρόνια αργότερα ο θρυλικός Ρεντ Αουερμπαχ, ο προπονητής που πήρε εννιά πρωταθλήματα με τους Σέλτικς τη δεκαετία του ’50 και του ’60, θα έλεγε πως το μεγαλύτερο λάθος της καριέρας του ήταν ότι δεν πήρε στην ομάδα του τον Γκάλη.


Ο «τίμιος γίγαντας»

Μπορεί ο Νικ να μην κράτησε το 7, όμως τη μεγάλη βραδιά του ελληνικού μπάσκετ, τη 14η Ιουνίου του 1987, το φορούσε ο παίκτης που ουσιαστικά χάρισε στη «γαλανόλευκη» το χρυσό μετάλλιο του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας.

Ο σέντερ του Ολυμπιακού, Αργύρης Καμπούρης, πιο γνωστός και ως «τίμιος γίγαντας». Ηταν εκείνος που άρπαξε το επιθετικό ριμπάουντ μετά το άστοχο σουτ του Ιωάννου, στην εκπνοή της παράτασης του τελικού με τη Σ. Ενωση, και κέρδισε το φάουλ και τις δύο βολές.

Με ολύμπια ψυχραιμία, την οποία είχαν δείξει ότι διέθετε και οι σχετικές εργομετρικές μετρήσεις που είχαν γίνει πριν ξεκινήσει η προετοιμασία, λες και δεν υπήρχε κανείς γύρω του, έκανε «εγώ εγώ» στον αρχηγό Παναγιώτη Γιαννάκη (είχε αποβληθεί), ο οποίος έφτασε μέχρι τη σέντρα για να του φωνάξει «πήγαινε βάλ’ τες» περισσότερο για να του αποσπάσει την προσοχή από την εξέδρα.

Ο Αργύρης είχε το πλεονέκτημα ότι το σκορ ήταν ισόπαλο 101-101 και στη χειρότερη περίπτωση το ματς θα πήγαινε σε δεύτερη παράταση. Αρκούσε να βάλει τη μία. Τελικά έβαλε και τις δύο γράφοντας το αξέχαστο 103-101. Ολη η Ελλάδα βγήκε στους δρόμους για την πρώτη μεγάλη επιτυχία σε ομαδικό άθλημα, που έγινε σημείο αναφοράς όχι μόνο για το μπάσκετ, αλλά για μια ολόκληρη εποχή.


Ω Μπάνε, Μπάνε

Πάντως το 7 έγινε το αγαπημένο νούμερο των οπαδών του «αιώνιου» αντιπάλου του Αρη, του ΠΑΟΚ, γιατί το φορούσε ο δικός τους μπροστάρης, ο Μπάνε Πρέλεβιτς. Ο «τίγρης» μπορεί να μην είχε τα αθλητικά προσόντα που θα τον βοηθούσαν να πηδάει ή να καρφώνει, αλλά είχε «μεγάλα αυγά».

Ηταν εκείνος που έπαιζε με μυαλό, που έβλεπε το καλάθι σαν κοφίνι και έβαζε τα κρίσιμα σουτ για τον βασικότερο λόγο ότι δεν φοβόταν να τα πάρει. Μετακόμισε από τον Ερυθρό Αστέρα στον ΠΑΟΚ το 1988 και απέκτησε την ελληνική υπηκοότητα. Κυρίως όμως πήρε στα χέρια του το τιμόνι της ηγεσίας, συμμετέχοντας σε μια ομάδα που ίσως να δικαιούνταν περισσότερους τίτλους από αυτούς που κατάφερε να πάρει, με πρώτο το Κύπελλο Κυπελλούχων στο «Πατινουάρ ντε Βερνέ» κόντρα στη Σαραγόσα το 1991.

Δύο δικά του τρίποντα από τα 8 μέτρα έκριναν το ματς. Αξέχαστο θα μείνει το κλάμα του στον χαμένο τελικό του Κυπελλούχων με τη Ρεάλ Μ. στις 17/3/1992 στη Ναντ. Σχεδόν από τη σέντρα ισοφάρισε στα 6’’, όμως ο ΠΑΟΚ έχασε από κλέψιμο του Ρίκι Μπράουν που άρπαξε την μπάλα από τον Φασούλα.

Με τον Αστέρα είχε βάλει 58 πόντους σε ένα ματς. Στην Α1 έχει το ρεκόρ με 10 στα 14 τρίποντα (και 40 πόντους) στις 9/5/1990, στη νίκη του «δικεφάλου» επί του Ηρακλή μέσα στο «Ιβανώφειο» με 124-106. Επαιξε τελικό Ευρωλίγκας με την ΑΕΚ (1998), σταμάτησε το μπάσκετ, έγινε προπονητής και πρόεδρος διοίκησης Πρωτοδικείου στον ΠΑΟΚ.


Το 7 του Καραπιάλη

Πλέον εκείνος που «βομβαρδίζει» με το 7 είναι ο Βασίλης Σπανούλης. Ηταν το νούμερο που πήρε στον Ολυμπιακό, γιατί το φορούσε στην ποδοσφαιρική Α.Ε. Λάρισας το ποδοσφαιρικό ίνδαλμά του, ο Βασίλης Καραπιάλης.

Ο Λαρισαίος στο Μαρούσι όπου αναδείχτηκε έπαιξε με το 10 (όπως και τους Ρόκετς) και στον Παναθηναϊκό, στον οποίο εκτοξεύτηκε, με το 6. Ωστόσο στον Πειραιά εκπλήρωσε από κάθε άποψη το απωθημένο του. Αφήνοντας τον Παναθηναϊκό προκάλεσε σεισμικές αντιδράσεις. Αποφάσισε να πάει στον μεγάλο αντίπαλο γιατί ήθελε να είναι αυτός το σημείο αναφοράς. Και δεν τα κατάφερε απλώς…

Το back2back το 2012 στην Πόλη και το 2013 στο Λονδίνο ανέδειξε εκείνον MVP, όπως ήταν και το 2009 στο Βερολίνο, όπου με τη φανέλα του Παναθηναϊκού κατέκτησε την πρώτη του Ευρωλίγκα. Μέσα από τη σκληρή δουλειά και τη δύναμη του χαρακτήρα του έφτασε να αποτελεί την επιτομή του ηγέτη.

Ηδη από πέρσι είναι πρώτος στις ασίστ στην ιστορία της Ευρωλίγκας, προσπερνώντας τον Διαμαντίδη, και πλέον, έχοντας γίνει ο δεύτερος παίκτης που έχει ξεπεράσει τους 4.000 πόντους, κυνηγάει να αρπάξει και τον τίτλο του πρώτου σκόρερ από τον Ναβάρο, ο οποίος έχει ήδη αποσυρθεί.


Θρύλος εντός και εκτός παρκέ

Κι αν όλα αυτά τα αστέρια λίγο-πολύ τα έχει δει ο κόσμος, είτε στο γήπεδο είτε στην τηλεόραση, η μεγάλη ατυχία είναι ότι εκείνη την εποχή που πρωταγωνιστούσε ο αείμνηστος Γιώργος Κολοκυθάς (2/11/1945 – 2/3/2013) δεν υπήρχε η μικρή οθόνη.

Μιλάμε για έναν σκόρερ ολκής ο οποίος, με ύψος 1,95, έβαζε την μπάλα στο καλάθι όπως ήθελε. Σε μια εποχή που το άθλημα δεν ήταν επαγγελματικό και ο «Μίτος», όπως ήταν το παρατσούκλι του, δεν έκανε την εξωγηπεδική ζωή που συμβάδιζε με το κλασικό αθλητικό πρότυπο. Ισχυρή προσωπικότητα, αντισυμβατικός, ξεκίνησε από τον Σπόρτιγκ και έκανε καριέρα στον Παναθηναϊκό.

Την πρώτη χρονιά που έπαιξε με το «τριφύλλι» υπήρξε ματς που έβαλε 51 πόντους, το οποίο αποτέλεσε το ατομικό του ρεκόρ. Στα ημιτελικά του Κυπέλλου Κυπελλούχων σημείωσε από 36 πόντους στα δύο ματς με την Μπενφίκα. Με την Εθνική σκόραρε 43 πόντους εναντίον των Ισπανών το 1967. Με το εθνόσημο αγωνίστηκε σε 90 αγώνες και σκόραρε 1.807 πόντους.

Σε δύο σερί πανευρωπαϊκά πρωταθλήματα αναδείχτηκε πρώτος σκόρερ. Προδομένος από τους τραυματισμούς στα γόνατα, τα οποία ταλαιπωρούσε με το εντυπωσιακό άλμα του, εγκατέλειψε την ενεργό δράση στα 28 του.Το 1991 ονομάστηκε ένας από τους 50 κορυφαίους καλαθοσφαιριστές όλων των εποχών της FIBA.

Ωστόσο συνέχισε την προσφορά του από το πόστο του αρχηγού των εθνικών ομάδων. Είχε καθοριστική συμβολή στη δημιουργία της «χρυσής» ομάδας του Βελιγραδίου και της Σαϊτάμα, γιατί ήταν εκείνος που επέμεινε στην πρόσληψη του Παναγιώτη Γιαννάκη και ήταν αυτός που με την προσωπικότητά του είχε το γενικό πρόσταγμα.


Συλλέκτης δαχτυλιδιών

Σε διεθνές επίπεδο το 7 ήταν το νούμερο που εκτόξευσε ο Κροάτης Τόνι Κούκοτς. Το μεγάλο αυτό φαινόμενο ξεκίνησε από τη μεγάλη Γιουγκοπλάστικα (3 σερί Πρωταθλητριών), για να συνεχίσει στους Μπουλς του Τζόρνταν (3 δαχτυλίδια) με μεσοδιάστημα τη θητεία του στην τελευταία μεγάλη ομάδα της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, πριν από τη διάσπασή της, με την οποία πρόλαβε να κατακτήσει 2 χρυσά σε Ευρωμπάσκετ (1989, 1991) και ένα Παγκόσμιο (1990) με εκείνον MVP.

Αριστερόχειρας, με πλαστικές κινήσεις και ταχύτητα, κατέβαζε την μπάλα και μπορούσε να παίξει σε όλες τις θέσεις. Η αλήθεια είναι ότι αν θέλαμε να μείνουμε στο ΝΒΑ, δεν θα έπρεπε να αμελήσουμε τον αξέχαστο Πιτ (22/6/1947 – 5/1/1988), τον «Pistol Pete» που είδε το 7 να αποσύρεται για χάρη του από δύο ομάδες (Τζαζ, Πέλικανς), γιατί ήταν ένας βιρτουόζος performer που χαρακτηρίστηκε «Μάτζικ πριν από τον Μάτζικ», αλλά και «βασιλιάς χωρίς στέμμα» γιατί οι ομάδες που έπαιξε δεν ήταν για τίτλο. Εφυγε νωρίς (41 ετών, χτυπημένος από καρκίνο).

Πλέον έχουμε να περιμένουμε τι θα κάνει στους Νετς ο Κέβιν Ντουράντ, που πήρε το 7 αλλά θα πρέπει να επιστρέψει από τον σοβαρό τραυματισμό του.


«Πίξι» στις γωνίες

Πάντως αν κάποιος ήθελε να έχει στο μυαλό του έναν κλασικό σουτέρ, σαν αυτούς που λέμε ότι πλέον λείπουν από το ελληνικό μπάσκετ, δεν ξεχνάει τον Λευτέρη Σούμποτιτς που επί «αυτοκρατορίας» του Αρη φορούσε το 7.

Ο «Πίξι ο (Ελληνο)Σλοβένος» στηνόταν στις γωνίες και με τον γλυκό καρπό του σημάδευε ανελέητα. Ηταν ο τρίτος πόλος μετά τον Γκάλη και τον Γιαννάκη κι εκείνος που άνοιγε τις αντίπαλες άμυνες ή τις τιμωρούσε αν δεν τον έκλειναν και του επέτρεπαν να πάρει την μπάλα «οπλισμένος».

Θα μπορούσε να περάσει στην ιστορία και ως «ο πιο μεγάλος γόης» που φόρεσε αυτό το νούμερο, αφού τα κοριτσόπουλα έλιωναν μόλις τον έβλεπαν. Ηταν κι αυτή μια παράμετρος για την οποία ο Αρης είχε γίνει «όλης της Ελλάδας» και όχι αποκλειστικό προνόμιο των αντρών. Δεν είναι τυχαίο ότι, πριν γίνει προπονητής, βρέθηκε να συμμετέχει ως συμπαρουσιαστής της Σόφης Ζαννίνου σε τηλεπαιχνίδι.


Αφιέρωμα: 7 χρόνια Εφημερίδα των Συντακτών