Με κυρίαρχο αφήγημα να τελειώσει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ξεκίνησε τον πόλεμο κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου του 2026. Τώρα, δύο μήνες μετά, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών εκτιμούν ότι η πυρηνική ικανότητα του Ιράν παραμένει σε γενικές γραμμές αμετάβλητη (όπως δηλαδή ήταν και πριν από την έναρξη του πολέμου), σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters που επικαλείται πηγές με γνώση του θέματος.
Τι έλεγε ο Τραμπ στις 2 Μαρτίου: Παρουσιάζοντας τους στόχους του πολέμου ο πρόεδρος των ΗΠΑ ανέφερε μεταξύ άλλων: «φροντίζουμε ότι η κυριότερη δύναμη υποστήριξης της τρομοκρατίας στον κόσμο δεν θα μπορέσει ποτέ να αποκτήσει πυρηνικό όπλο»
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το Ιράν θα χρειαζόταν περίπου έναν χρόνο για να κατασκευάσει πυρηνικά όπλα εάν οι ηγέτες του αποφάσιζαν να προχωρήσουν σε αυτήν την ενέργεια. Ωστόσο και το περασμένο καλοκαίρι, η εκτίμηση ήταν ανάλογη για το πότε θα μπορούσε η Τεχεράνη να αποκτήσει πυρηνικά. Οι επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ που ξεκίνησαν στις 28 Φεβρουαρίου επικεντρώθηκαν σε συμβατικούς στρατιωτικούς στόχους, αν και το Ισραήλ έπληξε μια σειρά από σημαντικές πυρηνικές εγκαταστάσεις.
Σε κάθε περίπτωση, το σχεδόν αμετάβλητο χρονοδιάγραμμα (όσον αφορά το πότε θα μπορέσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα) υποδηλώνει ότι η σημαντική παρεμπόδιση του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης μπορεί τώρα να απαιτεί την καταστροφή ή την απομάκρυνση του εναπομείναντος αποθέματος ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού του Ιράν.
Το δημοσίευμα έρχεται καθώς οι δύο πλευρές συμφώνησαν σε παύση πυρός στις 7 Απριλίου για την επιδίωξη της ειρήνης, με την εκεχειρία να παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη. Οι εντάσεις παραμένουν υψηλές, με τις δύο πλευρές να μην εμπιστεύονται η μία την άλλη, ενώ υπάρχει το θέμα με τα Στενά του Ορμούζ, όπου έχει εμποδιστεί η διέλευση των εμπορικών πλοίων, γεγονός που πυροδοτεί μια παγκόσμια ενεργειακή κρίση.
Ο Υπουργός Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ έχει δηλώσει ότι οι ΗΠΑ στοχεύουν να διασφαλίσουν πως το Ιράν δεν θα αποκτήσει πυρηνικό όπλο, μέσω των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων με την Τεχεράνη.
Το χρονικό όριο κατασκευής πυρηνικών όπλων
Πριν από τον 12ήμερο πόλεμο του περασμένου Ιουνίου, οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα πως το Ιράν πιθανότατα θα μπορούσε να παράγει αρκετό ουράνιο κατάλληλο για βόμβες και να κατασκευάσει μια βόμβα σε περίπου τρεις έως έξι μήνες. Μετά τις επιθέσεις του Ιουνίου από τις ΗΠΑ που έπληξαν τα τρία πυρηνικά συγκροτήματα, οι εκτιμήσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών ανέβασαν το χρονικό όριο σε περίπου εννέα μήνες έως έναν χρόνο.
Οι επιθέσεις κατέστρεψαν ή προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στα τρία εργοστάσια εμπλουτισμού που ήταν γνωστό ότι λειτουργούσαν εκείνη την εποχή. Ωστόσο, ο Διεθνής Οργανισμός Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) δεν μπόρεσε να επαληθεύσει την τύχη περίπου 440 κιλών ουρανίου εμπλουτισμένου έως 60%.
«Η επιχείρηση “Επική Οργή” βασίστηκε σε αυτήν την επιτυχία [σ.σ.: του περασμένου καλοκαιριού] αποδεκατίζοντας την αμυντική βιομηχανική βάση του Ιράν, την οποία κάποτε αξιοποίησαν ως προστατευτική ασπίδα, σχετικά με την επιδίωξή τους για την κατασκευή πυρηνικών όπλων», δήλωσε εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, κάνοντας αναφορά στον τελευταίο πόλεμο που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο. Και τόνισε: «ο πρόεδρος Τραμπ έχει από καιρό καταστήσει σαφές ότι το Ιράν δεν μπορεί ποτέ να αποκτήσει πυρηνικά όπλα – και δεν μπλοφάρει».
Εκτός του Τραμπ, κι άλλοι Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν αναφέρει επανειλημμένα την ανάγκη εξάλειψης του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν ως βασικό στόχο του πολέμου. «Δεν μπορεί ποτέ να επιτραπεί στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Αυτός είναι ο στόχος αυτής της επιχείρησης», έγραψε ο αντιπρόεδρος Τζ. Ντ. Βανς στο X στις 2 Μαρτίου.
Οι επιθέσεις των ΗΠΑ δεν εστίασαν σε πυρηνικές εγκαταστάσεις
Η αμετάβλητη εκτίμηση για το πόσο χρόνο θα χρειαστεί το Ιράν για να κατασκευάσει ένα τέτοιο όπλο αντικατοπτρίζει εν μέρει την εστίαση της τελευταίας στρατιωτικής εκστρατείας των ΗΠΑ και του Ισραήλ, ανέφεραν οι πηγές στο Reuters. Ενώ το Ισραήλ έχει χτυπήσει στόχους που σχετίζονται με τα πυρηνικά, συμπεριλαμβανομένης μιας εγκατάστασης επεξεργασίας ουρανίου στα τέλη Μαρτίου, οι επιθέσεις των ΗΠΑ έχουν επικεντρωθεί σε συμβατικές στρατιωτικές δυνατότητες, την ηγεσία του Ιράν και τη στρατιωτικο-βιομηχανική του βάση.
Σύμφωνα με ορισμένους αναλυτές, η έλλειψη χτυπημάτων σε πυρηνικούς στόχους από τις ΗΠΑ, μπορεί οφείλεται στο ότι δεν εντοπίστηκαν εγκαταστάσεις που μπορούν να καταστραφούν εύκολα και με ασφάλεια μετά τη στρατιωτική δράση του Ιουνίου. Ο Έρικ Μπρούερ, πρώην ανώτερος αναλυτής των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, ο οποίος ηγήθηκε των αξιολογήσεων του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, δήλωσε ότι δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι οι αξιολογήσεις δεν έχουν αλλάξει, επειδή οι πρόσφατες αμερικανικές επιθέσεις δεν έχουν δώσει προτεραιότητα σε στόχους που σχετίζονται με τα πυρηνικά.
«Το Ιράν εξακολουθεί να κατέχει όλο το πυρηνικό του υλικό, απ’ όσο γνωρίζουμε», δήλωσε ο Μπρούερ, αντιπρόεδρος του προγράμματος μελέτης πυρηνικών υλικών στο think tank ελέγχου όπλων Nuclear Threat Initiative. «Αυτό το υλικό πιθανότατα βρίσκεται σε βαθιά θαμμένες υπόγειες τοποθεσίες όπου τα αμερικανικά πυρομαχικά δεν μπορούν να διεισδύσουν».
Τις τελευταίες εβδομάδες, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν εξετάσει επικίνδυνες επιχειρήσεις που θα εμπόδιζαν σημαντικά τις πυρηνικές προσπάθειες του Ιράν. Αυτές οι επιλογές δεν αποκλείουν χερσαίες επιδρομές.
Το Ιράν έχει επανειλημμένα αρνηθεί ότι επιδιώκει να αναπτύξει πυρηνικά όπλα. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών και η ΙΑΕΑ λένε ότι η Τεχεράνη σταμάτησε μια προσπάθεια ανάπτυξης πυρηνικών κεφαλών το 2003, αν και ορισμένοι αναλυτές (και το Ισραήλ) υποστηρίζουν ότι διατήρησε κρυφά βασικά μέρη του προγράμματος.
Η ακριβής αξιολόγηση της πυρηνικής ικανότητας του Ιράν είναι δύσκολη, ακόμη και για τις κορυφαίες υπηρεσίες πληροφοριών του κόσμου, τονίζουν επίσης οι ειδικοί.
Ορισμένοι αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, έχουν υποστηρίξει ότι οι επιθέσεις των ΗΠΑ στην ιρανική αεράμυνα έχουν μειώσει την πυρηνική απειλή, μειώνοντας την ικανότητα του Ιράν να υπερασπιστεί τις πυρηνικές του εγκαταστάσεις.
Υπάρχει επίσης ο αντίκτυπος των δολοφονιών κορυφαίων πυρηνικών επιστημόνων του Ιράν από το Ισραήλ. Οι δολοφονίες αυτές έχουν προσθέσει σημαντική αβεβαιότητα στην ικανότητα της Τεχεράνης να κατασκευάσει μια βόμβα που θα λειτουργούσε όπως προβλέπεται.
