Η νέα εκδοχή του αποκαλούμενου αμερικανικού «πολέμου κατά των ναρκωτικών στη Νότια Αμερική» ξεκινά με ένα καινούργιο και άκρως επικίνδυνο επεισόδιο στην περιοχή. Η επικείμενη άφιξη του πιο ισχυρού και τεχνολογικά προηγμένου αεροπλανοφόρου των ΗΠΑ στην Καραϊβική, του «Τζέραλντ Φορντ», προμηνύει μια επέκταση των επιχειρήσεων (ακόμη και των χερσαίων επιθέσεων) από την Ουάσινγκτον και σηματοδοτεί την ξεκάθαρη πρόθεση των ΗΠΑ για καθεστωτική αλλαγή στη Βενεζουέλα με κάθε τίμημα.
Στην περιοχή έχει αναπτυχθεί η μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική δύναμη των τελευταίων δεκαετιών, με τον Economist να εκτιμά πως περισσότερο από το 10% των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων που επιχειρούν αυτή τη στιγμή είναι συγκεντρωμένο στην Καραϊβική, στην περιοχή που ελέγχει η Νότια Διοίκηση (U.S. Naval Forces Southern Command – USNAVSO). Ηδη βρίσκονται εκεί 10.000 (οι μισοί στο Πουέρτο Ρίκο περιμένοντας εντολές) και μια τεράστια αρμάδα, συμπεριλαμβανομένων ενός πλοίου αμφίβιων επιθέσεων φορτωμένο με πεζοναύτες, ενός καταδρομικού και τριών αντιτορπιλικών με κατευθυνόμενους πυραύλους, ενός πυρηνοκίνητου υποβρυχίου, ενός πλοίου των ειδικών επιχειρήσεων, drones, ελικοπτέρων και 10 μαχητικών αεροσκαφών F-35, ενώ βομβαρδιστικά B-1 (που μπορούν να μεταφέρουν το μεγαλύτερο μη πυρηνικό φορτίο) και B-52 πετούν κοντά στον εναέριο χώρο της Βενεζουέλας.
Είναι αστείο να πιστεύει κανείς πως όλα αυτά γίνονται για να «σταματήσουν τη ροή ναρκωτικών προς τις ΗΠΑ», έχοντας βομβαρδίσει ώς τώρα 15 πλοιάρια υποτιθέμενων ναρκεμπόρων χωρίς να προσκομίσουν καμία απόδειξη (και σκοτώνοντας περισσότερους από 60 ανθρώπους) την ώρα που στους αμερικανικούς δρόμους κυκλοφορούν τόνοι επί τόνων ναρκωτικών. Πόσο μάλλον όταν έγκριτα ιδρύματα όπως το Διεθνές Κέντρο Ερευνας και Ανάλυσης κατά του Θαλάσσιου Ναρκεμπορίου εκτιμούν πως τα ναρκωτικά που διακινούνται στις ΗΠΑ μέσω Βενεζουέλας είναι κάπου το 8% του συνόλου.
Το «μυστικό» φανερώθηκε
Η δημόσια επιβεβαίωση του Τραμπ πως έχει διατάξει τη CIA να προχωρήσει σε ακόμα μία μυστική (πλέον φανερή) επιχείρηση κατά του προέδρου Νικολάς Μαδούρο σε συνδυασμό με την αποστολή του «Τζέραλντ Φορντ», δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολιών για την επιδίωξη καθεστωτικής αλλαγής στη Βενεζουέλα. Το «αστέρι» του αμερικανικού στόλου που καταφτάνει συνοδεία κι άλλων πολεμικών πλοίων και περισσότερων από 4.000 ένστολων, μπορεί να μεταφέρει τουλάχιστον 90 πολεμικά αεροσκάφη και ελικόπτερα. Εκεί αναμένεται, όπως γράφουν στρατιωτικοί αναλυτές, να διεξαγάγει επίγειες επιθέσεις και να προσφέρει αεροπορική υποστήριξη σε ειδικές επιχειρήσεις των στρατευμάτων.
Οι επιθέσεις σε στόχους στην ξηρά δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Ο ίδιος ο Τραμπ τις ανακοίνωσε λέγοντας πως τώρα που σχεδόν εκμηδένισαν τις θαλάσσιες διαδρομές των ναρκωτικών, θα σταματήσει και τις χερσαίες. Μετά τον σάλο που προκλήθηκε από τις δηλώσεις του και τις διαρροές σε διεθνή ΜΜΕ πως ετοιμάζει επιθέσεις κατά στρατιωτικών στόχων και υποδομών στη Βενεζουέλα, τις πήρε πίσω, σε μια από τις συνήθεις αυτοαναιρέσεις του.
Κι έπειτα, σε ερωτήσεις κατά τη διάρκεια συνέντευξής του στο CBS την Κυριακή αρνήθηκε μεν να απαντήσει αν θα διατάξει χερσαίες επιθέσεις («Δεν θα πω σε δημοσιογράφο αν θα χτυπήσω ή όχι») αλλά δήλωσε πως δεν ξέρει («Δεν νομίζω, αλλά μας απειλούν σοβαρά») αν οι ΗΠΑ θα πήγαιναν σε πόλεμο με τη Βενεζουέλα, παρ’ όλο που προειδοποίησε πως οι μέρες του Μαδούρο είναι μετρημένες.
Είναι πολύ το πετρέλαιο
Ο Τραμπ στρατιωτικοποιεί την εξωτερική πολιτική απέναντι στη Βενεζουέλα, που διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο αλλά και είναι πλούσια σε χρυσό, σίδηρο, βωξίτη, κολτάνιο και αποθέματα πόσιμου νερού. Ομως, καθώς η Ιστορία διδάσκει αλλά δεν έχει μαθητές, όπως έλεγε ο Γκράμσι, ο Τραμπ δεν έμαθε τίποτα από την πρόσφατη Ιστορία, όπως π.χ. από την ήττα του το 2019 όταν προσπάθησε να υποκινήσει ένα (αποτυχημένο) πραξικόπημα εναντίον του Μαδούρο, συσπειρώνοντας και αυξάνοντας τη βάση του.
«Αυτή η πολιτική αλλαγής καθεστώτος είναι γεμάτη με πολλές αντιφάσεις και ασυνέπειες που είναι πιθανό να την καταδικάσουν», σημείωνε ο Μαξ Μπουτ στην Washington Post. «Για παράδειγμα, αν οι επιθέσεις στα πλοιάρια υποτίθεται ότι γίνονται και για να στερήσουν από τον Μαδούρο έσοδα από το λαθρεμπόριο ναρκωτικών, τότε γιατί η κυβέρνηση Τραμπ ενέκρινε άδεια για να αντλεί η Chevron πετρέλαιο στη Βενεζουέλα, βοηθώντας τη χρηματοδότηση του καθεστώτος που μισεί;».
Σήμερα υπάρχει μια συγκυρία όπου συγκλίνουν πολλές από τις επιδιώξεις που κυκλοφορούν στους διαδρόμους του Λευκού Οίκου, όπως ανέλυε στο Democracy Now ο Αλεχάντρο Βελάσκο, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Από τη μία είναι η πτέρυγα που με μπροστάρη τον (κουβανικής καταγωγής) ΥΠΕΞ Μάρκο Ρούμπιο θέλουν με κάθε τίμημα την ανατροπή του «κομμουνιστή» Μαδούρο. Από την άλλη είναι η διακαής επιθυμία του υπουργού Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ για μια πολεμική επιχείρηση, παρότι ο «ειρηνοποιός» Τραμπ έχει πει πως δεν θέλει άλλους πολέμους.
Και υπάρχει κι ένα μέρος της εσωτερικής αντιπολίτευσης, με πρώτη την Κορίνα Ματσάδο (από τα πλέον άκυρα Νόμπελ Ειρήνης που έχουν δοθεί) που με αντάλλαγμα μια στρατιωτική επέμβαση που θα την έφερνε στην εξουσία είναι πρόθυμη να προσφέρει στις ΗΠΑ το πετρέλαιο της χώρας. «Συμφέροντα, όλα, που βλέπουν σε μία επίθεση κατά της Βενεζουέλας την επίτευξη των ιδιαίτερων στόχων καθενός τους».
Τα σενάρια είναι πολλά, όπως γράφουν οι New York Times, και κάθε άλλο παρά αλληλοσυγκρουόμενα αφού άνετα μπορεί να συνδυαστούν: Η ουσία θα μπορούσε να είναι στρατιωτικά πλήγματα σε στρατηγικούς στρατιωτικούς στόχους ή υποδομές της χώρας που θα εξανάγκαζαν τον Μαδούρο σε διαπραγματεύσεις για μια «οικειοθελή» και σωτήρια για τη ζωή του απομάκρυνση από την εξουσία ή που θα οδηγούσαν σε μια εσωτερική κατάρρευση της κυβέρνησης κάτω από την πίεση που θα δέχονταν Βενεζουελάνοι στρατιωτικοί.
Θα φανεί τις επόμενες ημέρες ή εβδομάδες, γιατί όπως σημείωνε ο Ράιαν Μπεργκ, διευθυντής του Προγράμματος για την αμερικανική ήπειρο του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Μελετών, «ο ανταγωνισμός για αυτά τα πλοία είναι τεράστιος επειδή μόνο τρία αναπτύσσονται κάθε φορά. Μόλις το “Ford” φτάσει στην Καραϊβική θα αρχίσει να μετρά αντίστροφα ο χρόνος και ο Τραμπ θα έχει περίπου έναν μήνα για να λάβει κάποια απόφαση για μια επίθεση προτού χρειαστεί να μετακινήσει το πλοίο αλλού».
