Κλιμάκωση για… αποκλιμάκωση, μέχρι νεωτέρας. Οι ισορροπίες τρόμου παραμένουν στη Μέση Ανατολή, παρά την προσωρινή λήξη συναγερμού που διερευνητικά σήμανε χθες το απόγευμα ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ, μέσω διαγγέλματος, ώρες μετά τα -«αναλογικά», εκούσια περιορισμένα σε έκταση και συνέπειες και με έγκαιρη, όπως προκύπτει, ενδιάμεση ειδοποίηση των ΗΠΑ, μέσω Βαγδάτης- αντίποινα του Ιράν για τη δολοφονία του υποστράτηγου Σουλεϊμανί: μια επίθεση που η Τεχεράνη εξαπέλυσε, χθες τα ξημερώματα, με 22 πυραύλους μικρού βεληνεκούς κατά δύο μεγάλων στρατιωτικών βάσεων στο δυτικό και στο (κουρδικό) βόρειο Ιράκ, όπου σταθμεύουν -μαζί με Ιρακινούς- Αμερικανοί και άλλοι ΝΑΤΟϊκοί στρατιώτες.
«Το Ιράν φαίνεται να υποχωρεί», απεφάνθη ο Τραμπ, τονίζοντας ότι δεν υπήρξαν απώλειες -κόντρα στους αναπόδεικτους ιρανικούς ισχυρισμούς για τουλάχιστον 80 νεκρούς και 200 τραυματίες. «Οι ΗΠΑ δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν τη στρατιωτική ισχύ τους», τόνισε, κρατώντας πάντως στο τραπέζι όλες τις επιλογές -σε αυτό το κρίσιμο τεστ της προεδρίας του, παραμονές της δίκης του στη Γερουσία με το ερώτημα της καθαίρεσης και εν όψει των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου.
Και χωρίς να στοιχειοθετήσει την «άμεση απειλή» που κατά τον Λευκό Οίκο κατέστησε αναγκαία τη δολοφονία Σουλεϊμανί, ανακοίνωσε την άμεση επιβολή πρόσθετων οικονομικών κυρώσεων σε βάρος της Τεχεράνης, «μέχρι να αλλάξει στάση».
«Το Ιράν θα πρέπει να εγκαταλείψει τις πυρηνικές φιλοδοξίες του και την υποστήριξη της τρομοκρατίας», υπογράμμισε ο Τραμπ -μάλιστα δήλωσε ότι οι δύο χώρες θα έπρεπε να συνεργαστούν (!) στην καταπολέμηση του κοινού εχθρού, ήτοι του «Ισλαμικού Κράτους». Σε κάθε περίπτωση, «για όσο είμαι πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν θα επιτραπεί στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», επανέλαβε.
Πέταξε μάλιστα ονομαστικά το «γάντι» στις ξένες δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ρωσία, Κίνα) που εξακολουθούν να στηρίζουν την «πολύ προβληματική» συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, καλώντας τες να την εγκαταλείψουν και, ξανά σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, να επιδιώξουν με το Ιράν μια νέα «που θα κάνει τον κόσμο ασφαλέστερο και πιο ειρηνικό».
«Δεν χρειαζόμαστε το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής», «οι ΗΠΑ είναι έτοιμες για ειρήνη με όσους την επιδιώκουν», διακήρυξε. Εν μέσω, πάντως, των αξιώσεων του Ιράν για στρατιωτική αποχώρηση των ΗΠΑ από την περιοχή, ο Αμερικανός πρόεδρος ζήτησε το ΝΑΤΟ (τη χρησιμότητα του οποίου αμφισβητούσε μέχρι χθες) «να εμπλακεί πολύ περισσότερο στη διαδικασία στη Μέση Ανατολή»…
«Αποδείχθηκε ξεκάθαρα ότι δεν υποχωρούμε ενώπιον της Αμερικής», ήταν το πρώτο σχόλιο του Ιρανού προέδρου στις δηλώσεις Τραμπ -ενόσω δυτικοί αναλυτές χαρακτήριζαν τη χθεσινή πυραυλική επίθεση έναν επί της ουσίας έξυπνο διπλωματικό ελιγμό της Τεχεράνης, με τον οποίο παράλληλα διασκεδάζει τις εντυπώσεις στο εσωτερικό της.
Αν η Αμερική «θέλει να διαπράξει άλλο ένα έγκλημα, πρέπει να γνωρίζει ότι θα λάβει μια ακόμη πιο σκληρή απάντηση», προειδοποίησε ο Χασάν Ρουχανί. «Ομως, όλα αυτά δεν είναι αρκετά», πρόσθεσε.
«Αποψή μου είναι πως η κύρια απάντηση στην Αμερική πρέπει να δοθεί από τις χώρες της περιοχής… τραβώντας το χαλί κάτω από τα πόδια της». Το πώς το είχε πει ο ίδιος, αλλά και ο ανώτερος ηγέτης του Ιράν, Αγιατολάχ Χαμενεΐ, νωρίτερα χθες: «να διώξουν από την περιοχή τις αμερικανικές δυνάμεις».
Κοινή πεποίθηση για το επόμενο διάστημα στη Μέση Ανατολή -εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- είναι η διατήρηση της περιφερειακής αντιπαλότητας με χαμηλής έντασης αντιπαραθέσεις διαρκείας, που το Ιράν θα πυροδοτεί μέσω οργανώσεων – δορυφόρων, δοκιμάζοντας τις αντοχές των ΗΠΑ. Ηδη, στο Ιράκ, φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές καλούν σε αντίποινα ανάλογα με αυτά του Ιράν κατά των δυνάμεων των ΗΠΑ -ήδη χθες βράδυ δύο ρουκέτες έπληξαν την αυστηρά φρουρούμενη Πράσινη Ζώνη στη Βαγδάτη.
Νωρίτερα, στο ιρακινό ΥΠΕΞ είχε κληθεί ο Ιρανός πρέσβης για εξηγήσεις για τη χθεσινή πυραυλική επίθεση, την οποία καταδίκασε απερίφραστα ο Ιρακινός πρόεδρος, Κούρδος Μπάρχαμ Σάλεχ, τονίζοντας ότι είναι εσωτερική υπόθεση το μέλλον της παρουσίας των Αμερικανών στρατευμάτων στη χώρα.
Απαραίτητη για την καταπολέμηση του «Ι.Κ.» τη χαρακτήρισε, δε, ο πρόεδρος του Ιρακινού Κουρδιστάν, Νετσερβάν Μπαρζανί, κόντρα στη μη δεσμευτική απόφαση του κοινοβουλίου στη Βαγδάτη για αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων από τα ιρακινά εδάφη. Πλήρη αλληλεγγύη στο Ιράν εξέφρασε αντίθετα η Συρία, υπερασπιζόμενη το δικαίωμα της Τεχεράνης στην αυτοάμυνα «έναντι των απειλών και της επιθετικότητας της Αμερικής».
Με σκληρά αντίποινα «σε οποιονδήποτε επιχειρήσει να μας επιτεθεί» προειδοποίησε ο Ισραηλινός υπηρεσιακός πρωθυπουργός, Μπενιαμίν Νετανιάχου, στον απόηχο των χθεσινών απειλών των Φρουρών της Επανάστασης, ότι θα ισοπέδωναν τη Χάιφα, εάν οι ΗΠΑ αντεπιτίθεντο και με το βλέμμα του στραμμένο ανήσυχα στις κινήσεις της λιβανέζικης φιλοϊρανικής Χεζμπολάχ.
«Η προσφυγή στα όπλα πρέπει να σταματήσει, για να δοθεί χώρος στον διάλογο», ήταν το μήνυμα της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Σε αποφυγή κλιμάκωσης της έντασης κάλεσαν οι γενικοί γραμματείς ΟΗΕ και ΝΑΤΟ.
Πούτιν και Ερντογάν
Από την Κωνσταντινούπολη, οι πρόεδροι της Ρωσίας και της (νατοϊκής) Τουρκίας, Πούτιν και Ερντογάν, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση μετά τη συνάντησή τους -εξ αφορμής των εγκαινίων του αγωγού TurkStream- εκφράζοντας «ανησυχία» για την κλιμάκωση των εντάσεων στην περιοχή. Επέκριναν τη δολοφονία Σουλεϊμανί από τις ΗΠΑ ως «πράξη υπονόμευσης της περιφερειακής ασφάλειας και σταθερότητας».
Στον απόηχο των ιρανικών αντιποίνων, δήλωσαν εντελώς υποκριτικά αντίθετοι «στην ανταλλαγή επιθέσεων και στη χρήση βίας», «στις μονομερείς στρατιωτικές ενέργειες και στις ξένες παρεμβάσεις», την ώρα που Αγκυρα και Μόσχα μοχλεύουν ενεργά τις κρίσεις σε Συρία και Λιβύη.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, δε, ο Τούρκος ΥΠΕΞ, Μεβλούτ Τσαβούσογλου, ανακοίνωσε ότι μεταβαίνει σήμερα στο Ιράκ, στο πλαίσιο «των εντατικών διπλωματικών προσπαθειών της Αγκυρας να αποκλιμακώσει την ένταση, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις».
Η Κύπρος, εν τω μεταξύ, ανακοίνωσε ότι έδωσε τη συγκατάθεσή της σε αίτημα των ΗΠΑ για προσωρινή στάθμευση στην Κύπρο μονάδας ταχείας ανταπόκρισης, με αποστολή την απομάκρυνση μελών των διπλωματικών αποστολών των ΗΠΑ στην περιοχή, καθώς και Αμερικανών πολιτών, εφόσον χρειαστεί.
