Η Μαρία Κορίνα Ματσάδο, ηγέτιδα της αντιπολίτευσης στη Βενεζουέλα και «εκλεκτή» του Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε διατεθειμένη να συναντηθεί με την προσωρινή πρόεδρο, Ντέλσι Ροδρίγκες, «αν είναι απαραίτητο», για να οριστεί «χρονοδιάγραμμα μετάβασης», ανέφερε χθες το γραφείο Τύπου της.
Η ακροδεξιά αντιπολιτευόμενη αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο να γίνουν τέτοιες συνομιλίες κατά τη διάρκεια συνέντευξης που παραχώρησε σε ΜΜΕ της Κολομβίας έναν μήνα μετά την απαγωγή και σύλληψη του προέδρου Νικολάς Μαδούρο από τον αμερικανικό στρατό.
«Αν είναι απαραίτητο να συζητήσουμε σε συνάντησή μας για να οριστεί το χρονοδιάγραμμα της μετάβασης, θα γίνει αυτό», είπε η Ματσάδο, σύμφωνα με απομαγνητοφωνημένες δηλώσεις της που δημοσιοποιήθηκαν από το γραφείο Τύπου της.
Κι αυτό παρότι θεωρεί την μεταβατική κυβέρνηση της Ροδρίγκες «μαφία», όπως δήλωσε.
Καθώς η κυβέρνηση του Αμερικανού προέδρου εξομαλύνει τις σχέσεις με αυτή της Βενεζουέλας, ο ρόλος της Ματσάδο παραμένει ακόμη απροσδιόριστος.
Αρχικά, ο Αμερικανός πρόεδρος έκρινε πως η αντιπολιτευόμενη δεν ήταν σε θέση να κυβερνήσει. Άλλαξε όμως τόνο σε έναν βαθμό αφού η Ματσάδο του χάρισε συμβολικά το μετάλλιο του Νόμπελ Ειρήνης που έλαβε στα μέσα Ιανουαρίου.
«Συζητάμε μαζί της, και θα μπορούσαμε ίσως να εξασφαλίσουμε πως θα συμμετάσχει (σ.σ. στη «μετάβαση») με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Θα μου άρεσε πολύ αν μπορούσε να γίνει αυτό», είπε πει ο Τραμπ έπειτα από συνάντησή της.
Ο Τραμπ αναμένεται να υποδεχθεί σήμερα τον πρόεδρο της Κολομβίας Γουστάβο Πέτρο. Η Ματσάδο απορρίπτει κάθε επαφή μαζί του αν προηγουμένως δεν απορρίψει τον «τσαβισμό» (σ.σ. την ιδεολογία του σοσιαλιστικού κόμματος της Βενεζουέλας, από το όνομα του θανόντα πρώην προέδρου Ούγκο Τσάβες).
Πάντως η ακροδεξιά ηγέτιδα, που ζει εκτός Βενεζουέλας από τον Δεκέμβριο, δεν έχει αποκλείσει το ενδεχόμενο να πάει στην Μπογοτά πριν από την επιστροφή της στη χώρα της, που παραμένει άγνωστο πότε θα γίνει.
Αφού δεν της επιτράπηκε η συμμετοχή στις προεδρικές εκλογές του 2024, που η αντιπολίτευση διατείνεται πως κέρδισε, η Ματσάδο δήλωσε πως πέρασε στην «παρανομία». Μπόρεσε να φύγει από τη χώρα και να πάει να παραλάβει το Νόμπελ στο Όσλο, προτού μεταβεί κατόπιν στις ΗΠΑ.
