Πτώματα (πέντε-δέκα) εμφανίζονται στη μέση του δρόμου καθημερινά, συνήθως έπειτα από συγκρούσεις αντίπαλων συμμοριών ή από επιθέσεις κατά ανύποπτων πολιτών: όπως έγινε στη Σιτέ Σολέιγ, μια φτωχογειτονιά της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς, όπου σε μόλις πέντε ημέρες (15-19 Απριλίου) δολοφονήθηκαν 70 άνθρωποι. Απαγωγές για λύτρα. Παιδιά πυροβολούνται στις τάξεις τους κι άλλα αρπάζονται έξω από τα σχολεία.
Ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούν αδιάκριτα, αναγκάζοντας πολλούς να κρύβονται στα σπίτια τους και να κοιμούνται κάτω από το κρεβάτι τους μήπως τους βρει καμιά αδέσποτη σφαίρα. Παραδειγματικοί ακρωτηριασμοί «ανεπιθύμητων». Γυναίκες έντρομες από τους ομαδικούς βιασμούς των ενόπλων.
Ενα ένα σχολεία, καταστήματα, κέντρα υγείας, βασικές υπηρεσίες κλείνουν από τον φόβο των απειλών και της βίας. Ολόκληρες γειτονιές έχουν καταληφθεί από ενόπλους, οδηγώντας περίπου 100.000 κατοίκους της πρωτεύουσας να εκτοπιστούν, ενώ δύο εκατομμύρια αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν για να γλιτώσουν από την κτηνωδία. Κανείς δεν είναι ασφαλής πουθενά. Ενας ζωντανός εφιάλτης είναι η σημερινή Αϊτή, που τώρα γνωρίζει ένα ακόμη φαινόμενο βαναυσότητας: το λιντσάρισμα συμμοριτών από ομάδες αυτοάμυνας πολιτών, που τους ξυλοκοπούν καιτους ακρωτηριάζουν προτού τους κάψουν ζωντανούς σε δρόμους και πλατείες.
Το λιντσάρισμα έχει γίνει η νέα καθημερινότητα, ιδίως στην πρωτεύουσα Πορτ-ο-Πρενς, που κατά περισσότερο από 80% ελέγχεται από σχεδόν 200 συμμορίες και όπου πολίτες με ρόπαλα, ματσέτες, πέτρες και όπλα βγαίνουν στους δρόμους κυνηγώντας όποιον πιστεύουν πως ανήκει σε κάποια από αυτές τις εγκληματικές οργανώσεις. «Υπάρχει μια ατμόσφαιρα τρόμου και παράνοιας, όπως την εποχή του (δικτάτορα) Ντιβαλιέ», περιέγραφε την κατάσταση στους New York Times η Λέσλι Βολτέρ, πρώην προεδρική υποψήφια.
Το φαινόμενο απέκτησε μαζικό χαρακτήρα ιδίως μετά τις 24 Απριλίου, όταν πολίτες μιας ομάδας αυτοάμυνας στη συνοικία Καναπέ-Βερ σταμάτησαν λεωφορείο που μετέφερε 13 συμμορίτες σε αστυνομικό τμήμα: τους έπιασαν, τους ξυλοκόπησαν, κάποιους τους ακρωτηρίασαν και στο τέλος τούς πέρασαν στον λαιμό λάστιχα ποτισμένα με βενζίνη και τους έβαλαν φωτιά. «Θα δώσουμε μάχες και θα κρατήσουμε τις γειτονιές μας ελεύθερες από αυτούς τους άγριους», έλεγε ένας από τους αυτοανακηρυγμένους φρουρούς στο Associated Press. Την ίδια ημέρα, στo Τιργκό οργανωμένες ομάδες πολιτών αντιτάχθηκαν σε συμμορίτες που ήθελαν να καταλάβουν την κοινότητά τους καίγοντας ζωντανούς έξι. Την επομένη το λιντσάρισμα είχε πια επεκταθεί σε πολλές συνοικίες.
Το αποκαλούμενο κίνημα Βwa Κale (πελεκημένο ξύλο) είναι μια απονενοημένη αντίδραση απέναντι στη δεινή πραγματικότητα και τη βία των συμμοριών που απλώνεται στις γειτονιές τους, χωρίς καμιά αρχή να την αντιμετωπίζει. Τον Απρίλιο δολοφονήθηκαν περισσότεροι από 600 άνθρωποι «σε ένα νέο κύμα ακραίας βίας που έπληξε πολλές γειτονιές της πρωτεύουσας», τόνισε ο ύπατος αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Φόλκερ Τουρκ, παρουσιάζοντας την έκθεσή του για την Αϊτή. Συνολικά φέτος, πριν καν συμπληρωθεί ο Μάιος, οι νεκροί της βίας έχουν φτάσει τους 1.446. Ενώ απαγωγές, επιθέσεις και άλλα εγκλήματα αυξήθηκαν κατά 28% το πρώτο τρίμηνο του 2023 σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό. «Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων επιδεινώνεται και απαιτείται μια άμεση και σθεναρή απάντηση», έλεγε ο Τουρκ.

Το λιντσάρισμα, γράφει το ρεπορτάζ της Guardian, έχει φέρει ένα περίεργο και ανησυχητικό μείγμα τρόμου, φόβου και αισιοδοξίας στις κοινότητες που δεν αντέχουν πια τη βία και τον έλεγχο των εδαφών τους από τους συμμορίτες.
«Βλέποντας τον λαό να αντιστέκεται –παρ’ όλο που υπάρχουν πολλές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, παρ’ όλο που η απόδοση δικαιοσύνης από τους πολίτες ποτέ δεν είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσεις γιατί κλιμακώνει τα πάντα σε έναν ατέρμονο κύκλο βίας–, σου δίνει την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι τόσο τρελός όσο εσύ», έλεγε στη βρετανική εφημερίδα η ακτιβίστρια για τα ανθρώπινα δικαιώματα Βελίνα Ελιζέ Σαρλιέ, περιγράφοντας την κατάσταση μετά την επίθεση των ομάδων αυτοάμυνας κατά συμμοριτών στις 24 Απριλίου. «Είναι κόλαση εδώ».
Ανάλογα δικαιολογεί αυτό το κίνημα και η συγγραφέας και ακτιβίστρια Μονίκ Κλεσκά, που θεωρεί πως η εμφάνιση αυτής της «δικαιοσύνης του όχλου» είναι αποτέλεσμα της πολύχρονης πολιτικής διαφθοράς και της συνενοχής με το οργανωμένο έγκλημα.: «Είναι νοσηρό (…) Αλλά σε αυτό μας ώθησαν οι ίδιοι οι συμμορίτες. Είναι πολύ περισσότερα από απογοήτευση (…) Οργή είναι η μόνη λέξη (…) Είναι οδυνηρό, είναι απάνθρωπο, είναι βάναυσο. Αλλά όταν αναλογιστείς όλα αυτά τα χρόνια που μας καταπιέζουν οι συμμορίες, οι άνθρωποι της πολιτικής και των επιχειρήσεων… τότε δεν αποτελεί έκπληξη. Φτάνει πια».
Σύμβολο μιας απελπισμένης αντίστασης που καταφεύγει στην ίδια ακραία βία εκείνων που καταδιώκει, το κίνημα δημιουργεί πολλές ανησυχίες, τόσο για τη βαναυσότητα όσο και για τις διασυνδέσεις του. «Χωρίς να κάνουμε αξιολογικές κρίσεις, η πραγματικότητα είναι πως το κίνημα Bwa Kale μέσα σε έναν μήνα έχει παραγάγει πειστικά και ορατά αποτελέσματα: ο φόβος έχει αλλάξει πλευρά», έλεγε πρόσφατη έκθεση του CARDH (Κέντρο Ανάλυσης και Ερευνας για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα).
Αντίθετα, το Εθνικό Δίκτυο Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Αϊτής αρνείται να μετρά σε όρους πόσο η βία των πολιτών μειώνει τη βία των συμμοριτών και είναι εξαιρετικά επιφυλακτικό για αυτό το νέο φαινόμενο, κατηγορώντας τις κρατικές αρχές ότι κρύβονται πίσω από το Bwa Kale «γιατί επιτρέπει στους Αϊτινούς να εξαφανίσουν για λογαριασμό των αρχών τους δεσμούς που έχουν με άτομα που οι ίδιες όπλισαν».
Την ίδια ανησυχία μοιραζόταν από τις σελίδες της Washington Post ο Ντιέγο Ντα Ριν, αναλυτής της οργάνωσης International Crisis: «Δεν ξέρουμε πώς μια ομάδα αυτοάμυνας θα εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου και πώς η δύναμή τους θα αξιοποιηθεί από την εξουσία (…) Αλλά κάποιες ομάδες αυτοάμυνας που δημιουργήθηκαν στις αρχές του 2000 για να προστατέψουν τις κοινότητές τους από τους ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς κατέληξαν χρόνια αργότερα στις συμμορίες που δρουν σήμερα».
