ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Ηταν μια φιλική συνάντηση που επιβεβαίωσε τους ισχυρούς δεσμούς φιλίας ανάμεσα σε Κίνα και Βενεζουέλα. Σε καλούς και σε κακούς καιρούς!» έγραφε στο τελευταίο του μήνυμα σε κοινωνικά μέσα ο πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο μετά τις συνομιλίες του με απεσταλμένο του προέδρου Σι Τζινπίνγκ.

Οι καιροί που ήρθαν λίγες ώρες μετά, με την πρωτοφανή επίθεση του Τραμπ και την απαγωγή του προέδρου, δεν θα μπορούσαν να είναι χειρότεροι για τη χώρα, για τον κόσμο και για τις σχέσεις των δύο κρατών, που πλέον διαγράφονται εξαιρετικά επισφαλείς και πιθανή νέα αιτία αντιπαράθεσης ανάμεσα σε Κίνα και ΗΠΑ.

Ο αυτόκλητος

Ο νεο-ιμπεριαλισμός του Τραμπ επιδιώκει με όποιο τίμημα να «απαλλάξει» τη Λατινική Αμερική από οποιαδήποτε δύναμη θα μπορούσε να παρέμβει στα σχέδιά του και ιδίως θέλει να «εξαφανίσει» την Κίνα από την αμερικανική ήπειρο, μια επιδίωξη άμεσα εκφρασμένη στη νέα Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ.

Η επίθεση κατά της Βενεζουέλας είναι η πρώτη «πιλοτική δοκιμή» αυτής της στρατηγικής, που θα μπορούσε να επεκταθεί και σε άλλες χώρες της περιοχής με τη δύναμη του παραδείγματος προς αποφυγή, των απειλών ή της στρατιωτικής βίας.

Ο Τραμπ, αυτόκλητος «ύπατος διοικητής» της Βενεζουέλας, βεβαιώνει πως οι ΗΠΑ διαχειρίζονται τη χώρα και τα πετρέλαιά της «επ’ αόριστον» και ο «αντιβασιλέας» Μάρκο Ρούμπιο «διέταξε» την υπηρεσιακή πρόεδρο της Βενεζουέλας να διώξει συμβούλους από την Κίνα, να «διακόψει τους οικονομικούς δεσμούς» μαζί της και να «συνεργαστεί αποκλειστικά με τις ΗΠΑ στην παραγωγή πετρελαίου».

Αλλά ένα μέρος αυτού του αργού ανήκει στην Κίνα σύμφωνα με συμβόλαια που έχει υπογράψει με τη Βενεζουέλα εδώ και χρόνια. Βάσει αυτών οι κρατικές κινεζικές πετρελαϊκές China National Petroleum και η Sinopec δικαιούνται περισσότερα από 4,4 δισεκατομμύρια βαρέλια βενεζουελάνικου πετρελαίου, τη μεγαλύτερη ποσότητα από οποιαδήποτε άλλη χώρα σύμφωνα με τη Morgan Stanley.

Η Κίνα είναι ο βασικός εισαγωγέας αργού και ο κύριος πιστωτής της χώρας. Εισάγει κάπου το 80% του βενεζουελάνικου πετρελαίου υπερβαίνοντας τις αμερικανικές κυρώσεις. Στο διάστημα 2000-2003 η Βενεζουέλα έλαβε δάνεια ύψους 106 δισ. δολαρίων από το Πεκίνο, σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο του Πανεπιστημίου William & Mary της Βιρτζίνια AidData, το οποίο εκτιμά πως σήμερα το χρέος προς την Κίνα παραμένει στα 10 δισ. δολάρια, ενώ το Forbes το ανεβάζει στα 17-19 δισ.

Πρόκειται για δάνεια που αποπληρώνονταν κυρίως με εξαγωγές πετρελαίου προς την Κίνα και από το 2018 πληρώνονται σε γουάν κι όχι σε δολάρια σημαίνοντας συναγερμό στην Ουάσινγκτον. Μπορεί αυτές οι εξαγωγές να εκπροσωπούν μόνο το 4% των κινεζικών αναγκών, αλλά ο περιορισμός ή η παύση τους θα σήμαινε αδυναμία της Βενεζουέλας να αποπληρώσει τα χρέη της.

Διμερείς σχέσεις

Αυτό θα αποτελούσε προοίμιο για το τι μπορεί να συμβεί και με τις υπόλοιπες κινεζικές επενδύσεις στη χώρα, αλλά και στη Λατινική Αμερική όπου η Κίνα δραστηριοποιείται και σε ορυχεία, τηλεπικοινωνίες, λιμάνια, σιδηροδρόμους και άλλες υποδομές. Η Κίνα αποτελεί βασική αγορά για τις εξαγωγές από Βραζιλία, Χιλή, Ουρουγουάη και δεύτερο εμπορικό εταίρο για πολλές από τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής.

Το εμπόριο Λατινικής Αμερικής και Καραϊβικής – Κίνας έφτασε το 2024 τα 500 δισεκατομμύρια δολάρια (από 12 το 2000). Ηδη 22 χώρες της περιοχής συμμετέχουν στο μεγαλόπνοο κινεζικό σχέδιο «Νέοι Δρόμοι του Μεταξιού», μια πρωτοβουλία που βρίσκεται στο στόχαστρο του Τραμπ.

Είναι ενδεικτικό πως ο Παναμάς αποχώρησε στις αρχές του 2025 έπειτα από τις αμερικανικές απειλές για «ανάκτηση» της Διώρυγας, ο Μιλέι στην Αργεντινή απέρριψε διαστημική συνεργασία με την Κίνα για να μπορέσει να πάρει το σωσίβιο των 20 δισ. δολαρίων του Τραμπ, η Βολιβία της συντηρητικής παλινόρθωσης επαναδιαπραγματεύεται τις συμβάσεις με κινεζικές εταιρείες για το λίθιο προς όφελος των αμερικανικών και ο υποψήφιος του Τραμπ στην Ονδούρα, που εν μέσω διαμαρτυριών για νοθεία αναδείχτηκε νικητής, ανακοίνωσε πως θα αναγνωρίσει την Ταϊβάν σε βάρος της Κίνας.

Μπορεί οι ΗΠΑ να θέλουν να εγκαταλείψει η Κίνα όλα αυτά τα περιουσιακά στοιχεία, τις επενδύσεις και τις σχέσεις που έχει οικοδομήσει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ο ασιατικός γίγαντας θα συμφωνήσει και μάλιστα αμαχητί.

Από την πρώτη στιγμή το Πεκίνο τόνισε ότι δεν αποδέχεται τις ΗΠΑ ως σερίφη ούτε ως δικαστή του πλανήτη, ενώ προειδοποίησε πως «η Κίνα έχει νόμιμα συμφέροντα και το δικαίωμα να τα υπερασπιστεί. Ανεξάρτητα από το πώς θα εξελιχθεί η πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα, η βούληση της Κίνας για βάθεμα της διμερούς οικονομικής και εμπορικής συνεργασίας δεν θα αλλάξει».

Προς το παρόν οι «κόκκινοι καπιταλιστές» μάλλον τηρούν στάση αναμονής. Οι περισσότεροι αναλυτές δεν πιστεύουν πως θα υπάρξουν επιθετικές και υπερβολικές αντιδράσεις βραχυπρόθεσμα, αλλά κάποια στιγμή το Πεκίνο θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά του σε αυτήν την περιοχή που είναι κλειδί για το μέλλον του παγκόσμιου εμπορίου λόγω της πρόσβασής της στον Ειρηνικό και του ρόλου της ως γέφυρας μεταξύ Ευρώπης, Αφρικής και Ασίας.

Οι σπάνιες γαίες

Εχει τα εργαλεία για να το κάνει: από δασμούς, περιορισμούς σε εξαγωγές σπάνιων γαιών και παύση αγοράς αμερικανικής σόγιας ώς και δισ. δολάρια αμερικανικών ομολόγων που θα μπορούσε να ρίξει στην αγορά οδηγώντας σε μείωση της αξίας τους και πλήττοντας τα δημοσιονομικά και την αξιοπιστία των ΗΠΑ στις αγορές. Και είναι πιο έτοιμη να απορροφήσει τους κραδασμούς ενός εμπορικού πολέμου.

Ωστόσο, κατά τον κοινωνιολόγο Ανίμπαλ Γκαρσόν, συγγραφέα του βιβλίου «BRICS: η μετάβαση προς μια εναλλακτική παγκόσμια τάξη», η Κίνα δεν ενδιαφέρεται να αντιπαρατεθεί έντονα με τις ΗΠΑ για τη Λατινική Αμερική και πιθανόν να τους την «αφήσει», στον βαθμό που θα μπορεί να συνεχίσει τις δουλειές της σε Ασία και Αφρική.

«Είναι πιθανόν να γίνει αυτή η διανομή ηπείρων όπου η Κίνα θα διαπραγματευτεί αλλά δεν θα διεισδύσει περισσότερο στην αμερικανική ήπειρο, με αντάλλαγμα ότι η Ασία θα είναι «δική» της, περιλαμβανομένης της Ταϊβάν. Αν οι ΗΠΑ δεν εμπλακούν στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, στην Ταϊβάν ή δεν αυξήσουν την επιθετικότητά τους στον Ειρηνικό, δεν θα υπάρχει πρόβλημα» εκτιμά ο Γκαρσόν.