ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χριστίνα Πάντζου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Θα φάνταζε δευτερεύον σκάνδαλο για μια πρόεδρο που έχει κατηγορηθεί από διεθνείς οργανισμούς και από την ίδια τη Γενική Εισαγγελία της χώρας ότι ευθύνεται για τις δολοφονίες πολιτών κατά την κοινωνική εξέγερση που ξέσπασε τον Δεκέμβριο του 2022, μετά την καθαίρεση και φυλάκιση του νόμιμα εκλεγμένου προέδρου Πέδρο Καστίγιο. Αλλά τα 15 πoλυτελή ρολόγια της, ανάμεσά τους αρκετά Rolex, και τα πανάκριβα κοσμήματά της έχουν προκαλέσει νέα πολιτική θύελλα στο Περού, όπου η πρόεδρος Ντίνα Μπολουάρτε διερευνάται πλέον για παράνομο πλουτισμό.

Την περασμένη Παρασκευή τα μεσάνυχτα εισαγγελείς και αστυνομικοί έκαναν έφοδο στο σπίτι της, έσπασαν την πόρτα, επειδή δεν την άνοιγε κανείς, έχοντας εντολή να καταγράψουν και να κατάσχουν τα πανάκριβα κοσμήματα που δεν τα έχει δηλώσει ως όφειλε και τα οποία αποτελούν πειστήρια διαφθοράς – εν τω μεταξύ οι κάμερες κατέγραφαν. Ολα ξεκίνησαν όταν δημοσιογραφική έρευνα του podcast La Encerrona αποκάλυψε πως η Μπολουάρτε έχει επιδείξει στις δημόσιες εμφανίσεις της μια συλλογή τουλάχιστον 15 ρολογιών από τότε που έφτασε στην κυβέρνηση, που αύξαινε σε πολυτέλεια όσο περνούσαν οι μήνες της θητείας της, ανάμεσά τους και κάποια Rolex, ένα εκ των οποίων αξίας 19.000 δολαρίων. Ενώ η εφημερίδα La República αποκάλυψε κι άλλα πολύτιμα και αδήλωτα κοσμήματά της, όπως ένα χρυσό βραχιόλι Cartier με διαμάντια αξίας 54.000 δολαρίων.

Μετά από αυτά, η Γενική Εισαγγελία ξεκίνησε στις 18 Μαρτίου έρευνα εναντίον της για παράνομο πλουτισμό, έχοντας επίσης στα χέρια της έκθεση της Μονάδας Οικονομικών Πληροφοριών που δείχνει πως στους τραπεζικούς λογαριασμούς της υπάρχουν 298.000 δολάρια που δεν δικαιολογούνται από τα νόμιμα εισοδήματά της. Η Μπολουάρτε είχε κληθεί στις 26 Μαρτίου να παραδώσει τα επίμαχα ρολόγια και την επομένη να καταθέσει σχετικά. Αλλά αρνήθηκε να παραστεί επικαλούμενη «φόρτο εργασίας» με διάφορες επισκέψεις στην περιφέρεια, σε κάποιες από τις οποίες ωστόσο ούτε καν παραβρέθηκε. Μια στάση που θεωρήθηκε «περιφρόνηση» απέναντι στους θεσμούς και «σαφής ένδειξη ανυπακοής», που οδήγησε στην έφοδο στο σπίτι της.

Σε μαγνητοσκοπημένο τηλεοπτικό μήνυμά της το απόγευμα του Σαββάτου, η Μπολουάρτε δεν απάντησε σε καμία από τις κατηγορίες που έχουν διατυπωθεί και εμφανίστηκε ως θύμα μιας «πολιτικής συνωμοσίας και μιας καμπάνιας συστηματικής παρενόχλησης» που πλήττει τη δημοκρατία στη χώρα. Χαρακτηρίζοντας «ψευδή και προκατειλημμένα» τα μίντια που αποκάλυψαν το σκάνδαλο, κατήγγειλε την επιχείρηση έρευνας στο σπίτι της ως «αντισυνταγματική, αυθαίρετη, δυσανάλογη και καταχρηστική».

Δεν είναι το πρώτο σκάνδαλο στο οποίο ενέχεται η ίδια, η οικογένειά της και η κυβέρνησή της. Τον Νοέμβριο η Γενική Εισαγγελία κάλεσε τον αδελφό της Νικανόρ Μπολουάρτε να καταθέσει για υπόθεση διαφθοράς που σχετίζεται με την ανάθεση πέντε δημόσιων συμβάσεων στην περιοχή Καχαμάρκα, εκμεταλλευόμενος τις επαφές του με τα κέντρα εξουσίας. Ο πρωθυπουργός Αλμπέρτο Οτάρολα παραιτήθηκε τον Μάρτιο έπειτα από σκάνδαλο που τον φέρει να έχει παραχωρήσει παράτυπα δημόσιες συμβάσεις χιλιάδων δολαρίων σε μια γυναίκα με την οποία είχε σχέσεις.

Οι καταγγελίες για διαφθορά έρχονται να προστεθούν σε εκείνες για την ευθύνη της για τη δολοφονία 49 πολιτών κατά την καταστολή των διαδηλώσεων που ξέσπασαν στις 7 Δεκεμβρίου του 2022. Η Γενική Εισαγγελέας Πατρίσια Μπεναβίδες –ώς τότε σύμμαχος της Μπολουάρτε και των δεξιών κομμάτων που τη στηρίζουν– κατέθεσε στη Βουλή τον Νοέμβριο «συνταγματική καταγγελία» εναντίον της για «ανθρωποκτονίες» ως υπεύθυνης του αιματοκυλίσματος των διαμαρτυριών, καταγγελία που θα μπορούσε να οδηγήσει στην καθαίρεσή της.

Και πάλι η απάντηση της προέδρου ήταν ότι πρόκειται για «πολιτική μανούβρα» που επιχειρεί να αποσπάσει την προσοχή από τις «σοβαρότατες καταγγελίες» που αντιμετωπίζει η ίδια η εισαγγελέας. Η οποία όταν άρχισε να παίρνει αποστάσεις από την Μπολουάρτε κατηγορήθηκε ότι ηγείται μιας εγκληματικής οργάνωσης που συναλλασσόταν με βουλευτές με αντάλλαγμα να μπουν στο αρχείο ποινικές καταγγελίες εναντίον τους.

Τελικά, η Μπεναβίδες –έπειτα από μάταιες προεδρικές πιέσεις για την παραίτησή της– παύτηκε τον Δεκέμβριο για έξι μήνες από το Εθνικό Συμβούλιο Δικαιοσύνης (JNJ) ενώ η Μπολουάρτε σώθηκε από την ακροδεξιά και δεξιά πλειοψηφία μιας Βουλής όπου τουλάχιστον 49 από τους 130 βουλευτές διερευνώνται επίσης για διάφορα σκάνδαλα. Οπως την έσωσαν τον Απρίλιο του 2023, όταν αίτημα για καθαίρεσή της που κατέθεσε η αριστερή αντιπολίτευση με επιχείρημα πως «ποτέ στην ιστορία μια κυβέρνηση στο Περού δεν έχει δολοφονήσει τόσα άτομα σε κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες σε τόσο μικρό διάστημα, ένας μέσος όρος δύο νεκρών την ημέρα», καταψηφίστηκε.

Ολα δείχνουν πως το ίδιο θα συμβεί τώρα, με τη νέα πρόταση καθαίρεσης της προέδρου, με τη συνταγματική αιτιολογία της «μόνιμης ηθικής ανικανότητας» λόγω του παράνομου πλουτισμού της, που κατέθεσε το μαρξιστικό κόμμα Ελεύθερο Περού: αυτό στο οποίο ανήκε ως αντιπρόεδρος του ανατραπέντα προέδρου Πέδρο Καστίγιο, προτού τον αντικαταστήσει. Η δεξιά συμμαχία πολιτικών δυνάμεων που στην πραγματικότητα κυβερνά τη χώρα, με επικεφαλής τη «Λαϊκή Δύναμη» της Κέικο Φουχιμόρι, κόρης του πρώην δικτάτορα Αλμπέρτο Φουχιμόρι, ήδη καταδίκασε την έφοδο στο σπίτι της Μπολουάρτε. Είναι ενδεικτικό ότι η Κέικο περιέγραψε την εισαγγελική επιχείρηση ως «ένα απλό σόου την ώρα που δεν προκύπτει κάποια ποινική ευθύνη».

Με μόλις το 8% των πολιτών να πιστεύει στη δημοκρατία, ποιο μέλλον μπορεί να έχει αυτή η χώρα; αναλογιζόταν στην εφημερίδα El Diario ο Περουβιανός συγγραφέας Σαντιάγο Ρονκαλιόλο (γνωστός και στην Ελλάδα με βιβλία του όπως ο «Κόκκινος Απρίλης» ή «Η Τέταρτη Ρομφαία»). «Μετά από 30 χρόνια φιλελευθερισμού, έφτασε η πανδημία, και ανακαλύψαμε ότι είναι μια χώρα χωρίς νοσοκομεία, όπου δεν υπάρχει οξυγόνο, ούτε καν αν είχε χρήματα να το πληρώσεις. Ετσι, ο πληθυσμός σταμάτησε να πιστεύει. Οχι στον φιλελευθερισμό, αλλά σε αυτό που αποκαλούσαν δημοκρατία τόσες δεκαετίες. […] Η τάξη των πολιτικών ασχολείται περισσότερο με το να επιλύσει τις δικαστικές της περιπέτειες ενώ ο πληθυσμός όλο και πιο δύσπιστος αμφιβάλλει ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο. Κι αυτό είναι το πιο σοβαρό».