«Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ…». Αυτό έγραφε σε γράμμα του ο Νίκος Καζαντζάκης για το πρώτο της ποίημα, τη «Μοναξιά», και το έδωσε για δημοσίευση.
Η πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, η πολυβραβευμένη ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα» που μεταδίδει μεθαύριο στις 20.00 η ΕΡΤ2. «Το μεγάλο έγκλημα της εποχής μας -ακούγεται να λέει η ίδια- είναι να είσαι πολιτικός. Δηλαδή ειλικρινής πολιτικός, να σ’ ενδιαφέρει η πολιτική και όχι το συμφέρον και το ταμείον, δηλαδή το χρήμα».
Γεννημένη στα Εξάρχεια το 1939 με τη βοήθεια της Ρωσίδας νταντάς της, ξεκίνησε να διαβάζει και να γράφει σε τρεις αλφαβήτους: την ελληνική, τη λατινική και την κυριλλική. Ομως η μοίρα τής επιφύλασσε μια τραγική πλευρά: «Μπαίνοντας στη ζωή πλήρωσα με τον σταφυλόκοκκο το εισιτήριο» λέει η ίδια για την αναπηρία της, που όμως δεν την εμπόδισε να περπατάει, να χορεύει, να αδιαφορεί για τα σκληρά σχόλια των συμμαθητών της…
Τυχερή από μία άποψη -εξομολογείται. Από τη μία λέω πάντα ότι έδωσα ακριβό εισιτήριο για να μπω στη ζωή. Εάν είχα γεννηθεί ένα χρόνο μετά, θα είχε εφευρεθεί η πενικιλίνη και με μία ένεση θα ήμουνα εντάξει. Αλλά η αναπηρία ήταν πιο πολύ φαινομενική, δηλαδή μπορούσα και έτρεχα και χόρευα και δεν είχα κανένα τέτοιο πρόβλημα, και μάλιστα θυμάμαι όταν ήθελα ν’ αλλάξω σχολεία, γιατί μια πολύ στενή μου φίλη είχε φύγει από την Αϊδινοπούλου που ήμουνα, κι ήθελα να πάω στου Μακρή που ήτανε μεικτό και κάποιος δάσκαλος τότε μου λέει “μα δεν φοβάσαι, θα πας σε άλλο σχολείο, θα σε κοροϊδεύουν” και απάντησε το σοφό Κατερινάκι: “Οπως με συνηθίσατε εσείς, θα με συνηθίσουν και οι άλλοι”. Κι έτσι το ‘χα πάρει άνετα το κούτσεμα από την αρχή…
Ο πατέρας της ήταν δικηγόρος και με αυτή την ιδιότητα γνώρισε τον Καζαντζάκη -ήταν δικηγόρος του-, ο οποίος βάφτισε τη μικρή Κατερίνα. Παρ’ όλο που τον έλεγαν Αγγελάκη δεν είχε σχέση με την Κρήτη. Ηταν από τον Βόσπορο, από το Τσανά Καλέ, και γι’ αυτό ο Καζαντζάκης τον αποκαλούσε «ο μεγάλος ανατολίτης μου». Ο Καζαντζάκης τότε έμενε στη νότια Γαλλία και η προοπτική ήταν να τελειώσει η Κατερίνα τις σπουδές της, δηλαδή το Γυμνάσιο, και να πάει να μείνει εκεί. Ο Νίκος Καζαντζάκης όμως πέθανε έξι μήνες πριν εκείνη τελειώσει το Γυμνάσιο.
Παρ’ όλα αυτά η Κατερίνα πήγε στην Αντίμπ και έμεινε με την Ελένη, με την οποία έγιναν πολύ αγαπημένες φίλες. Αργότερα, με την Ελένη πάντα, πάει στην Ελβετία, στη Γενεύη. Εκεί σπουδάζει μετάφραση και λογοτεχνία και αρχίζει σταδιακά να δημοσιεύει ποίηση, άρθρα για την ποίηση και τη μετάφραση της ποίησης.
Τέκνο της γενιάς του ‘60, βιώνει τη δημιουργική περίοδο για την ελληνική ποίηση. Μόλις είχε πάρει το Νόμπελ ο Σεφέρης και ξαφνικά όλος ο κόσμος άρχισε να στρέφεται προς την ελληνική ποίηση και να τη βλέπει σαν κάτι σύγχρονο και πέρα από τον Ομηρο και την αρχαία Ελλάδα. Τότε έβγαλε και το πρώτο της βιβλίο, το «Σκόρπια χαρτιά της Πηνελόπης».
«Το ‘63 μπαίνει κι ο Ρόντνεϊ Ρουκ στη ζωή μου. Πάω σε μια ταβέρνα να φάω το βράδυ και ήτανε γεμάτη, δεν είχε καρέκλα, και του λέω “ελάτε”, εγώ ήμουνα μόνη μου. Βρισκόμασταν μετά κάθε βράδυ σ’ αυτή την ταβέρνα. Συζητάγαμε ένα βράδυ, έτσι όπως οι νέοι κάνουνε, περί ζωής, γάμου και μου λέει “αν δηλαδή σου ζήταγα εγώ να παντρευτούμε, τι θα έλεγες;” κι εγώ νόμιζα ότι ήταν αγγλικό χιούμορ και λέω “αααα βέβαια, αν μου ζήταγες εσύ, πώς θα μπορούσα να πω όχι” και σταματάει να γελάει και μου λέει “μόλις είπες “ναι” στην πρόταση γάμου που σου έκανα”. Σε τρεις βδομάδες απ’ αυτή τη βραδιά παντρευτήκαμε. Μια απίθανη συμβίωση…» Ο Βρετανός, κλασικός φιλόλογος, ο σύντροφος της ζωής της, έφυγε «πριν από επτά χρόνια και η ζωή μου βέβαια συνεχίστηκε χωρίς αυτόν. Πάρα πολύ δύσκολο, αλλά τίποτα δεν άλλαξε πρακτικά, δηλαδή τον χειμώνα στην Αθήνα, το καλοκαίρι στην Αίγινα αλλά σχεδόν θα ‘λεγα ότι όσο περνά ο καιρός μού λείπει περισσότερο, γιατί, το λέω και το ξαναλέω, ήταν ο τέλειος σύντροφος…»
Η παραγωγή της εκπομπής ανήκει στον Γιώργο Σγουράκη, η σκηνοθεσία στον Χρίστο Ακρίδα, η φωτογραφία στον Στάθη Γκόβα, η ηχοληψία στον Νίκο Παναγοηλιόπουλο, το μοντάζ στον Σταμάτη Μαργέτη και η διεύθυνση παραγωγής είναι του Στέλιου Σγουράκη.
