Οκτώ από τους 251 Βενεζουελάνους κρατούμενους οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι τον περασμένο Ιούλιο από τις αρχές του Ελ Σαλβαδόρ, μίλησαν στο BBC για τις συνθήκες καθώς και τα βασανιστήρια που βίωσαν κατά τη διάρκεια της κράτησής τους στις διαβόητες φυλακές CECOT της λατινοαμερικανικής χώρας.
Οι εν λόγω φυλακές ξεκίνησαν τη λειτουργία τους το 2023, με σκοπό να εφαρμοστούν στη πράξη η δέσμευση του ελσαλβαδοριανού προέδρου Ναγίμπ Μπουκέλε για την καταπολέμηση των συμμοριών που βασάνιζαν τον λαό της για χρόνια.
Στις μαρτυρίες τους, περιγράφουν τακτικά ξυλοδαρμούς, μερικές φορές με ξύλα ενώ ήταν δεμένοι με χειροπέδες. Ένας από αυτούς λέει ότι υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από φρουρούς.
Οι άνδρες λένε ότι κοιμόντουσαν σε μεταλλικά κρεβάτια χωρίς σεντόνια ή στρώματα και έπρεπε να τρώνε με τα χέρια τους. Επίσης, δεν είχαν πρόσβαση σε δικηγόρους ή στον έξω κόσμο, ούτε ρολόγια για να ξέρουν την ώρα. Ηλικίας μεταξύ 23 και 39 ετών, όλοι ζούσαν στις ΗΠΑ. Μερικοί είχαν εισέλθει σύμφωνα με τον αμερικανικό νόμο, άλλοι είχαν περάσει τα σύνορα παράνομα, πριν κατηγορηθούν ότι ήταν μέλη βίαιων συμμοριών και απελαθούν στο Ελ Σαλβαδόρ.
Όλοι αρνούνται οποιαδήποτε συμμετοχή σε συμμορίες και εγκληματική δραστηριότητα και λένε ότι δεν τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να αμφισβητήσουν τις κατηγορίες εναντίον τους. Οι περισσότεροι είναι πεπεισμένοι ότι τους ξεχώρισαν λόγω των διάφορων τατουάζ τους, τα οποία, σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, αποδεικνύουν πιθανές συνδέσεις με την Tren de Aragua, μια ισχυρή περιφερειακή εγκληματική ομάδα που έχει τις ρίζες της στη Βενεζουέλα.
Οι ΗΠΑ ισχυρίζονται ότι οι απελαθέντες ελέγχθηκαν προσεκτικά, αλλά δεν απάντησαν σε ερωτήσεις για τα αποδεικτικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον τους.
Στο «κολαστήριο» της CECOT η είσοδος γίνεται με τον ίδιο βασανιστικό τρόπο
Μετά την επιβίβασή τους σε αεροπλάνο με χειροπέδες στους αστραγάλους και τους καρπούς, οι άνδρες λένε ότι νόμιζαν ότι τους μετέφεραν από τις ΗΠΑ πίσω στη Βενεζουέλα. Όμως, όταν προσγειώθηκαν, φρουροί με καλυμμένα πρόσωπα τους έσυραν έξω από το αεροσκάφος, λέει ο Έντβαρ Χερνάντεζ, και συνειδητοποίησαν ότι βρισκόταν στο Ελ Σαλβαδόρ.
Όταν έφτασαν στο CECOT, ακόμα δεμένοι με αλυσίδες, τους ανάγκασαν να γονατίσουν μπροστά σε άνδρες που τους ξύρισαν τα κεφάλια. Περιγράφουν πώς τους ανάγκασαν να γδυθούν και μετά να φορέσουν λευκά σορτς, λευκά πουλόβερ και λευκά πλαστικά παπούτσια.
Ο Μέρβιν Γιαμάρτε, ο οποίος εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο τορτίγιας στο Τέξας μέχρι που απελάθηκε, λέει ότι τον χτύπησαν ενώ ήταν γυμνός.
«Με χτύπησαν στον πισινό με ένα ξύλο, με γρονθοκόπησαν στα πλευρά – δεν με άφηναν να φορέσω τα ρούχα μου». Σε επανειλημμένα ερωτήματα του BBC προς τη κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ για τις παραπάνω καταγγελίες οι αξιωματούχοι δεν απάντησαν.
Ο Άντρι Χερνάντεζ, δήλωσε πως οι φυλακές είναι μια «ολόκληρη, αποξενωμένη πόλη» μήκους 730 μέτρων, έκτασης 23 στρεμμάτων που αποτελείται 8 μπλόκ με 32 κελιά στο καθένα. Οι φυλακές επιτηρούνται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες τους, από 19 σημεία επιτήρησης και από κάμερες ασφαλείας.
Όταν τους έβαλαν για πρώτη φορά στα κελιά τους, ο Ρίνγκο Ρικόν δηλώνει ότι ένας φρουρός τους είπε: «Ξέρετε ότι εδώ δεν υπάρχουν δικηγόροι, δεν υπάρχουν τηλεφωνήματα, δεν υπάρχουν δικαστές, δεν υπάρχει τίποτα. Το μόνο που έχετε είναι αυτά που φοράτε και αυτά που έχετε μέσα στο κελί».
Οι Βενεζουελάνοι λένε ότι ήταν από 10 έως 19 άτομα σε κάθε κελί και ότι γενικά τους κρατούσαν χωριστά από τους Σαλβαδοριανούς κρατούμενους. Αλλά μερικές φορές οι φυλακές αναθέτουν σε μια ομάδα Σαλβαδοριανών κρατουμένων να φέρνει φαγητό και να μαζεύει τα σκουπίδια, και λόγω των κίτρινων στολών τους, οι Βενεζουέλανοι τους αποκαλούν «μίνιονς», όπως τους ομώνυμους χαρακτήρες από τις ταινίες κινουμένων σχεδίων Despicable Me.
Φυσικά, οι υπάλληλοι των φυλακών θα άλλαζαν την σύνθεση των κρατούμενων ορισμένες φορές. Ενώ γενικώς, οι κρατούμενοι κοιμούνται (αν μπροούν) πάνω σε μεταλλικά κρεβάτια χωρίς στρώματα και μαξιλάρια. Όμως, όπως περιγράφουν οι πρώην κρατούμενοι, αυτό θα άλλαζε μόνο όταν ανθρωπιστικές οργανώσεις θα έμπαιναν στις εγκαταστάσεις για να ελέγχουν τις συνθήκες που επικρατούν.
Η ρουτίνα στην φυλακή: μεταξύ βασανιστηρίων και γευμάτων
Μια τυπική ημέρα βασανιστηρίου για τους κρατούμενους αρχίζει στις 4 το πρωί (τοπική ώρα) όταν οι φρουροί φωνάζουν για αντίστροφη μέτρηση, πριν δώσουν ένα 10λεπτο περιθώριο στους κρατούμενους να πλυθούν – όπως μπορούν να πλυθούν.
Οι κρατούμενοι έπρεπε να ζητούν άδεια για να πιουν νερό και να πάνε στην τουαλέτα, προσθέτει, αλλιώς οι φρουροί «μας χτυπούσαν».
Παρόλο που δεν είχαν τρόπο να ξέρουν την ώρα, οι άνδρες εκτιμούν ότι τα γεύματα σερβίρονταν στις 7 το πρωί, τις 12 το μεσημέρι και τις 5 το απόγευμα και αποτελούταν από ρύζι, φασόλια, ζυμαρικά και τορτίγιας, μερικές φορές με ξινή κρέμα ή μπισκότα. Όλοι λένε ότι δεν είχαν μαχαιροπίρουνα και έπρεπε να τρώνε με τα χέρια τους.
Οι φρουροί απαιτούσαν απόλυτη σιωπή, λέει ο Ρίνγκο, και αν οι κρατούμενοι δεν υπάκουαν, τους έβαζαν να στέκονται σε «στάση έρευνας» – σκυμμένοι προς τα εμπρός, με τα μάτια και το κεφάλι κάτω – περιμένοντας να τους ελέγξουν οι φρουροί. «Μας άφηναν έτσι για δύο, τρεις, τέσσερις ώρες», λέει.
Όλοι οι άνδρες αναγνωρίζουν ότι θα μπορούσαν να ζητήσουν ιατρική συμβουλή αν ένιωθαν αδιαθεσία, αλλά λένε ότι δεν τους δόθηκε κανένα φάρμακο κατά τη διάρκεια της παραμονής τους στο Cecot, εκτός από εννέα χάπια – έξι κόκκινα και τρία λευκά – κάθε Δευτέρα. Αυτά ήταν για την πρόληψη της φυματίωσης, λένε ότι τους είπαν.
Οι πιο «αυθάδεις» πήγαιναν στο «νησί» για τη κορύφωση των βασανιστηρίων τους
Μερικές από τις πιο βάναυσες μεταχειρίσεις φέρεται να έχουν συμβεί σε ένα μέρος γνωστό ως «Το Νησί» – έτσι αποκαλούσαν τα «τρία σκοτεινά κελιά όπου σε πηγαίνουν για να σε βασανίσουν», λέει ο Χοέν Σουάρεζ. Ο Χοέν περιγράφει μια μικρή τρύπα στην οροφή από την οποία διεισδύει μια αδύναμη ακτίνα φωτός και εξηγεί ότι στο «Νησί» οι φρουροί καλύπτουν τα πρόσωπά τους, ώστε οι κρατούμενοι να μην μπορούν να τους αναγνωρίσουν.
«Σε αναγκάζουν να γονατίσεις, σε χαστουκίζουν, σε χτυπούν, σε κλωτσάνε», μερικές φορές με ξύλα, προσθέτει.
Ο Αρτούρο, ένας τραγουδιστής από το Καράκας, λέει ότι μετά από ένα ξυλοδαρμό εκεί, δεν μπορούσε να καθίσει επειδή πονούσαν πολύ τα πλευρά και τα νεφρά του. «Δύο φορές έφτυσα αίμα. Το κεφάλι μου ήταν σαν σάκος του μποξ». Λέει ότι τον πήγαν εκεί περισσότερες από 10 φορές, κυρίως ως τιμωρία επειδή… τραγουδούσε. Ο Άντρι Φερνάντεζ λέει ότι σε μια περίπτωση, οι φρουροί τον κακοποίησαν σεξουαλικά. Πιστεύει ότι αυτό συνέβη επειδή είναι ανοιχτά ομοφυλόφιλος.
Λέει ότι δεν τόλμησε να το αναφέρει στη διεύθυνση της φυλακής επειδή «φοβόταν ότι θα συνέβαινε κάτι πολύ χειρότερο… γι’ αυτό αποφασίσαμε όλοι να παραμείνουμε σιωπηλοί». Μετά από περίπου ένα μήνα, κλειδωμένοι στα κανονικά τους κελιά, οι κρατούμενοι εξεγέρθηκαν, λέει ο Joén. Περιγράφει πώς μερικοί από αυτούς αναγκάστηκαν να γονατίσουν στο πάτωμα και τους ψέκασαν με σπρέι πιπεριού – ένας λιποθύμησε και χτύπησε το κεφάλι του.
«Δεν θα το αφήναμε να ξανασυμβεί και εξεγερθήκαμε», λέει, προσθέτοντας ότι πέταξαν σαπούνι και νερό στους δεσμοφύλακές τους.
«Είχαμε ένα λευκό σεντόνι. Μερικοί από τους κρατούμενους έκοψαν τον εαυτό τους και χρησιμοποίησαν το αίμα τους για να γράψουν πάνω του: «Είμαστε μετανάστες, δεν είμαστε τρομοκράτες. Βοήθεια. Θέλουμε δικηγόρο», λέει ο Joén, περιγράφοντας πώς το κρέμασαν στα κάγκελα του κελιού τους σαν σημαία. Ο Wilken λέει ότι τα σημάδια από τα σημεία που έκοψε σκόπιμα τον εαυτό του είναι ακόμα επώδυνα.
Οι Βενεζουελάνοι λένε ότι μετά από αυτό έκαναν απεργία πείνας που διήρκεσε περίπου τρεις ή τέσσερις ημέρες, ζητώντας καλύτερες συνθήκες.
Οι επισκέψεις πολιτικών και ΜΚΟ άλλαζαν το κακό πρόσωπο των φυλακών
Οι Βενεζουελάνοι προσπάθησαν επίσης να διαμαρτυρηθούν όταν η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, Κρίστι Νοέμ, επισκέφθηκε τη φυλακή τον Μάρτιο, λέει στο BBC ο Αρτούρο.
Το γραφείο της συντονίζει την Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων των ΗΠΑ, ιδιαίτερα γνωστή και ως ICE, η οποία πραγματοποιεί επιδρομές για τη σύλληψη μεταναστών και οργανώνει πτήσεις απέλασης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που μετέφεραν τους Βενεζουελανούς στο Cecot.
Ο ίδιος λέει ότι όταν η Κρίστι Νοέμ προσπάθησε να τραβήξει ένα βίντεο με τον εαυτό της μπροστά από ένα κελί, φορώντας ένα λευκό μπλουζάκι και ένα μπλε καπέλο του μπέιζμπολ, οι Βενεζουελάνοι στο παρασκήνιο κατάφεραν να τη διακόψουν, ζητώντας βοήθεια και φωνάζοντας «ελευθερία». Το βίντεο που τελικά δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, προειδοποιώντας ότι «αν έρθετε στη χώρα μας παράνομα, αυτή είναι μια από τις συνέπειες που μπορεί να αντιμετωπίσετε», για κάποιον λόγο είχε πίσω της ένα κελί γεμάτο Σαλβαδοριανούς κρατούμενους.
Όπως και η Κρίστι Νοέμ, ο Ερυθρός Σταυρός επισκέφθηκε επίσης δύο φορές τους Βενεζουελάνους. Σύμφωνα με τους μετανάστες, οι συνθήκες βελτιώθηκαν για λίγο κατά τη διάρκεια αυτών των επισκέψεων, δείχνοντας την «όμορφη» υποκρισία των σαλβαδοριανών αρχών. Αρκετοί αναφέρουν ότι τους έδωσαν κρέας να φάνε ή ότι τους παρείχαν προσωρινά στρώματα και σεντόνια.
«Μας έβγαζαν έξω για να παίξουμε ποδόσφαιρο ή να προσευχηθούμε, μόνο για τη φωτογραφία», θυμάται ο Άντι. «Σταματούσαν να μας χτυπούν, μας φερόταν καλά, μας έδιναν φαγητό και μας φωτογράφιζαν, μόνο για εκείνη τη στιγμή».
Και παρόλο που «υπήρχε πάντα ένας φρουρός δίπλα μας», ο Ringo λέει ότι οι επισκέψεις του Ερυθρού Σταυρού ήταν «η πρώτη υποστήριξη που νιώσαμε σε εκείνο το μέρος – μέσω αυτών, μπορούσαμε να στείλουμε μηνύματα» στους συγγενείς μας.
Η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού επιβεβαίωσε ότι είχε επισκεφθεί τους Βενεζουελάνους δύο φορές, αλλά δήλωσε ότι δεν δημοσιοποιεί πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες στη φυλακή «προκειμένου να διατηρήσει την ακεραιότητα του εμπιστευτικού διαλόγου που διατηρεί με τους κρατούμενους, τις αρχές και τις οικογένειές τους».
