«Επιστρέφουμε», ήταν το μήνυμα που κυκλοφορούσε ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στον Λίβανο στις 17 του μήνα, καθώς συμπληρώνονταν έξι μήνες από την απαρχή των μεγάλων αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, που μοιραία μπήκαν στον «πάγο» εξαιτίας της πανδημίας, ο επίσημος απολογισμός της οποίας είναι μόλις 710 κρούσματα και 24 νεκροί στη χώρα.
Ελέω λοιπόν της σταδιακής χαλάρωσης των μέτρων περιορισμού, και παρά την καραντίνα, χιλιάδες πολίτες ξανακατέκλυσαν τα τελευταία δύο 24ωρα τους δρόμους, αγανακτισμένοι από τους χειρισμούς της πολιτικής και οικονομικής ελίτ, σε όλα τα επίπεδα.
Από την αντιμετώπιση της πανδημίας έως την κατάρρευση της εθνικής οικονομίας, την εκτόξευση της τιμής των βασικών αγαθών και τη φτωχοποίηση ολοένα και μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού. Από τη Βηρυτό και τα περίχωρά της έως την Τρίπολη, διαδηλωτές έστησαν οδοφράγματα. Αρκετές συγκεντρώσεις διαλύθηκαν με τη βίαιη επέμβαση του στρατού και της αστυνομίας, με αναφορές για τουλάχιστον έξι τραυματίες.
Νωρίτερα, την Κυριακή, είχαν προηγηθεί εμπρηστικές επιθέσεις σε τραπεζικά υποκαταστήματα στην Τύρο και στη Σιδώνα, στον φτωχότερο (και προπύργιο της σιιτικής Χεζμπολάχ) Νότο, καθώς η Κεντρική Τράπεζα επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στις αναλήψεις σε δολάρια και η λίρα του Λιβάνου κατέρρεε κι άλλο έναντι του αμερικανικού νομίσματος, στο οποίο είναι προσδεδεμένη.
Εχοντας ήδη χάσει το μισό της αξίας της μέσα στον Απρίλιο, τώρα κυμαίνεται επισήμως στις 1.507 λίρες ανά δολάριο και στις 4.000 στη μαύρη αγορά! «Με τον μισθό μου μπορώ να αγοράσω μόνον δύο λίτρα γάλα», έγραφε μια εξοργισμένη διαδηλώτρια στο πλακάτ της.
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 45% του πληθυσμού του Λιβάνου ζει πλέον κάτω από τα όρια της φτώχειας. Οι τελευταίες εκτιμήσεις του υπουργείου Οικονομικών προβλέπουν για φέτος πληθωρισμό 27%. Νέτα-σκέτα, το υπουργείο Κοινωνικών Υποθέσεων παραδέχτηκε δημόσια τις προάλλες ότι το 70-75% των Λιβανέζων πολιτών χρήζει οικονομικής βοήθειας. Αυτή, ωστόσο, εξακολουθεί να μένει στα λόγια.
Αντιμέτωπη ήδη προ κορονοϊού με τη χειρότερη οικονομική κρίση από το τέλος του εμφυλίου (1990) και το φάσμα της χρεοκοπίας, η νέα -συγκροτηθείσα τον Ιανουάριο, με τη στήριξη της Χεζμπολάχ και των συμμάχων της- κυβέρνηση του Λιβάνου βρίσκεται σε διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ, που προβλέπει για φέτος συρρίκνωση 12% της εθνικής οικονομίας. Ζητούμενο των διαβουλεύσεων είναι η αναδιάρθρωση του χρέους, το οποίο έχει εκτοξευτεί στο 170% του ΑΕΠ, και η διάσωση (ποιων άλλων;) των τραπεζών, ενώ φτωχοποιούνται οι πολίτες.
Ουδείς πλέον πιστεύει τις διαβεβαιώσεις ακόμη και του πρωθυπουργού, Χασάν Ντιάμπ, ότι το 98% των τραπεζικών καταθέσεων είναι διασφαλισμένο. Τη χαοτική κατάσταση επιτείνει ένας παρασκηνιακός πόλεμος ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας του Λιβάνου, τον νυν επικεφαλής της οποίας ο Ντιάμπ κατηγόρησε δημόσια για «αδιαφανείς» τακτικές.
Ηδη, οι απώλειες στον τραπεζικό τομέα αγγίζουν τα 83 δισ. δολάρια, ποσό που ισοδυναμεί περίπου με το 50% του ΑΕΠ! Αναλυτές πλέον μιλούν για καταλήστευση των καταθετών. Ετεροι εκτιμούν ότι στις πλάτες των Λιβανέζων παίζονται ευρύτερα γεωπολιτικά παιχνίδια.
