Η Ρόσα Ροϊσινμπλίτ, η συμβολική μορφή των «Μητέρων της Πλατείας Μαΐου» και σπουδαία αγωνίστρια κατά της Χούντας του Βιδέλα στην Αργεντινή, πέθανε χθες Σάββατο 6/9, στα 106 της χρόνια, ανακοίνωσε η οργάνωση της οποίας ήταν επίτιμη πρόεδρος.
«Οι Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου αποχαιρετούν με θλίψη την πολυαγαπημένη τους συντρόφισσα Ρόσα Ταρλόφσκι ντε Ροϊσινμπλίτ», αντιπρόεδρο της οργάνωσης «ως το 2021, όταν, λόγω της προχωρημένης ηλικίας της, έγινε επίτιμη πρόεδρος» της οργάνωσης, σύμφωνα με την ανακοίνωσή της.
Γεννημένη το 1919 στο Βίσα Μοϊσές, χωριό εβραίων μεταναστών στο κεντροανατολικό τμήμα της χώρας της Λατινικής Αμερικής, η Ρόσα Ροϊσινμπλίτ που ήταν μαία, είδε τη ζωή της να έρχεται τα πάνω κάτω την 6η Οκτωβρίου 1978, τη μέρα που η κόρη της Πατρίτσια Ροϊσινμπλίτ κι ο γαμπρός της Χοσέ Πέρες Ρόχο, κι οι δυο τους μέλη του ένοπλου περονιστικού αντιδικτατορικού κινήματος Μοντονέρος, απήχθησαν.
Η κόρη τους Μαριάνα, 15 μηνών, δόθηκε στην οικογένεια. Τη μεγάλωσε η γιαγιά της.
Όμως η Πατρίτσια, έγκυος 8 μηνών, μετήχθη στο διαβόητο κέντρο κράτησης και βασανιστηρίων στη σχολή μηχανικού του πολεμικού ναυτικού στο Μπουένος Άιρες, όπου, μερικές ημέρες αφού γέννησε, το μωρό απήχθη.
Όπως και άλλοι περίπου 30.000 «εξαφανισθέντες», που απήχθησαν από ανθρώπους της στρατιωτικής δικτατορίας (1976-1983), η Πατρίτσια και ο Χοσέ δολοφονήθηκαν και τα πτώματά τους δεν βρέθηκαν ποτέ.
Είκοσι και πλέον χρόνια αργότερα, το 2000, χάρη στην ακούραστη δουλειά των Γιαγιάδων της Πλατείας Μαΐου, οργάνωσης της οποίας υπήρξε συνιδρύτρια, η Ρόσα κατάφερνε να ξαναβρεί τον εγγονό της.
Ο Γκιγιέρμο Ροϊσινμπλίτ συγκαταλέγεται στα 140 «εγγόνια» που εντοπίστηκαν από την οργάνωσή της.
Η Ρόσα Ροϊσινννμπλίτ μαζί με άλλες μητέρες και γιαγιάδες εξαφανισμένων ανθρώπων από τη χούντα, ξεκίνησαν έναν διαρκή αγώνα όπου καθημερινά συγκεντρώνονταν στην πλατεία Μαΐου του Μπουένος Άιρες, φορώντας χαρακτηριστικά λευκά μαντήλια στο κεφάλι τους και ζητώντας να μάθουν τι έχουν απογίνει οι δικοί τους.
Η Χούντα του Βιδέλα
Ο Χόρχε Ραφαέλ Βιδέλα ηγήθηκε του πραξικοπήματος που ανέτρεψε τη χήρα του Χουάν Περόν, στις 24 Μαρτίου του 1976 και μετά από δύο ημέρες ανέλαβε το αξίωμα του προέδρου της Αργεντινής.
Από την πρώτη στιγμή του «βρώμικου πολέμου», όπως χαρακτηρίστηκε η πιο δόλια έκφανση χούντας στη Λατινική Αμερική, ο Βιδέλα επέβαλε ένα καθεστώς συστηματικής τρομοκρατίας, βασιζόμενος στο δόγμα περί «εσωτερικού εχθρού».
Ο Βιδέλα είχε αναφέρει πως «τρομοκράτης δεν είναι απλώς κάποιος με όπλο ή βόμβα, αλλά αυτός που διαδίδει ιδέες που είναι αντίθετες με τον δυτικό και χριστιανικό πολιτισμό. Πρέπει να πεθάνουν όσοι άνθρωποι χρειάζεται στην Αργεντινή, για να είναι η χώρα πάλι ασφαλής».
Για να διατηρηθεί στην εξουσία επιδόθηκε σε ένα ανελέητο κυνήγι αγωνιστών, ανταρτών, επαναστατών, αριστερών οργανώσεων, τους οποίους απήγαγε και «εξαφάνιζε», με την συνεργασία των ΗΠΑ. Συνήθως τους έστελνε σε στρατόπεδα κράτησης-φυλακές που λειτουργούσαν κρυφά σε διάφορα δημόσια κτήρια, όπως η Σχολή Μηχανικών Υπαξιωματικών του Ναυτικού (ESMA). Άλλους, τους πετούσαν από αεροπλάνα στον ποταμό Ρίο ντε λα Πλάτα και στον Ατλαντικό Ωκεανό.
Την περίοδο της στρατιωτικής δικτατορίας, αρκετές εκατοντάδες παιδιά (τουλάχιστον 400, σύμφωνα με εκτιμήσεις), που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας των μητέρων τους στα παράνομα κέντρα κράτησης, απήχθησαν από το καθεστώς.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις περίπου 30.000 άνθρωποι σκοτώθηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο αριθμός αυτός αμφισβητείται από την ακροδεξιά κυβέρνηση του Μιλέι
Το κίνημα των «Μητέρων της πλατείας Μαΐου»
Το κίνημα γεννήθηκε στις 30 Απριλίου 1977, όταν 14 μητέρες ξεκίνησαν την πρώτη διαμαρτυρία στην Plaza de Mayo (Πλατεία του Μαΐου), μπροστά από την προεδρική κατοικία Casa Rosada.
Παρόλο που διατάχθηκαν να διαλυθούν, οι θαρραλέες μητέρες ξεκίνησαν να περπατάνε πιασμένες χέρι χέρι γύρω από την πλατεία. Κάθε εβδομάδα συμμετείχαν όλο και περισσότερες μητέρες στις διαμαρτυρίες, καθώς όλο και περισσότεροι αριστεροί ακτιβιστές και άτομα που κατηγορούνταν ως συνεργάτες τους «εξαφανίζονταν».
Οι Μητέρες της Πλατείας του Μαΐου, με τις εμβληματικές λευκές μαντίλες τους, τις φωτογραφίες και τα ονόματα των εξαφανισμένων παιδιών τους και τις εκκλήσεις για την επιστροφή τους, άρχισαν να προσελκύουν τη διεθνή προσοχή και, για να σταματήσει τη δράση τους, το καθεστώς σκότωσε τρία από τα ιδρυτικά μέλη.
Τον Δεκέμβριο του 1977 οι Αζουτσένα Βιγιαφλόρ ντε Βινθέντ, Μαρί Πόνσε ντε Μπιάνκο και η Εστέρ Μπαγιεστρίνο ντε Καρεάγα απήχθησαν, βασανίστηκαν και στη συνέχεια πετάχτηκαν ζωντανές από ένα αεροπλάνο.
Άλλα μέλη των Μητέρων υπέστησαν ξυλοδαρμούς και φυλακίσεις, αλλά συνέχισαν την ειρηνική τους αντίσταση.
Έστρεψαν την προσοχή τους στην απαίτηση για δικαιοσύνη καθώς οι μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η κρίση στην οικονομία και η ήττα στον πόλεμο των Φόκλαντ έδωσαν τέλος στο στρατιωτικό καθεστώς το 1983.
Αποτέλεσμα των συνεχών και ανυποχώρητων αγώνων τους ήταν να καταφέρουν μετά τη πτώση της χούντας, να οδηγήσουν αρκετούς αξιωματούχους της ενώπιον των δικαστηρίων.
