Τι ακριβώς εννοεί ο Τραμπ όταν λέει ότι οι ΗΠΑ θα πάρουν πίσω τα πετρέλαια που τους έκλεψαν οι κυβερνήσεις του Ούγκο Τσάβες (2002-2013) και του Νικολάς Μαδούρο (2013-2026); Προφανώς πιστεύει ότι η εθνικοποίηση των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων, που δρομολογήθηκε το 2002, ήταν «κλοπή» εις βάρος των αμερικανικών εταιρειών που τις εκμεταλλεύονταν.
Καταρχάς η εθνικοποίηση ξεκίνησε πολύ νωρίτερα, το 1977, στο κλίμα ανασφάλειας που επικράτησε μετά τη διεθνή πετρελαϊκή κρίση του 1973. Μέχρι τότε αλώνιζαν στη Βενεζουέλα αμερικανικές θυγατρικές της Exxon Corporation, της Gulf Oil Corporation και της Mobil Oil Corporation, οι οποίες εκείνη την εποχή είχαν επενδύσει περισσότερα από πέντε δισεκατομμύρια δολάρια στον κλάδο.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Τσάβες εκμεταλλεύτηκε την ιλιγγιώδη άνοδο των τιμών του μαύρου χρυσού για να χρηματοδοτήσει προγράμματα κατά του αναλφαβητισμού, της φτώχειας, της ανεργίας και της κοινωνικής ανισότητας. Το έκανε με πείσμα και μέθοδο, βγάζοντας μεγάλο τμήμα του λαού στο ξέφωτο της ελπίδας. Δεν προνόησε όμως για την επόμενη μέρα. Ενώ οι τιμές άρχισαν διεθνώς να πέφτουν, οι μέθοδοι εξόρυξης στη Βενεζουέλα παρέμεναν ξεπερασμένες, οι εγκαταστάσεις σάπιζαν και η παραγωγικότητα του σχετικά μέτριας ποιότητας βενεζουελάνικου πετρελαίου έφθινε.
Οι οικονομικές κυρώσεις από τις ΗΠΑ επιδείνωσαν την κατάσταση και τα κοινωνικά επιτεύγματα της «βολιβαριανής επανάστασης» (από τον γεννημένο στο Καράκας το 1783 Λατινοαμερικάνο επαναστάτη Σιμόν Μπολιβάρ) συρρικνώθηκαν, με αποκορύφωμα την πληθυσμιακή αιμορραγία.
Τα τελευταία δέκα χρόνια περσσότεροι από οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι εγκατέλειψαν τη Βενεζουέλα ανηφορίζοντας τον Γολγοθά της μετανάστευσης που οδηγεί στην Κολομβία, τη Βραζιλία, τις ΗΠΑ, την Ισπανία και αλλού. Τους διώχνουν η οικονομική ύφεση, η διαφθορά, η εγκληματικότητα, ο υπερπληθωρισμός, οι ελλείψεις σε βασικά αγαθά, ο υποσιτισμός, οι παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η λογοκρισία και η καταστολή των αντικαθεστωτικών.
Δισεκατομμύρια στο άγνωστο
Απέναντι στα όνειρα για νέα λεηλασία του ορυκτού πλούτου της Βενεζουέλας υψώνεται η πραγματικότητα. Και δίπλα της η έλλειψη σχεδίου.
«Δεν είναι σαφές ότι υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο πέρα από τη βασική απόφαση ότι, σε ένα καθεστώς μετά τον Μαδούρο που θα τα βρει με τον Τραμπ, οι αμερικανικές εταιρείες -ενεργειακές και άλλες- θα είναι οι πρώτες που θα επιστρέψουν» δήλωσε στο POLITICO ο Μπομπ Μακνάλι, πρώην σύμβουλος του προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου. Αλλά πρόσθεσε: «Το πώς θα μοιάζει το καθεστώς και ποια είναι τα σχέδια για να φτάσουμε ώς εκεί, αυτά δεν έχουν ακόμη πλήρως διαμορφωθεί».
Ολο το σκηνικό είναι στον αέρα. Στελέχη της αμερικανικής βιομηχανίας ανησυχούν για το κατά πόσον η κυβέρνηση Τραμπ εγγυάται την ασφάλεια εργαζομένων και μηχανημάτων, πώς θα πληρώνονται οι εταιρείες και αν οι τιμές του πετρελαίου θα αυξηθούν αρκετά ώστε το βενεζουελάνικο αργό να είναι κερδοφόρο.
«Θα επιδιορθώσουμε τις πετρελαϊκές υποδομές, κάτι που απαιτεί δισεκατομμύρια δολάρια, τα οποία θα πληρωθούν απευθείας από τις πετρελαϊκές εταιρείες», είπε ο Τραμπ. «Θα αποζημιωθούν για όσα κάνουν και θα κάνουμε το πετρέλαιο να ρέει».
Λόγια του αέρα – προς το παρόν. «Οι σχετικές επαφές της κυβέρνησης με στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών παραμένουν στην καλύτερη περίπτωση σε εμβρυακό στάδιο», αποκάλυψε μιλώντας ανωνύμως στο POLITICO ένα στέλεχος του κλάδου.
Αποκάλυψε μάλιστα ότι κάποιοι γνώριζαν νωρίτερα αυτό που ο πλανήτης έμαθε τα ξημερώματα του περασμένου Σαββάτου: «Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για αλλαγή καθεστώτος στη Βενεζουέλα, υπήρξαν επαφές. Αλλά ήταν σποραδικές και έγιναν μάλλον χλιαρά δεκτές από τη βιομηχανία».
