Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Αμερικανός συγγραφέας Ο. Χένρι στο μυθιστόρημά του «Λάχανα και Βασιλιάδες» (εκδ. Αστάρτη), γράφοντας για μια φανταστική χώρα που εμπνεύστηκε κατά την παραμονή του στην Ονδούρα, χρησιμοποίησε για πρώτη φορά τον όρο «δημοκρατία της μπανάνας» για να περιγράψει τις μικρές χώρες της Κεντρικής Αμερικής που παύουν να είναι κυρίαρχες μόλις «εμφανιστεί σιωπηλά ένα τεράστιο πάνοπλο πλοίο» κάποιας μεγάλης δύναμης. Αν τότε αυτές οι «δημοκρατίες» ορίζονταν από τους αμερικανικούς κολοσσούς της μπανάνας, σήμερα προσδιορίζονται από τον βαθμό υποταγής τους στον «πλανητάρχη» και τους επίλεκτους επιχειρηματίες του. Με το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ ετοιμοπόλεμο στις ακτές της Καραϊβικής και τις απειλές του Τραμπ σε περίπτωση επιλογής «λάθους» προέδρου, οι εκλογές της 30ής Νοεμβρίου σηματοδοτούν την επιστροφή της Ονδούρας στο παρελθόν της ως «μπανανίας».
Με καταμετρημένο το 57% των ψήφων ο επίλεκτος του Τραμπ, επιχειρηματίας Νάσρι «Τίτο» Ασφούρα, του υπερσυντηρητικού Εθνικού Κόμματος (που στις περισσότερες δημοσκοπήσεις ερχόταν στην τρίτη θέση) φερόταν ως αργά χθες πρώτος με 39,91% σε «τεχνική ισοπαλία» με μόλις 515 ψήφους διαφορά από τον Σαλβαδόρ Νασράλα του Φιλελεύθερου Κόμματος που βρισκόταν στο 39,89%. Ενώ μακράν στην τρίτη θέση ακολουθούσε η υποψήφια του κυβερνώντος κεντροαριστερού Libre, Ρίξι Μονκάδα, με 19,18%.
Εν μέσω καταγγελιών για νοθεία ήδη κατά τη διάρκεια της προεκλογική εκστρατείας και από τις τρεις κύριους διεκδικητές της προεδρίας, η κατάσταση μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα με… αμερικανικό μηχανισμό που έθεσε σε τροχιά ο Ντόναλντ Τραμπ με την κυνική του παρέμβαση στην εκλογική διαδικασία. Λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές επιδόθηκε σε ένα παραλήρημα αναρτήσεων, δηλώσεων και απειλών για να επιβάλει τον «υποψήφιό» του. Δηλώνοντας πως σε αυτές «διακυβεύεται η δημοκρατία» στην Ονδούρα γιατί –λέει– «ο Μαδούρο και οι ναρκω-τρομοκράτες του θα μπορούσαν να καταλάβουν κι άλλη χώρα, όπως έκαναν με την Κούβα, τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα», παρουσίασε τον Ασφούρα ως τον μόνο φίλο με τον οποίο θα μπορούσε να δουλέψει «για να πολεμήσουμε τους ναρκω-κομμουνιστές», ξεκαθαρίζοντας πως δεν μπορεί να συνεργαστεί με τους «κομμουνιστές» της Μονκάδα, αλλά ούτε και με τον συντηρητικό Νασράλα, τον οποίο χαρακτήρισε «σχεδόν κομμουνιστή».
Οι τραμπικοί ναρκέμποροι
Απείλησε μάλιστα πως αν εκλεγεί «λάθος πρόεδρος» θα κοπεί η οικονομική βοήθεια προς αυτή τη χώρα που βρισκόταν πάντα υπό αμερικανική κηδεμονία και τόλμησε να την αμφισβητήσει με την τετραετία της απερχόμενης προέδρου Χιομάρα Κάστρο (έπειτα από έναν αιώνα δικομματισμού) και τη σύντομη θητεία του συζύγου της και ηγέτη του Libre, πρώην προέδρου Χουάν Μανουέλ Σελάγια, που ανατράπηκε το 2009 με πραξικόπημα.
Η Ουάσινγκτον έχει προασπιστεί με κάθε μέσο τα συμφέροντά της στη χώρα, που θεωρείται στρατηγική για να διατηρήσει την επιρροή της στην Κεντρική Αμερική. Τη δεκαετία του 1980 έχτισε εκεί το στρατιωτικό σύμπλεγμα της Παλμερόλα, που ήταν η επιμελιτειακή βάση για την ανάπτυξη των στρατευμάτων της στη «μάχη κατά του κομμουνισμού» στην περιοχή, και σήμερα χρησιμοποιείται σε επιχειρήσεις κατά των ναρκεμπόρων και του οργανωμένου εγκλήματος.
Ωστόσο, προς το παρόν οι μόνοι εμπλεκόμενοι με τα ναρκωτικά δεν είναι οι ανύπαρκτοι κομμουνιστές, αλλά το Εθνικό Κόμμα του Ασφούρα, του οποίου ο πρώην ηγέτης και πρώην πρόεδρος της χώρας Χουάν Ορλάντο Ερνάντες (2014-2022) καταδικάστηκε στις ΗΠΑ σε κάθειρξη 45 ετών για τρεις κατηγορίες που σχετίζονται με το ναρκεμπόριο. Οπως αποδείχθηκε στη δίκη, έπαιρνε τεράστια ποσά από τον αρχηγό του καρτέλ της Σιναλόα, τον «Τσάπο» Γκουσμάν, με αντάλλαγμα να του παράσχει ασφαλή οδό διακίνησης ναρκωτικών, έχοντας βοηθήσει να μπουν στις ΗΠΑ περισσότεροι από 500 τόνοι κοκαΐνης. Και επειδή δύσκολα μπορούσε να υψώσει τη σημαία της μάχης κατά του «ναρκω-κομμουνισμού» ένας υποψήφιος του οποίου ο πολιτικός μέντορας είναι ναρκέμπορας, ο Τραμπ αμνήστευσε τον Ερνάντες υποστηρίζοντας πως η κυβέρνηση Μπάιντεν του είχε στήσει παγίδα και δεν ήταν δίκαιη η δίκη του.
Πρώτα τα αμερικανικά συμφέροντα
Υπάρχει όμως κι άλλος λόγος που ο Τραμπ υπονόμευσε το αφήγημά του περί πολέμου κατά των ναρκωτικών αμνηστεύοντας τον Ερνάντες και στηρίζοντας τον διεφθαρμένο (κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση 1,2 εκατ. δολαρίων από τα δημόσια ταμεία) δελφίνο του, Ασφούρα. Ο Ερνάντες έχει πολλούς φίλους στο κίνημα MAGA και ανάμεσα στην ελευθεριακή Δεξιά της Σίλικον Βάλεϊ, που επωφελήθηκαν πολύ από τα ακραία νεοφιλελεύθερα σχέδια που εφάρμοσε ως πρόεδρος. Ιδίως από τη δημιουργία των ZEDE (ζώνες απασχόλησης και οικονομικής ανάπτυξης): ένα από τα πιο ριζοσπαστικά πειράματα παραχώρησης εθνικής κυριαρχίας σε ξένες πολυεθνικές από την εποχή που η χώρα ήταν οικονομικός θύλακος της United Fruit.
Με τη συμβουλή του Αμερικανού νεοσυντηρητικού Μαρκ Κλούγκμαν (κειμενογράφος του Ρόναλντ Ρίγκαν), ο Ερνάντες παραχώρησε τον έλεγχο μεγάλων τμημάτων της χώρας στις πολυεθνικές για να δημιουργήσουν μικρά κράτη εν κράτει, όπου οι τεχνολογικοί κολοσσοί που τις χρηματοδοτούν λειτουργούν με πλήρη αυτονομία. Μία από αυτές τις ZEDE είναι η πιλοτική πόλη της Πρόσπερα, την οποία χρηματοδότησαν οι γκουρού της τεχνολογίας Πίτερ Τίελ, Μαρκ Αντρίσεν και Σαμ Αλτμαν και η οποία λειτουργεί σαν κυρίαρχη οντότητα: δεν πληρώνει φόρους, θεσπίζει δική της εργασιακή και περιβαλλοντική «νομοθεσία», έχει δικά της Κέντρα Διαιτησίας αντί για δικαστήρια.
Η κυβέρνηση της Χιομάρα Κάστρο επιχείρησε να ανακτήσει τον έλεγχο της περιοχής και σήμερα είναι αντιμέτωπη με μια αγωγή που κατέθεσαν οι τρεις δισεκατομμυριούχοι ζητώντας αποζημίωση ίση με το 31% του ΑΕΠ της χώρας. Μόνο μια κυβερνητική αλλαγή, και μάλιστα υπό τα ηνία του διαδόχου του Ερνάντες, του Ασφούρα, θα μπορούσε να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη συνέχεια αυτού του σχεδίου.
Τα πολεμικά πλοία του Τραμπ, οι παραινέσεις και οι απειλές του στάθηκαν καταλυτικά για ψηφοφόρους που έφτασαν στις κάλπες με νωπές τις μνήμες του πραξικοπήματος του 2009 και συσσωρευμένα πολύχρονα προβλήματα, που δεν κατάφερε να λύσει στην προεδρία της η Χιομάρα Κάστρο.
