ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Μόνο τα κοκαλάκια του θέλω. Μου τον πήραν το 1983, ξημερώματα, οχτώ στρατιώτες κουκουλοφόροι τον έσυραν έξω από το σπίτι δεμένο πισθάγκωνα. Μέχρι τώρα δεν ξέρω τι απέγινε. Βρήκαμε πτώματα φαγωμένα από σκυλιά. Αλλά ποτέ δεν βρήκαμε του άντρα μου. Αβάσταχτο το βάρος αυτής της ανοιχτής πληγής» επαναλαμβάνει η 61χρονη Καντελάρια Πίνο.

Ο Σαμουέλ εδώ και 26 χρόνια γράφει βιβλία. Δεν τα εκδίδει ποτέ.

Μόνο τα συμπληρώνει κάθε τόσο και τα διαβάζει μεγαλόφωνα: αναμνήσεις από τη σύντομη ζωή που μοιράστηκε με τον γιο του, που το 1990, στα 20 του, συνελήφθη από τον στρατό στο Πανεπιστήμιο και έκτοτε αγνοείται.

«Ετσι αθώο μού τον πήραν. Πήγε στην τράπεζα και δεν γύρισε ποτέ. Εκείνη την ημέρα ο στρατός έκανε επιχείρηση στην πόλη. Φαντάστηκα ότι αυτοί τον πήραν. Πήγα στο στρατόπεδο Ελ Καμπίτος, αλλά μου είπαν πως δεν ήταν πια εκεί. Πριν από δύο χρόνια ο Συνήγορος του Λαού οργάνωσε έκθεση με αντικείμενα που βρέθηκαν σε αυτό το στρατόπεδο. Αναγνώρισα τα ρούχα του αδελφού μου. Αλλά η σορός του πουθενά. Πώς να ξεχάσω;» λέει η Χουάνα Καριόν.

Σε ανθρώπους σαν κι αυτούς, συγγενείς των 15.731 επίσημα καταγεγραμμένων αγνοουμένων του Περού, οι προεδρικές εκλογές της περασμένης Κυριακής δεν είχαν και πολλά να προσφέρουν.

Ατιμωρησία των στρατιωτικών, υποθέσεις που μπήκαν στο αρχείο, σοροί στα αζήτητα σαν να ’ταν σκουπίδια, χιλιάδες ομαδικοί τάφοι, εγκατάλειψη, όλα αυτά σημαδεύουν τη ζωή τους.

Θύματα κι αυτοί μιας σύρραξης ανάμεσα στους αντάρτες του ΚΚ Περού – Φωτεινό Μονοπάτι, του στρατού και των παραστρατιωτικών, η οποία στο διάστημα 1980-2000 στοίχισε τη ζωή σε 69.280 ανθρώπους, χωρίς καμιά κυβέρνηση να ενδιαφερθεί να δώσει απάντηση στη βασανιστική συνθήκη τους.

Για αυτούς η ψήφιση ενός νόμου που διευκολύνει την αναζήτηση των αγνοουμένων λίγες μόλις ημέρες πριν από τον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών είναι μία από τις συνήθεις «προεκλογικές χειρονομίες» που λησμονούνται και ουδέποτε εφαρμόζονται.

Οπως ξέρουν ότι από την προεδρική αναμέτρηση της περασμένης Κυριακής ανάμεσα στη χουντική Δεξιά της δυναστείας Φουχιμόρι και την πιο συντηρητική Δεξιά του νεοφιλελεύθερου Πέδρο Πάμπλο Κουσίνσκι δεν έχουν πολλά να περιμένουν.

Η Επιτροπή Αλήθειας και Συμφιλίωσης (CVR) στην έκθεσή της το 2003 κατέδειξε ότι:

«Εφαρμόστηκε μια στρατηγική καταστολής δίχως διάκριση απέναντι σε ολόκληρους πληθυσμούς που θεωρούσαν ύποπτους ως συμπαθούντες ή μέλη του Φωτεινού Μονοπατιού. Τους απήγαγαν ή τους φυλάκιζαν για λίγες μέρες, τους βασάνιζαν, τους έκαιγαν ή τους πετούσαν από αεροσκάφη σε απόμακρες περιοχές, όπου ποτέ δεν θα μπορούσαν να βρουν τις σορούς τους».

Το 75% των θυμάτων ήταν ιθαγενείς Κέτσουα, το 56% αγρότες και το 68% φτωχοί.

«Η σύρραξη δεν θεωρήθηκε ως υπόθεση συνολικά του έθνους, αλλά κάποιων “υπανάπυκτων” περιοχών των Ανδεων, κάτι που δείχνει τον κρυμμένο ρατσισμό της κοινωνίας» γράφει η έκθεση.

«Αλλά αυτός ο ρατσισμός στάθηκε η ρίζα για να ανθήσει η σύρραξη: η ανισότητα λόγω κουλτούρας, γλώσσας, του τόπου όπου κατοικείς, της τάξης σου».

Κι αυτό κάθε άλλο παρά έχει αλλάξει στο Περού.

Σύμφωνα με την Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Comisedh, υπάρχουν περισσότεροι από 6.462 άτυποι τόποι ταφής στη χώρα.

Αλλά το 80% των υποθέσεων αγνοουμένων έχει μπει στο αρχείο.

Ο νέος νόμος εξουσιοδοτεί την Εισαγγελία να διατάσσει αυτεπάγγελτα την εκταφή και ταυτοποίηση λειψάνων και προβλέπει τη δημιουργία επίσημου μητρώου αγνοουμένων αλλά και σημείων ταφής και ένα επιχειρησιακό σχέδιο για την αναζήτησή τους.

Για να εφαρμοστεί ο νόμος απαιτούνται πολύ μεγαλύτερα κονδύλια και μέσα (το Ιατροδικαστικό Ινστιτούτο διαθέτει μόλις 20 ιατροδικαστές) αλλά και μια διαφορετική στρατηγική.

Κάτι που παρά τις προτάσεις τής CVR δεν έχει υιοθετηθεί.

Οπως άλλωστε έχουν αγνοηθεί οι συστάσεις του Συνηγόρου του Λαού -που εισηγήθηκε αυτό το σχέδιο νόμου- για ψυχοκοινωνική και υλική στήριξη των συγγενών των αγνοουμένων, οι οποίοι σύμφωνα με την έκθεση «πάσχουν σε μεγάλα ποσοστά από ψυχιατρικές διαταραχές, κατάθλιψη και άγχος, ενώ ζουν βυθισμένοι στη φτώχεια».

«Δεν μπορείς να οικοδομήσεις μια χώρα ηθικά υγιή και πολιτικά βιώσιμη πάνω στα θεμέλια της ατιμωρησίας. Στο Περού υπάρχει η εκπεφρασμένη πρόθεση να σβήσουν την Ιστορία. Σκόπιμα δεν έχουν εφαρμοστεί οι απαραίτητες πολιτικές: λόγω αδιαφορίας των αρχών, έλλειψης πολιτικής βούλησης, μη διάθεσης των απαραίτητων κονδυλίων και γιατί πάντα θεώρησαν ότι αυτό το τμήμα του πληθυσμού, οι ιθαγενείς φτωχοί αγρότες, δεν αξίζει την προσοχή του κράτους. Ακόμη και τώρα συνεχίζουν να τους τιμωρούν: σήμερα οι περιοχές που περισσότερο επλήγησαν από τη βία είναι ακόμη φτωχότερες από ό,τι στη διάρκεια της σύρραξης, κλέβοντας το μέλλον της νέας γενιάς αυτών των περιοχών» επισημαίνει ο νομικός Γιούμπερ Αλαρκόν που δούλεψε για τη CVR και συντρέχει θύματα της βίας.

Ολους αυτούς δηλαδή που δεν μπορούν να ελπίσουν πως ένα Κοινοβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία του κόμματος της αμετανόητης κόρης του δικτάτορα Φουχιμόρι θα προωθήσει την υπόθεσή τους, ούτε να προσδοκούν ότι ακόμη κι αν οριστικοποιηθεί η οριακή νίκη του Κουσίνσκι θα τους θέσει ως προτεραιότητα της ατζέντας του.