Απορρίφθηκε στο χθεσινό δημοψήφισμα στη Χιλή το προτεινόμενο Σύνταγμα που θα αντικαθιστούσε το χουντικό του Πινοτσέτ κρίνοντας καθοριστικά το μέλλον της λατινοαμερικάνικης χώρας.
Με καταμετρημένο το 99,9% των ψηφοδελτίων, το «όχι» επικράτησε του «ναι» με 61,9% έναντι 38,1% με όσους ήθελαν τον από κάθε άποψη προοδευτικό καταστατικό χάρτη να αποδέχονται την ήττα, 52 χρόνια από την ιστορική νίκη του Αγιέντε…
Ο αριστερός πρόεδρος, Γκαμπριέλ Μπόριτς, είχε προβλέψει το αποτέλεσμα και ανήγγειλε πως θα ζητήσει από το κοινοβούλιο να ξεκινήσει νέα αναθεωρητική διαδικασία, από «το μηδέν», με την εκλογή νέας Συντακτικής Συνέλευσης, η οποία θα αναλάβει να καταρτίσει νέο κείμενο. «Στη Χιλή πρέπει να επιλύουμε τις διαφορές μας με περισσότερη δημοκρατία, ποτέ με λιγότερη. Είμαι πολύ υπερήφανος που φτάσαμε εδώ», δήλωσε ο 36χρονος, που εξελέγη τον Δεκέμβριο του 2021.
Η αναμφίβολη απόρριψη της πρότασης αναστέλλει, τουλάχιστον προς το παρόν, τη διαδικασία κατάρτισης νέου θεμελιώδους νόμου, που ξεκίνησε έπειτα από την εξέγερση που βάφτηκε στο αίμα το 2019 ενάντια στο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της χώρας, το οποίο ωφελεί τους πλουσιότερους και τροφοδοτεί τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. Όμως, το «όχι» δεν συνεπάγεται οριστικό πάγωμα των μεταρρυθμίσεων.
Στο πρώτο δημοψήφισμα, τον Οκτώβριο του 2020, η συντριπτική πλειοψηφία τάχθηκε υπέρ της κατάρτισης νέου Συντάγματος (79%), καθώς το ισχύον θεωρείται τροχοπέδη για οποιαδήποτε κοινωνική μεταρρύθμιση σε βάθος.
Τι άλλαζε το προτεινόμενο Σύνταγμα
Ο καρπός ενός χρόνου δουλειάς των 154 μελών της Συντακτικής Συνέλευσης, που εξελέγησαν τον Μάιο του 2021 για να καταρτίσουν την πρόταση, μοιάζει να προσέκρουσε στον τοίχο του συντηρητισμού μεγάλου μέρους της κοινωνίας της Χιλής.
Το προτεινόμενο Σύνταγμα θα κατοχύρωνε νέα κοινωνικά δικαιώματα στη χώρα-προπύργιο του νεοφιλελευθερισμού με μεγάλες κοινωνικές ανισότητες. Είχε σκοπό να προσφέρεται στους πολίτες δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία, εγγυημένη σύνταξη, εγγυημένη αξιοπρεπής στέγη.
Κατοχύρωνε επίσης το δικαίωμα στην άμβλωση, ζήτημα που διχάζει βαθιά τη χώρα όπου οι επεμβάσεις του είδους δεν νομιμοποιήθηκαν παρά το 2017 για περιπτώσεις βιασμού και κινδύνου για τη ζωή της μητέρας ή του παιδιού, καθώς επίσης τα δικαιώματα των αυτοχθόνων λαών. Ο διάλογος για το κείμενο ήταν συχνά οξύς και θορυβώδης, σε μια προεκλογική εκστρατεία όπου η παραπληροφόρηση έδωσε και πήρε.
«Ήττα για την επανίδρυση της Χιλής» είδε ο Χαβιέρ Μακάγια, ο πρόεδρος του υπερσυντηρητικού κόμματος UDI, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου. «Θα συνεχίσουμε με την πρόθεση να καταρρίψουμε την αναθεωρητική διαδικασία», πρόσθεσε.
Σύμφωνα με τη Σεσίλια Οσόριο από το Πανεπιστήμιο της Χιλής, «υπάρχει συναίνεση για το γεγονός ότι το Σύνταγμα του 1980 δεν είναι πλέον έγκυρο και πρέπει να αποκτήσουμε νέο», το οποίο θα κατοχυρώνει νέα «κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά δικαιώματα».
Η Μάρτα Λάγος, κοινωνιολόγος και ιδρύτρια του ινστιτούτου δημοσκοπήσεων MORI, σχολίασε πως οι υποστηρικτές του «όχι» αποτελούνταν από «πολύ ετερογενείς» μερίδες του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου ενός «λαϊκιστικού» ρεύματος που προσπάθησε να ενσταλάξει στους πολίτες τον «φόβο» πως θα αποστερηθούν ακόμα περισσότερα.
Αυτές οι δύο περιοχές της Χιλής βιώνουν πολύ σοβαρά προβλήματα βίας και ανασφάλειας. Στον νότο, εξαιτίας των συνεχιζόμενων συγκρούσεων για γαίες διεκδικούμενες από ριζοσπαστικοποιημένες οργανώσεις αυτοχθόνων Μαπούτσε· στον βορρά, εξαιτίας των μαζικών μεταναστευτικών ροών, της φτώχειας, της εμπορίας ανθρώπων.
