Την ώρα που η ανεξέλεγκτη ισραηλινή πολεμική μηχανή κορυφώνει την απάνθρωπη χερσαία εισβολή στη Ράφα, αναγκάζοντας σε νέα άτακτη φυγή πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες από άλλες βομβαρδισμένες περιοχές της Γάζας, η κυβέρνηση Νετανιάχου δέχτηκε χθες δύο νέα ηχηρά χαστούκια: το πρώτο στο διπλωματικό πεδίο, με τη Σλοβενία να ανακοινώνει την απόφασή της να αναγνωρίσει άμεσα κι αυτή το Παλαιστινιακό Κράτος, απόφαση που αναμένεται να επικυρωθεί μέσα στις επόμενες ημέρες από τη Βουλή. Και το δεύτερο και δυνάμει σημαντικότερο προέρχεται από το εσωτερικό του Ισραήλ, όπου το κόμμα του… άσπονδου συνεταίρου του Μπενιαμίν Νετανιάχου στην αποκαλούμενη «κυβέρνηση εθνικής ενότητας», του Μπένι Γκαντζ, κατέθεσε πρόταση νόμου για τη διάλυση του Κοινοβουλίου και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών.
Τι ακριβώς συνέβη; Ως γνωστόν, ο Γκαντζ –που θεωρείται εδώ και καιρό ο εκλεκτός της Ουάσινγκτον για το τιμόνι του Ισραήλ μετά τη νομοτελειακή, όπως όλοι πιστεύουν, πτώση του πολεμοκάπηλου Νετανιάχου– είχε απαιτήσει από τον ακροδεξιό πρωθυπουργό την άμεση παρουσίαση ενός βιώσιμου σχεδίου για την «επόμενη ημέρα» στη Λωρίδα της Γάζας, κατηγορώντας τον ουσιαστικά για παντελή έλλειψη στρατηγικής στον πόλεμο με τη Χαμάς. Το «τελεσίγραφο» του κεντρώου πολιτικού, που φαίνεται πως εκφράζει τη συσσωρευμένη δυσαρέσκεια της πλειονότητας των ανωτέρων αξιωματικών των ενόπλων δυνάμεων και των μυστικών υπηρεσιών, αλλά και πολλών στελεχών του κόμματος του Νετανιάχου, του Λικούντ, περιλαμβανομένου του υπουργού Αμυνας Γιοάβ Γκαλάντ, θα έληγε κανονικά στις 8 Ιουνίου, με τον (πρώην στρατηγό) Γκαντζ να απειλεί πως, σε αντίθετη περίπτωση, θα αποχωρήσει από τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Τελικά, όμως, φαίνεται πως οι εξελίξεις στη Γάζα αλλά και τα διαδοχικά νομικά και διπλωματικά πλήγματα στη διεθνή σκηνή έσπρωξαν τον Γκαντζ να επιταχύνει τις κινήσεις του και να επιχειρήσει ουσιαστικά από τώρα να ρίξει την ακροδεξιά κυβέρνηση Νετανιάχου. Μάλιστα, ο βουλευτής του Γκαντζ που κατέθεσε την πρόταση μομφής δήλωσε πως η κυβέρνηση Νετανιάχου «απέτυχε παταγωδώς σε όλους τους στόχους που είχε θέσει» και ότι «η χώρα χρειάζεται επειγόντως εκλογές προκειμένου να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς». Και βέβαια ο Γκαντζ δεν είναι μόνος του: μόλις προχθές ο έτερος ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, συναντήθηκε μεακόμη δύο επικεφαλής δεξιών κομμάτων που δεν συμμετέχουν στην κυβέρνηση εθνικής ενότητας, τον «αποστάτη» από το κόμμα του Γκαντζ Γκιντεόν Σάαρ και τον γνωστό από παλαιότερες κυβερνητικές θητείες Αβιγκντορ Λίμπερμαν, προκειμένου να ζητήσουν από κοινού και δημόσια την αποχώρηση Γκαντζ από την κυβέρνηση και την προκήρυξη εκλογών.
Αρκεί όμως αυτή η συστράτευση, αλλά και η αντικυβερνητική δυναμική που εκδηλώνεται καθημερινά στους δρόμους μέσα από τις συνεχείς διαδηλώσεις των συγγενών των ομήρων, για να πέσει ο επάρατος «Μπίμπι»; Δυστυχώς, όπως εξηγεί ο διάσημος Ισραηλινός σχολιαστής της «Haaretz» Γκιντεόν Λεβί, τα «κουκιά» δεν φτάνουν, αφού ο Νετανιάχου διαθέτει σήμερα άνετη πλειοψηφία 64 εδρών από τις 120 της Κνέσετ. «Θα σύστηνα σε όσους ενθουσιάζονται με την προοπτική της πτώσης Νετανιάχου να μην ανοίξουν ακόμη τις σαμπάνιες, γιατί η κυβέρνηση διαθέτει συμπαγή πλειοψηφία και χωρίς την παρουσία του Γκαντζ στο πολεμικό συμβούλιο. Και δεν με εκπλήσσει η κυβερνητική συνοχή της, γιατί όσοι συμμετέχουν στον συνασπισμό ξέρουν καλά ότι οι πολιτικές καριέρες τους θα τελειώσουν μόλις τερματιστεί ο πόλεμος. Ταυτόχρονα η πλειοψηφία των Ισραηλινών πολιτών θέλει να συνεχιστεί ο πόλεμος, και μόνο μια πολύ μικρή μειοψηφία ενοχλείται από τις φρικτές σκηνές στη Γάζα. Οπότε είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε τη συνέχιση αυτού του αιματηρού πολέμου», ανέφερε χαρακτηριστικά ο σπουδαίος αυτός Ισραηλινός δημοσιογράφος. Και η αλήθεια είναι πως, αν δεν σημειωθεί κάποια σοβαρή αποστασία βουλευτών του Λικούντ ή δεν αποσύρει την ψήφο εμπιστοσύνης του κάποιο από τα εξτρεμιστικά κόμματα που συμμετέχουν στην κυβέρνηση, ο Νετανιάχου δεν πέφτει με τίποτε και το μακελειό θα συνεχιστεί…
