Ούτε η σύλληψη ενός ηγέτη, ούτε τα πετρέλαια της χώρας του αρκούν για να καταστήσουν κερδοφόρα μια στρατιωτική επέμβαση των ΗΠΑ, να ανοικοδομήσουν ένα κράτος και να φέρουν τη δημοκρατία. Η επιδρομή των Αμερικανών στη Βενεζουέλα στις 3 Ιανουαρίου και η απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο θύμισαν στον Αμερικανολιβανέζο δημοσιογράφο Μοχαμάντ Μπάζι κάποιους από τους «μύθους του Ιράκ», δηλαδή τις αυταπάτες που συνόδευσαν την εισβολή που διέταξε ο πρόεδρος Τζορτζ Γ. Μπους υιός τον Απρίλιο του 2003.
Πρώτον, ότι μια σύλληψη είναι «καθοριστικό γεγονός». «Κυρίες και κύριοι, τον πιάσαμε!» δήλωσε ο Πολ Μπρέμερ, ο Αμερικανός ύπατος αρμοστής στο Ιράκ, στις 14 Δεκεμβρίου 2003, μία ημέρα αφότου ένστολοι Αμερικανοί ξετρύπωσαν τον Σαντάμ Χουσεΐν από ένα λαγούμι. «Ολοι εξέπεμπαν αυτοπεποίθηση ότι η νίκη ήταν πλέον κοντά. Αυτό αποδείχτηκε ευσεβής πόθος, καθώς ο πόλεμος στο Ιράκ και η εξέγερση συνεχίστηκαν για χρόνια» γράφει ο Μπάζι στην Guardian. Και βρίσκει αναλογίες με την πρόσφατη φράση του Τραμπ σε συνέντευξη Τύπου «Ο δικτάτορας και τρομοκράτης Μαδούρο έφυγε επιτέλους από τη Βενεζουέλα! Ο λαός είναι ξανά ελεύθερος!».
Φυσικά, η Βενεζουέλα δεν είναι Ιράκ και η τωρινή αμερικανική επέμβαση δεν έχει στρατεύματα στο έδαφος ή άμεσα σχέδια για κατοχή. Ομως ο Τραμπ επαναλαμβάνει πολλά λάθη της κυβέρνησης Μπους στο Ιράκ. Παράδειγμα: Οι αόριστες δηλώσεις του ότι οι ΗΠΑ θα «διοικήσουν» τη Βενεζουέλα για μια απροσδιόριστη μεταβατική περίοδο, θυμίζουν τον υπουργό Αμυνας του Μπους, τον περιβόητο Ντόναλντ Ράμσφελντ, τον αναπληρωτή του, Πολ Γούλφοβιτς, και τους άλλους νεοσυντηρητικούς που υπονόμευσαν κάθε σχέδιο του Πενταγώνου και του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της χώρας.
Υπάρχουν κι άλλες ομοιότητες. Η κυβέρνηση Τραμπ υποτιμά την πόλωση και το ενδεχόμενο πολιτικής βίας στο εσωτερικό της βενεζουελανικής κοινωνίας. Ταυτόχρονα ανασταίνει έναν από τους μεγαλύτερους μύθους του Ιράκ: ότι μια χώρα πλούσια σε πετρέλαιο θα πληρώσει μόνη της την ανασυγκρότησή της. Το 2003 ο Γούλφοβιτς έλεγε με αυτοπεποίθηση: «Τα έσοδα από το πετρέλαιο αυτής της χώρας θα μπορούσαν να αποφέρουν μεταξύ 50 και 100 δισ. δολαρίων μέσα στα επόμενα δύο ή τρία χρόνια».
Δεν συνέβη καθόλου έτσι. Οι πετρελαϊκές υποδομές του Ιράκ ήταν ερειπωμένες και χρειάζονταν επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων. Πολλές αμερικανικές ενεργειακές εταιρείες απέφυγαν να επενδύσουν μέχρις ότου η Βαγδάτη προσέφερε πιο ευνοϊκές συμφωνίες, μόλις το 2025.
Τελικά, οι ΗΠΑ δαπάνησαν πολύ περισσότερα από τα 50 έως 60 δισ. δολάρια που η κυβέρνηση Μπους είχε προβλέψει ότι θα χρειάζονταν για να εδραιώσει την ιρακινή Μεταπολίτευση. Το 2023 η σύγκρουση στο Ιράκ (μαζί με τη Συρία, όπου οι ΗΠΑ επενέβησαν το 2014 εναντίον του Ισλαμικού Κράτους) είχε κοστίσει στην Ουάσινγκτον σχεδόν 2,9 τρισ. δολάρια.
