Ενώ η μία μετά την άλλη όλες σχεδόν οι χώρες της Λατινικής Αμερικής υιοθετούν αυστηρά μέτρα ελπίζοντας να καθυστερήσουν την επέλαση του κορονοϊού, ο ακροδεξιός πρόεδρος της Βραζιλίας, Ζαΐρ Μπολσονάρο, επιμένει να χαρακτηρίζει «υπερβολικές» τις πρωτοβουλίες κυβερνητών για την αντιμετώπιση της κρίσης και να προτάσσει «την εργασία» αντί την επιδημία.
Οι ειδήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τη δυνατότητα πολλών λατινοαμερικανικών κρατών να αντιμετωπίσουν την αναμενόμενη υγειονομική κρίση, ιδίως όταν χωρίς γενναία κοινωνικά μέτρα το σύνθημα «Μένουμε Σπίτι» είναι ανέφικτο για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.
Κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, κλείσιμο συνόρων, παύση λειτουργίας εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μη απαραίτητων επιχειρήσεων, καραντίνα, απαγόρευση κυκλοφορίας… είναι μερικά μόνο από τα μέτρα που εδώ και περίπου 15 ημέρες έχουν αρχίσει να υιοθετούν τα περισσότερα κράτη της Λατινικής Αμερικής.
Ο κορονοϊός έχει παραλύσει τη Λατινική Αμερική και η άφιξη του Απριλίου βρήκε την ήπειρο με περισσότερα από 20.000 κρούσματα και τουλάχιστον 650 θανάτους, ενώ επιταχύνεται ο ρυθμός μετάδοσης του COVID-19.
Σε κράτη όπως το Εκουαδόρ, τη χώρα της Λατινικής Αμερικής όπου παρατηρούνται τα περισσότερα κρούσματα και θάνατοι σε σχέση με τον πληθυσμό της, συγκλονίζουν οι εικόνες που έρχονται, κυρίως από την οικονομική πρωτεύουσα Γκουαγιακίλ, με φέρετρα τυλιγμένα σε πλαστικές σακούλες να παραμένουν στους δρόμους.

Αλλά στη Βραζιλία, εκεί όπου στις 26 Φεβρουαρίου εμφανίστηκε το πρώτο κρούσμα στην ήπειρο, ο πρόεδρος Μπολσονάρο συνεχίζει να αγνοεί επιδεικτικά τις συστάσεις τού ΠΟΥ. Στα μέσα Μαρτίου κάλεσε τους οπαδούς του να διαδηλώσουν κατά του Κογκρέσου και αντάλλαξε χειραψίες και αγκαλιές με εκατοντάδες πολίτες, την ώρα που είχε ήδη δημοσιοποιηθεί πως τουλάχιστον δύο υπουργοί που τον συνόδευσαν σε ταξίδι του στις ΗΠΑ και άλλοι περίπου 15 στενοί συνεργάτες του είχαν προσβληθεί από τον κορονοϊό.
Στην πολυπληθέστερη χώρα της Λατινικής Αμερικής, που την 1η Απριλίου μετρούσε περισσότερα από 7.000 κρούσματα και τουλάχιστον 244 νεκρούς, ο Μπολσονάρο χαρακτήρισε την επιδημία πρώτα ως «φαντασίωση», έπειτα ως «υστερία», μετά ως μια «υπερεκτιμημένη κατάσταση» αλλά και μια συνωμοσία εναντίον του «για να παραλύσει η χώρα, να βυθιστεί η οικονομία και να τελειώσουν με την κυβέρνησή μου».
Την ίδια ώρα επέκρινε σφοδρά πολιτειακές αρχές, όπως αυτές του Σάο Πάολο και του Ρίο ντε Τζανέιρο, που έχουν πληγεί έντονα από τον κορονοϊό και προχώρησαν σε κλείσιμο επιχειρήσεων και απαγόρευση κυκλοφορίας, ότι «αφήνουν πίσω τους καμένη γη» για ένα απλό «κρυολογηματάκι». Μόλις στο τελευταίο του διάγγελμα, έπειτα μάλιστα από τηλεφωνική συνομιλία του με τον Αμερικανό ομόλογό του Ντόναλντ Τραμπ, μετρίασε κάπως τη ρητορική του, ανακοίνωσε μέτρα οικονομικής στήριξης για επιχειρήσεις και πολίτες, χαρακτηρίζοντας τον COVID-19 παγκόσμιο πρόβλημα και «τη μεγαλύτερη πρόκληση αυτής της γενιάς».
Η ηγεσία της Βραζιλίας δεν είναι η μόνη που έχει επικριθεί για τη στάση της απέναντι στην πανδημία. Στα μέσα του Μάρτη -και ενώ η χώρα ήδη μετρούσε 80 κρούσματα-, ο πρόεδρος του Μεξικού, Λόπες Ομπραντόρ, αγκαλιαζόταν και φιλιόταν με οπαδούς του σε περιοδεία του, παρά τις αντίθετες, ρητές οδηγίες που είχε εκδώσει το υπουργείο Υγείας.
Βέβαια το Μεξικό δεν άργησε να λάβει κάποια μέτρα, κλείνοντας πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα και πλέον όλες τις δημόσιες υπηρεσίες, εκτός από τις βασικές που αφορούν υγεία, καθαριότητα, ασφάλεια κ.λπ. και συστήνοντας -χωρίς να υποχρεώνει- στον κόσμο να μείνει σπίτι. Αντίθετα, κανένα ανάλογο μέτρο δεν σκέφτεται να λάβει ο πρόεδρος της Νικαράγουας Ντανιέλ Ορτέγα, που αψηφώντας κάθε προειδοποίηση των επιδημιολόγων οργάνωσε στις 15 Μαρτίου μια «πορεία αγάπης σε καιρούς του COVID-19», όπου συμμετείχαν χιλιάδες πολίτες. Ενώ όπως δήλωσε και η σύζυγός του και αντιπρόεδρος της χώρας Ροσάριο Μουρίγιο η κρίση θα αντιμετωπιστεί «με τη βοήθεια του Θεού».
Ενας ιός ταξικός

Ολα αυτά έρχονται σε μια συγκυρία όπου ο COVID-19 μπορεί να μετατρέψει τη Λατινική Αμερική σε ένα από τα μεγαλύτερα θύματά του, «καθώς στην ήπειρο είναι πολύ μικρές οι επενδύσεις στη δημόσια υγεία και ήδη τα συστήματα υφίστανται πολλές πιέσεις και έχουν σημαντικές ελλείψεις», έλεγε στο BBC ο Μιγκέλ Λάγκο, διευθυντής του Ινστιτούτου Πολιτικών Υγείας (IEPS) του Ρίο ντε Τζανέιρο.
Με κατά κεφαλήν δαπάνες υγείας ύψους 1.076 δολαρίων το 2017, η Λατινική Αμερική προόρισε στον τομέα τρεις φορές λιγότερα από την Ε.Ε., που κατά μέσο όρο δαπανά 3.364 δολάρια κατά κεφαλήν, σύμφωνα με τον ΠΟΥ. Στο ένα τρίτο των χωρών της, οι δαπάνες ιδιωτικής υγείας είναι μεγαλύτερες από της δημόσιας, ενώ σε πολλές χώρες οι ασθενείς καλούνται να συνεισφέρουν σημαντικά ποσά ως συμμετοχή στην περίθαλψή τους.
Ακόμη πιο κρίσιμη παράμετρος είναι το γεγονός πως σύμφωνα με την Παναμερικανική Οργάνωση Υγείας ένα 30% του πληθυσμού δεν έχει πρόσβαση στην υγεία για οικονομικούς λόγους. Οσο για το πρώτο και πιο αποτελεσματικό όπλο κατά της μετάδοσης του ιού, το πλύσιμο των χεριών με άφθονο σαπούνι και νερό είναι απίθανο για περίπου 77 εκατ. κατοίκους της Λατινικής Αμερικής που δεν έχουν πρόσβαση στο νερό.
Και αυτό έχει τεράστιο αντίκτυπο σε αυτήν την επιδημία, γιατί αν όποιος αρρωστήσει δεν πάει σε ένα νοσοκομείο επειδή δεν έχει να πληρώσει, αυξάνουν οι πιθανότητες μετάδοσης, όπως σχολιάζει ο Ερνέστο Γκόσερ, του Περουβιάνικου Πανεπιστημίου Ερέδια: «Η ανισότητα γενικά και η ανισότητα στην πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, διευκολύνουν τη μετάδοση μιας επιδημίας αλλά και αυξάνουν τον αρνητικό αντίκτυπό της».
Με αυτό ως δεδομένο, το να προτρέπεις τους πολίτες της Λατινικής Αμερικής να μείνουν σπίτι για να ανακοπεί ο ρυθμός μετάδοσης COVID-19, μπορεί να αποτελεί ανέφικτη συνθήκη για τα εκατομμύρια των πολιτών της που επιζούν με τα ελάχιστα χρήματα τα οποία κερδίζουν δουλεύοντας καθημερινά στους δρόμους, σημειώνει η Μαρία Λουίσα Ράμος Ουρσαγάστε, πρώην υφυπουργός Εξωτερικών της Βολιβίας: «Αν δεν πάρεις γενναία μέτρα στήριξης, τους βάζεις μπροστά σε ένα τραγικό δίλημμα: να μείνουν σπίτι και να στερηθούν κάθε πόρο ή να βγουν στον δρόμο να συνεχίσουν την άτυπη δουλειά τους κινδυνεύοντας να μολυνθούν, δηλαδή ή να πεθάνουν από την πείνα ή να πεθάνουν από τον ιό».

Στη Λατινική Αμερική, σύμφωνα με στοιχεία της ΔΟΕ, το 52% του ενεργού πληθυσμού επιβιώνει στην άτυπη οικονομία και το ποσοστό φτάνει στο 62% στους νέους. Και το «μένω σπίτι», συνεχίζει η Ράμος, χωρίς ενισχυμένες κοινωνικές πολιτικές είναι σύνθημα χωρίς αντίκρισμα για αυτά «τα εκατομμύρια που δεν μπορεί να δουλέψουν με τηλεργασία, να γεμίσουν το σπίτι τους με βασικά αγαθά για 2-3 βδομάδες, να αγοράσουν μέσω ίντερνετ· κι ούτε καν έχουν πιστωτικές…».
Τα μέτρα ενίσχυσης που αρκετές κυβερνήσεις της περιοχής έχουν ανακοινώσει, όπως αύξηση κάποιων επιδομάτων, αναπλήρωση χαμένων μισθών, αναβολή πληρωμής δόσεων, πιστώσεις κ.λπ., στην πλειοψηφία τους δεν απευθύνονται σε όσους απασχολούνται στην άτυπη οικονομία, στην επισφάλεια και χωρίς περίθαλψη. Κι όπου τους αφορούν, όπως στη Βραζιλία, όπου ο φόβος για ένα γενικευμένο κίνημα διαμαρτυρίας οδήγησε την κυβέρνηση να ανακοινώσει επίδομα 114 δολαρίων για το επόμενο τρίμηνο για τα 15-20 εκατομμύρια των απασχολουμένων στην άτυπη οικονομία – επίδομα ανεπαρκέστατο για να αποτραπεί η κοινωνική κρίση που τείνει να γενικευτεί στη Λατινική Αμερική όσο επεκτείνεται και η επιδημία του κορονοϊού.
Το τοπίο γίνεται εξαιρετικά δυσοίωνο για αυτούς τους πληθυσμούς σε ανέχεια. Σύμφωνα με έκθεση της Οικονομικής Επιτροπής του ΟΗΕ για τη Λατινική Αμερική και την Καραϊβική (Cepal), η πανδημία του κορονοϊού θα επιφέρει τεράστιο πλήγμα στη λατινοαμερικανική οικονομία. Εκτιμάται ότι θα υπάρξει μια συρρίκνωση του συνολικού ΑΕΠ της περιοχής κατά 1,8%. Η φτώχεια θα πλήξει πλέον 220 εκατομμύρια πολίτες (από 185 εκατομμύρια σήμερα), όσοι επιβιώνουν σε ακραία φτώχεια αναμένεται να αυξηθούν από τα 67,9 εκατ. στα 90 εκατ. και οι άνεργοι θα εκτοξευτούν κατά 25,3 εκατομμύρια.
Εκρηκτικές επιπτώσεις αυτής της κρίσης σε μια ήπειρο που ήδη τους τελευταίους μήνες έζησε ένα πρωτόγνωρο κύμα διαμαρτυρίας ενάντια στις οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές πολλών κυβερνήσεων.
