ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οποια κι αν είναι η έκβαση του πρώτου γύρου των προεδρικών και βουλευτικών εκλογών στη Χιλή την προσεχή Κυριακή 16 Νοεμβρίου, η ισχυρή Δεξιά της χώρας δεν έχει μεγάλη αγωνία, αφού κάποια έκφρασή της θα περάσει σίγουρα στον δεύτερο γύρο όπου, αν ισχύσουν οι δημοκοπικές προβλέψεις, Δεξιά και Ακροδεξιά θα συστρατευτούν σε κοινό μέτωπο κατά της πιθανότητας μιας ακόμη προοδευτικής διακυβέρνησης.

Πόσο μάλλον όταν απέναντί τους έχουν μια κομμουνίστρια υποψήφια, τη Γιανέτ Χάρα, η οποία παρότι είναι επικεφαλής ενός κεντροαριστερού συνασπισμού και έχει μάλιστα διαφοροποιηθεί από θέσεις του κόμματός της, αποτελεί κόκκινο πανί για την ανερχόμενη και δυναμική ακροδεξιά σκηνή.

Είναι η πρώτη φορά μεταπολιτευτικά που δύο ακροδεξιοί υποψήφιοι, υποστηρικτές της δικτατορίας του Πινοτσέτ, εκτοπίζουν την παραδοσιακή Δεξιά και διαγκωνίζονται διεκδικώντας μια θέση στον δεύτερο γύρο της 14ης Δεκεμβρίου.

Ο μέσος όρος των τελευταίων δημοσκοπήσεων δίνει στην 51χρονη υποψήφια της κυβερνητικής συμμαχίας 28,5%, με δεύτερο τον ακροδεξιό Χοσέ Αντόνιο Καστ του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, με 19,9%, και τρίτο τον ακόμη πιο εξτρεμιστή Γιοχάνες Κάισερ –και μεγάλη έκπληξη αυτών των εκλογών: με 15,6% εκθρόνισε την υποψήφια της παραδοσιακής Δεξιάς (που πλέον έχει κλίνει προς τα δεξιότερα, παρότι θέλει να εμφανίζεται «κεντρώα») Εβελιν Ματέι από την τρίτη στην τέταρτη θέση με ένα 14%.

Εγκληματικότητα και μετανάστευση

Η Χάρα, που επί κυβέρνησης της Μισέλ Μπατσελέτ ήταν υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας και από το 2022 ανέλαβε υπουργός Εργασίας του Μπόριτς, κατάφερε να υιοθετηθεί μια ιστορική συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, να εγκριθούν νόμοι προστασίας της εργασίας, μείωσης των ωρών της στις 40 την εβδομάδα και αύξηση του ελάχιστου μισθού στα περίπου 500 δολάρια.

Αλλά με την εγκληματικότητα και τη μετανάστευση ως βασικές ανησυχίες των πολιτών, οι αντίπαλοί της, που έχουν αυτά τα θέματα για βούτυρο στο ψωμί της αδιαλλαξίας τους, προτείνουν σκληρά μέτρα, στρατιωτικοποίηση και επιδρομές, απελάσεις, στρατόπεδα κράτησης, φράκτες και χαρακώματα, περισσότερες φυλακές κι αυστηρότερες ποινές, ελπίζοντας να κεφαλαιοποιήσουν την ανασφάλεια των πολιτών και τη δυσαρέσκεια γιατί η «κυβέρνησή της», όπως λένε, δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα.

Πολλοί αναρωτιούνται πώς γίνεται έπειτα από μια τόσο σκληρή δικτατορία, τα πολυάριθμα δυναμικά κινήματα αλλά και την κοινωνική έκρηξη του 2019 εναντίον των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που επαγγέλλονται οι ακροδεξιοί προεδρικοί υποψήφιοι, να είναι αυτοί οι ίδιοι που φέρονται πως θα καθορίσουν το μέλλον της Χιλής. Ομως στην πραγματικότητα, στη Χιλή δεν υπήρξε στην ουσία αποχουντοποίηση· οι νοσταλγοί ενός «αυταρχικού ηγέτη» που με σιδερένια πυγμή θα διέλυε το «χάος» των δημοκρατικών διεκδικήσεων, κάθε άλλο παρά «σταγονίδια» ήταν και είναι, αντίθετα αυξάνονταν μαζί με την κοινωνική ανασφάλεια, την ανεργία, τις μεταναστευτικές ροές και την εγκληματικότητα, υποπροϊόντα όλα τους της κρίσης.

Κι είναι αυτοί που αποτελούν μια σταθερή και αυξανόμενη βάση της πιο αντιδραστικής Δεξιάς, ενθαρρυμένης από τις νίκες της σε πολλές γωνιές του κόσμου.

Δεν είναι συμπτωματικό που ένα ιστορικά υψηλό 23% δηλώνει ότι υπό ορισμένες συνθήκες ένα αυταρχικό καθεστώς είναι προτιμότερο από ένα δημοκρατικό. Και πως οι θεσμοί που λιγότερο εμπιστεύονται είναι τα πολιτικά κόμματα (8%) και το Κογκρέσο (4%).

Επιπλέον, αυτή είναι μια πολύ διαφορετική συγκυρία από εκείνη των προεδρικών εκλογών του 2021 που έφεραν στην εξουσία τη λεγόμενη «ανανεωτική» Αριστερά. Η εξέγερση του 2019, όπου ο Γκαμπριέλ Μπόριτς μετείχε ενεργά, ήταν πολύ νωπή. Το αίτημα για ένα νέο Σύνταγμα είχε δρομολογηθεί με μια συμφωνία με τα παραδοσιακά κόμματα, ώστε να εκτονωθεί η έκρυθμη κατάσταση: έναν συμβιβασμό, που όμως στάθηκε η απαρχή μιας νέας οργάνωσης των πολιτών, που έσπευσαν στις κάλπες δύο χρόνια αργότερα για να προασπίσουν τη δυνατότητα που ανοιγόταν μπροστά τους για μια πιο δημοκρατική διακυβέρνηση.

Τότε, στον πρώτο γύρο ο Χοσέ Αντόνιο Καστ ήρθε πρώτος με 27,91%, ενώ δεύτερος ήρθε ο υποψήφιος της κεντροαριστεράς Μπόριτς με 25,83%. Στον δεύτερο γύρο υπήρξε μια δημοκρατική συστράτευση ώστε να αποτραπεί να φτάσει στην προεδρία ένας πολιτικός νοσταλγός των χειρότερων ημερών που γνώρισε η χώρα, έτσι που ο 36χρονος Μπόριτς κέρδισε με 55,87%. Ομως σήμερα η συμμαχία του Μπόριτς δεν εκπροσωπεί πλέον τα κινήματα αλλά μια κυβέρνηση που κλήθηκε να διαχειριστεί πολλαπλές κρίσεις –κάποιες με λιγότερη επιτυχία από κάποιες άλλες– και έχει την τάση φθοράς που παρουσιάζουν τα περισσότερα κυβερνητικά σχήματα.

Η υποχρεωτική ψήφος

Τότε όμως η ψήφος δεν ήταν υποχρεωτική, ενώ αυτές είναι οι πρώτες προεδρικές εκλογές που γίνονται μετά την επαναφορά της υποχρεωτικής ψήφου. Αν στις προηγούμενες εκλογές συμμετείχαν κάπου επτά εκατομμύρια ψηφοφόροι, τώρα το εκλογικό σώμα είναι διπλάσιο, με 15,8 εκατομμύρια.

Και είναι άγνωστο, και τεράστιας βαρύτητας, το πώς θα ψηφίσει αυτό το νέο εκλογικό σώμα, αποτελούμενο κυρίως από νέους και λαϊκά στρώματα που δεν πήγαιναν στην κάλπη όταν η ψήφος δεν ήταν υποχρεωτική.

Αν πιστέψει κανείς τις δημοσκοπήσεις, οι υποψηφιότητες που αντιτίθενται στην κυβέρνηση θα είναι εκείνες που θα κερδίσουν τους περισσότερους από τους νέους ψηφοφόρους. Αυτό έδειξε και έρευνα του Πάνελ Πολιτών: ανάμεσα στους συνήθεις ψηφοφόρους τα ποσοστά στήριξης του Καστ, του Κάισερ και της Ματέι είναι παρόμοια, γύρω στο 15%. Αλλά ανάμεσα στους «εξαναγκασμένους ψηφοφόρους», όπως τους αποκαλούν, ο Καστ εκτοξεύεται στο 27%.

Αντίθετα, στην περίπτωση της Χάρα, οι συνήθεις ψηφοφόροι τη στηρίζουν κατά 34%, ενώ αυτοί που πάνε στις κάλπες επειδή υποχρεώνονται, μόνο κατά 15%.

Σε μια κοινωνία όπου σε μεγάλα στρώματα επικρατούν αποστασιοποίηση και απολιτικοποίηση, η υποχρεωτική ψήφος εκδηλώνεται με μια ευκαιριακή ψήφο ανθρώπων που στην πραγματικότητα δεν ενδιαφέρονται και τόσο για το ποιον θα ψηφίσουν, έγραφε η ερευνήτρια Κάτια Αραούχο. Κι είναι αυτή η ευκαιριακή ψήφος που θα καθορίσει πολλά στις εκλογές και στη μελλοντική προεδρία της Χιλής.